room-to-grow-bnner

Όνειρον

της Γιώτας Αγαπητού

Χριστούγεννα, η ομίχλη έχει ντύσει την πόλη παρέα με το κρύο. Αμυδρά διακρίνονται τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο, ψηλαφώντας την κάθοδο με τα φώτα ομίχλης αναμμένα. Μία γυναικεία φιγούρα κάνει την εμφάνισή της στον κεντρικό πεζόδρομο. Ο ήχος των παπουτσιών της σπάει τη σιωπή. Ανάβει τσιγάρο νευρικά και τυλίγεται στον καπνό του, ψάχνοντας το κινητό από την τσάντα της. Πατάει τα πλήκτρα και τηλεφωνεί.

Το πρώτο φως της ημέρας έχει αρχίσει σιγά – σιγά να κάνει την εμφάνισή του. Το βράδυ που πέρασε ήταν πολύ έντονο για την Ηλέκτρα, ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησε χωρίς τη συνοδεία των «Όνειρον» ένα γκρουπ στο οποίο συμμετείχε ως τραγουδίστρια εδώ και τρία χρόνια. Ο Ορφέας, ο μπασίστας του γκρουπ, είναι το αγόρι της. Ήθελε να του τηλεφωνήσει για να του πει πως τα πήγε, αλλά τελικά το μετάνιωσε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Αρκετές ώρες πριν, στις έξι το απόγευμα, η Ηλέκτρα ξυπνώντας στο πλευρό του Ορφέα, που κοιμόταν ακόμα, αφού έφτιαξε καφέ και για τους δύο, άρχισε να ετοιμάζεται για να φύγει. Το άγχος της την είχε κυριεύσει. Φτάνοντας στο μπαράκι βρήκε τους μουσικούς να κουρδίζουν τα όργανα, για μία τελευταία πρόβα. Η ώρα είχε πάει δέκα και μισή, το μαγαζί άρχισε να δέχεται σιγά – σιγά τους πρώτους πελάτες. Η Ηλέκτρα σ’ ένα μικρό δωμάτιο ετοιμαζόταν, σε μισή ώρα έπρεπε να βγει. Αν όλα πάνε καλά, οι παραστάσεις θα συνεχίζονταν μέχρι και το τέλος των εορτών, όπου σε κάποιες από αυτές θα τη συνόδευαν και οι «Όνειρον».

Ο Ορφέας δεν ήταν απόψε μαζί της. Δεν ήθελε λέει να είναι εκεί γιατί θα την επηρέαζε μεγαλώνοντας το άγχος της. Στην αρχή εκείνη αντέδρασε, αλλά τελικά αποδέχτηκε την απόφαση του.

O Ορφέας ιδρυτής των «Όνειρον» ήταν γέννημα θρέμμα αθηναίος. Γεννήθηκε ένα ηλιόλουστο πρωινό του Αυγούστου, το 1984. Οι γονείς του μεγαλοδικηγόροι, ζούσαν στο παλαιό Ψυχικό, ήταν γόνοι και οι δύο παλαιών αριστοκρατικών οικογενειών που οι ρίζες τους κρατούσαν από την εποχή του Καποδίστρια. Συντηρητικοί στις απόψεις τους, λόγω καταβολών. Ονειρεύονταν να δούνε το μονάκριβό τους παιδί ν’ αναλαμβάνει το δικηγορικό τους γραφείο που είχε ιστορία χρόνων και αργότερα να διαπρέπει σε μεγάλες δίκες στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. Μέχρι την ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων, λίγο πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις, όλα έδειχναν ότι ο Ορφέας δε θα διέψευδε τις προσδοκίες τους, όταν μία μέρα γυρίζοντας από το σχολείο πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο της γιαγιάς του, της κυρίας Μυρσίνης, παλιάς Αθηναίας αριστοκράτισσας, που όμως είχε αρκετά προοδευτικές ιδέες για την εποχή και την καταγωγή της. Της ανακοίνωσε ότι ήθελε να ζήσει μόνος του σ’ ένα δυάρι διαμέρισμα στο κέντρο των Εξαρχείων και ότι όνειρό του δεν ήταν η νομική, αλλά η μουσική. Ο Ορφέας άκουσε έκπληκτος τη γιαγιά του να του λέει ότι χαίρεται που επιτέλους θ’ ακολουθήσει τ’ όνειρό του, γιατί κανένας άλλος άντρας της οικογενείας δεν είχε το θάρρος ν’ ακολουθήσει τα δικά του θέλω. Στη συνέχεια μένοντας στα Εξάρχεια γνώρισε τον Άλκη και τον Κίμωνα, που ήταν μουσικοί και έτσι άρχισαν όλα για τη δημιουργία του γκρουπ που του έδωσαν τ’ όνομα «Όνειρον» για να του θυμίζει την προτροπή της γιαγιάς του να κάνει το δικό του όνειρο πραγματικότητα.

Σε μία οντισιόν που κάνανε για αναζήτηση τραγουδίστριας, μετά από καιρό εμφανίστηκε μία κοπέλα λεπτή, μετρίου αναστήματος, με μακριά καστανά μαλλιά και πράσινα μάτια. Φαινόταν αγχωμένη όταν πήρε το μικρόφωνο και άρχισε να τραγουδάει τις «Μοίρες» της Τάνιας Τσανακλίδου. Ο Ορφέας ενθουσιάστηκε, η ζεστή φωνή της τον ταξίδεψε, ερωτεύτηκε την Ηλέκτρα από την πρώτη στιγμή.

–  Δεν κάνει για το γκρουπ, δε την ακούς; Η φωνή της  δεν έχει τη χροιά και το μέταλλο που ψάχνουμε, δεν είναι ροκ. Είπε ο Άλκης και συμφώνησε μαζί του και ο Κίμωνας.

– Κάνετε λάθος, απάντησε ο Ορφέας, η φωνή της είναι ζεστή και βαθιά ανθρώπινη, μπορεί να συγκινήσει τον καθένα και εμείς αυτό δε θέλουμε;

Σε αυτό συμφώνησαν σιωπηλά ο Άλκης και ο Κίμωνας.

– Εάν είναι έτσι, η ερμηνεύτρια αυτή είναι η φωνή που ζητάμε τόσον καιρό. Είπε ο Άλκης και συμφώνησαν μαζί του οι άλλοι δύο.

Από εκείνη την ημέρα ο Ορφέας και η Ηλέκτρα ξεκίνησαν την κοινή τους πορεία όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στη ζωή. Εκείνος δημιουργούσε μελωδίες και στίχους και κείνη τους ερμήνευε κάθε φορά εκστασιασμένη από τα βάθη της ψυχής της στον κόσμο. Όπως και τώρα που σε λίγο έπρεπε να βγει στη σκηνή για να τραγουδήσει  χωρίς τη συνοδεία των «Όνειρον».

– Βγαίνεις σε πέντε. Ακούστηκε μία φωνή πίσω από την πόρτα.

– Είμαι έτοιμη, απάντησε η Ηλέκτρα.

Έκανε μία τελευταία ρουφηξιά από το μισοτελειωμένο τσιγάρο της, ήπιε μία γουλιά από τον καφέ της και σηκώθηκε.

Απόψε έπρεπε να τα δώσει όλα και να πετύχει. Ο Ορφέας πίστευε σ’ εκείνη, γι’ αυτό την είχε πάρει στο γκρουπάκι. Οι γονείς της όμως δεν πίστευαν στο ταλέντο της και η στάση τους αυτή την είχε επηρεάσει αρκετά. Εκείνοι ήθελαν να τη δουν καθηγήτρια, να διδάσκει στο χωριό που μεγάλωσε και γι’ αυτό πέρασε στη φιλοσοφική σχολή στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά βάθος όμως ήθελε πολύ να ξεφύγει από το μικρό χωριό της που την έπνιγε. Αν όμως σήμερα πήγαιναν όλα καλά, επιτέλους θα τους ανακοίνωνε ότι θα ασχολούνταν και επαγγελματικά με τη μουσική.

Πήρε μία βαθιά ανάσα και ανέβηκε στη σκηνή. Από κάτω έβλεπε να τη χειροκροτούν πρόσωπα νεαρής και μέσης ηλικίας, ντυμένα απλά, όπως άρμοζε άλλωστε και στο ύφος του μαγαζιού.

Έπιασε το μικρόφωνο κοιτάζοντας τους μουσικούς «πάμε» είπε με ενθουσιασμό. Έκλεισε τα μάτια της, αρχίζοντας να τραγουδάει το τραγούδι της Τζάνις Τζόπλιν «Piece of My Heart» και χάθηκε στους στίχους του. Ο κόσμος από κάτω τραγουδούσε μαζί της.

Σε κάθε νέο τραγούδι ένοιωθε να ταξιδεύει, έβλεπε τον κόσμο να την επευφημεί σε Ρώμη, Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Μαδρίτη. Ήταν η νέα γυναικεία ROCK φωνή που δε χώραγε σε καλούπια, αγγίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων και γράφοντας τη δική της ιστορία. Τα τραγούδια της, που έγραφε και συνέθετε κάποιες φορές μαζί με τον Ορφέα, άγγιζαν και τις πιο λεπτές ανθρώπινες ευαισθησίες σε όλο τον κόσμο.  Μετά τη Μαρία Κάλλας εκείνη θα ήταν η επόμενη μεγάλη φωνή από την Ελλάδα που θα έκανε όλο τον πλανήτη να παραληρεί με τα τραγούδια της.

Φανταζόταν τον πατέρα της, που λάτρευε, να την ακολουθεί περήφανος στις συναυλίες της, δημιουργώντας με τη βοήθειά του ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για παιδιά που θέλουν να γίνουν καλλιτέχνες. Ενώ πάντα δίπλα της ο Ορφέας. Έρωτας ζωής, όπως αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο. Εξάλλου, εκείνο το βράδυ που ο Ορφέας δέχτηκε την Ηλέκτρα για τραγουδίστρια στο γκρουπάκι τους, αφού τελείωσαν την οντισιόν, λίγο αργότερα οι δυο τους περπατώντας βρέθηκαν τυχαία μπροστά σ’ ένα μαγαζί το οποίο χάραζε τατουάζ πάνω στη Λεωφόρο Κηφισίας. Αυθόρμητα μπήκαν μέσα και χτύπησαν στα μπράτσα τους από ένα τατού μ’ ένα ήλιο και δύο μικρόφωνα που σχημάτιζαν μία καρδιά και από κάτω γραμμένο στα λατινικά «in perpetuum» δηλαδή «για πάντα». Μία υπόσχεση ότι η Ηλέκτρα θα τραγουδούσε για πάντα με τους Όνειρον.

Επόμενα τραγούδια του Τζίμι Χέντριξ, Τζιμ Μόρισον, Φρέντι Μέρκιουρι, Παύλο Σιδηρόπουλο. Η ώρα είχε πάει τρείς και ο κόσμος δεν σταματούσε να ταξιδεύει μαγεμένος με τη φωνή της, αλλά και κείνη εισέπραττε την ενέργεια αυτή που έφτανε ως τη σκηνή.

– Σιγά σιγά πρέπει να κλείσουμε, αλλά πριν συμβεί αυτό θα ήθελα να συνεχίσετε το ίδιο θερμά μαζί μου με κάποια κομμάτια κλασικών ελλήνων συνθετών που λατρεύω.

–   Πάμε λοιπόν;

Ένα τεράστιο ΝΑΙ τύλιξε την αίθουσα. Η Ηλέκτρα γύρισε τότε προς τους μουσικούς της, τους κοίταξε και κείνοι ξεκίνησαν να πλημυρίζουν την αίθουσα με μελωδίες του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Χατζηδάκι και του Σταύρου Ξαρχάκου.

Η ώρα είχε πάει τέσσερις, κανένας όμως δεν είχε τη διάθεση να τελειώσει αυτή η νύχτα.

  • Τώρα θέλω για καληνύχτα να πούμε ένα τραγούδι που αγαπάω πολύ, επειδή μου το τραγουδούσε ένας άνθρωπος που λατρεύω, ο μπαμπάς μου «Το αστέρι του βοριά» του Μάνου Χατζιδάκι.

Οι πελάτες άρχισαν να χειροκροτούν, τα φώτα χαμήλωσαν για μία ακόμη φορά και ένας προβολέας φώτισε την Ηλέκτρα που ήταν καθισμένη πάνω σ’ ένα σκαμπό.

«Τ’ αστέρι του Βοριά

θα φέρει ξαστεριά

μα πριν φανεί μέσα απ’ το πέλαγο πανί…»

Τα μάτια της βούρκωσαν, ο ήχος της κιθάρας συγκλονιστικός, καθώς έπαιζε μία μία τις νότες. Ο κόσμος κουνούσε ρυθμικά τους αναμμένους αναπτήρες.

  • ΔΙΚΟ ΣΑΣ!!!

«Κι εσύ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα γίνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ’ άλλη γη…»

Ώρα πέντε το πρωί, ο κόσμος σηκώθηκε και χειροκροτούσε θερμά την Ηλέκτρα, ενώ εκείνη τους ευχαρίστησε για την υπέροχη βραδιά που της χάρισαν. Όλοι μαζί αυτή τη νύχτα είχανε γίνει μύστες σε κάτι εκστατικά μοναδικό, σε μία μυστικιστική τελετουργία. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, το αφεντικό του μαγαζιού, φανερά ενθουσιασμένο, έτρεξε να της μιλήσει για τις επόμενες εμφανίσεις της.

–   Όχι τώρα, του απάντησε εκείνη.

–   Όχι σήμερα, τώρα ζω αυτή την πρώτη μου νύχτα, του είπε.

Η Ηλέκτρα άνοιξε την πόρτα παίρνοντας την τσάντα της και βγήκε στο δρόμο. Επιτέλους τ’ όνειρό της είχε γίνει πραγματικότητα, όπως τ’ όνειρο του Χειμώνα που υποδέχεται το πρώτο χιόνι

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο