alexis-800x140

Όταν τα σύννεφα ταξιδεύουν

της Γιώτα Αγαπητού  

Κούτες στοιβαγμένες σε κάθε γωνιά του μικρού διαμερίσματος στην οδό Μεταμορφώσεως 192. Τα παράθυρα γυμνά από κουρτίνες, που εδώ και μέρες έχουν πλυθεί και διπλωθεί προσεχτικά για να στοιβαχθούν και κείνες παρέα με τ’ άλλα αντικείμενα που γέμιζαν το σπίτι, έτοιμα ίσως για μία νέα αρχή. Το μόνο που δεσπόζει στο γυμνό μισοσκότεινο σαλόνι είναι το παλιό βαρύ ξύλινο τραπέζι με τις τέσσερις καρέκλες, φτιαγμένο από ξύλο καρυδιάς.

Μια ψηλόλιγνη γυναικεία φιγούρα πηγαινοέρχεται νευρικά στα άδεια δωμάτια κρατώντας το σχεδόν καμένο τσιγάρο στο χέρι με την καύτρα του ν’ αγγίζει τα δάχτυλά της. Το βλέμμα της στραμμένο στην πόρτα. Παρόλο που η σιωπή είναι εκκωφαντική η Μαρία φοβάται ότι δε θ’ ακούσει τον ήχο της εξώπορτας. Η Ελένη, φίλη καρδιάς, της είχε υποσχεθεί ότι θα την επισκέπτονταν για να πιουν μαζί τον τελευταίο καφέ στο σπίτι που τη σημάδεψε.

Η Μαρία σ’ αυτό το σπίτι έζησε τα πιο όμορφα, αλλά και τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής της. Περπατώντας ανάμεσα στα μεγάλα χαρτόκουτα νιώθει να την αγκαλιάζει η αύρα των αντικειμένων που έχουν πια στοιβαχθεί, ενώ προσπαθεί να θυμηθεί τι περιέχει το καθένα. Αντικείμενα που πριν την ώρα της μετακόμισης ήταν σχεδόν ξεχασμένα, παραχωμένα από καιρό σε κάποια μικρή και σκοτεινή γωνιά του σπιτιού.

Σ’ αυτό το διαμέρισμα η Μαρία έζησε σχεδόν τριάντα χρόνια. Ήταν είκοσι χρονών όταν παντρεύτηκε τον Θανάση της και πήγαν να ζήσουν στο μικρό δυάρι της οδού Μεταμορφώσεως 192. Αυτό το σπίτι η Μαρία το διαμόρφωσε σ’ ένα μικρό παλάτι μαζεύοντας παλιά πράγματα από τα σκουπίδια, δίνοντάς τους και πάλι ζωή. Τα βράδια όταν τα δυο της παιδιά και ο Θανάσης της, όπως τον αποκαλούσε – στην αρχή από αγάπη, αλλά στη συνέχεια από συνήθεια – κοιμόταν, εκείνη με το βελόνι και τα πινέλα της έφτιαχνε μικρά έργα τέχνης. Αριστουργήματα, που άλλοτε διακοσμούσαν τα δωμάτια του σπιτιού και άλλοτε πουλιόνταν για ένα επιπλέον εισόδημα στην οικογένεια. Παρόλο που και οι δύο δούλευαν, το ζευγάρι τα έβγαζε δύσκολα πέρα. Ο Θανάσης εργάζονταν στις οικοδομές και η Μαρία καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού.

Όλα αυτά τα θυμάται και δακρύζει. Ανάβοντας τσιγάρο το βλέμμα της πέφτει στα κιτρινισμένα της δάχτυλα από τον καπνό, πιστός φίλος της από τότε που άρχισαν τα προβλήματα στο γάμο της. Εκεί έβρισκε παρηγοριά και καταφύγιο κάθε φορά που ο Θανάσης της όταν ήταν μεθυσμένος μάλωναν, ενώ ο καυγάς τους κατέληγε σε ξύλο. Τότε η Μαρία έβγαινε δακρυσμένη στο μπαλκόνι νιώθοντας ένα μεγάλο κενό στην ψυχή της, και χανόταν μέσα στον καπνό, παίρνοντας έτσι δυνάμεις για ν’ αντιμετωπίσει τη μοίρα της.

Βγαίνοντας για λίγο από τις σκέψεις της κοιτάζει το ρολόι που είναι κρεμασμένο στον τοίχο, η ώρα περνάει και η Ελένη δεν έχει έρθει ακόμα. Η Μαρία είχε τόσο ανάγκη να της μιλήσει για τελευταία φορά από κοντά. Να της πει για τους φόβους της, αλλά και για το Θανάση της, με την Ελένη να την ακούει όπως πάντα υπομονετικά, ενώ που και που να της μιλάει και αυτή για τα δικά της απραγματοποίητα όνειρα. Ύστερα θέλοντας να ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα να ξεσπάνε και οι δύο σε γέλια με αφορμή ένα ασήμαντο και αστείο γεγονός.

Δύο γυναίκες διαφορετικές, μα και τόσο ίδιες, που από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους ένοιωσαν να τις ενώνει η βαθειά αίσθηση του καθήκοντος. Η Ελένη ήταν μία γυναίκα παθιασμένη με τη ζωή, αθεράπευτα φωνακλού και  αθυρόστομη. Για κείνη η Μαρία ήταν η μεγάλη της αδερφή.

Πίνοντας μια γουλιά από το βαρύγλυκο καφέ νιώθει έντονα μια πικρή γεύση στο στόμα της. Κάνει να ξεκρεμάσει το ρολόι από τον τοίχο για να το βάλει στο μικρό βαλιτσάκι της, μα από μία αδέξια νευρική κίνηση εκείνο πέφτει κάτω και σπάει σε χίλια κομμάτια, θυμίζοντας τα κομμάτια της ψυχής της που προσπαθεί να μαζέψει. Στην προσπάθειά της να συμμαζέψει το σπασμένο ρολόι από το πάτωμα δακρύζει. Αυτό το ρολόι ήταν κρεμασμένο στον τοίχο σχεδόν τριάντα χρόνια, μιας και ήταν από τα πρώτα πράγματα που αγόρασαν με το Θανάση της. Στην αρχή όλα φαίνονταν τόσο όμορφα! Θυμάται πόση ευτυχία ένοιωσαν και οι δύο όταν ήρθαν στον κόσμο οι δίδυμες κόρες τους, η Ισμήνη και η Ηλέκτρα, που μεγαλώνοντας άνοιξαν τα φτερά τους, στην αρχή για σπουδές στο εξωτερικό, ενώ στη συνέχεια πιάνοντας δουλειά και χτίζοντας σιγά σιγά τη ζωή τους.

Όταν πέθανε ο Θανάσης της οι δυο της κόρες της ζήτησαν να τις ακολουθήσει για να κάνει μία νέα αρχή. Όμως ακόμα και τώρα λίγες ώρες πριν ανέβει στο αεροπλάνο νιώθει θλίψη. Πονάει που αφήνει το τριάντα χρόνων γεμάτο με αναμνήσεις δυαράκι της. Μέσα της όμως ξέρει καλά ότι το να φύγει μακριά θα είναι ό,τι καλύτερο για κείνη.

Σκέφτεται να τηλεφωνήσει στην Ελένη που έχει αργήσει, αλλά γρήγορα το μετανιώνει, ενώ ο καφές που είχε φτιάξει για κείνη έχει ήδη κρυώσει. Εξάλλου, τι σημασία έχει τώρα πια να δει για τελευταία φορά τον μοναδικό άνθρωπο που της στάθηκε στα δύσκολα όταν αυτή το είχε ανάγκη. Ίσα ίσα, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός θα μεγάλωνε τη θλίψη τους. Οι δυο γυναίκες είχαν υποσχεθεί κάποτε ότι δε θα χαθούν, μία υπόσχεση που ο άνεμος την πήρε μακριά.

Η ώρα περνάει, όπου να ‘ναι θα ‘ρθει το ταξί για να την μεταφέρει στο αεροδρόμιο. Νιώθει την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στις στοιβαγμένες κούτες, η μελαγχολία που βγάζουν θυμίζει εραστές που χωρίζουν για πάντα. Αποστρέφει γρήγορα το βλέμμα της. Φτιάχνοντας τα μαλλιά της στον καθρέφτη σκέφτεται ότι τα όσα πέρασε με την περιπέτεια της υγείας του άντρα της την έχουν αλλάξει πολύ. Στο πρόσωπο και το σώμα της έχει αποτυπωθεί μια βαθιά μελαγχολία, σημάδια ανεξίτηλα μιας δύσκολης περιπέτειας με σκληρό τέλος.

Παίρνει την τσάντα της και ανοίγοντας την πόρτα κοιτάζει πίσω της. Σκέφτεται πως κάποια μέρα όταν ο χρόνος θα έχει επουλώσει της πληγές της ίσως να ξαναγύριζε πίσω, ίσως όμως και όχι.

Σε δύο ώρες η Μαρία θα πετάξει μακριά κάνοντας ένα νέο ξεκίνημα.

Υ.Γ.  Το κείμενο συνοδεύεται από πίνακες του αργεντίνου ζωγράφου Fabian Perez.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο