Οι στίχοι της ντροπής

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο αέρας λυσσομανούσε από παντού

και γω έβλεπα τα παιδιά να βγαίνουν χαράματα απ’ τη χοάνη του χρόνου.

Όπως την άνοιξη που ανθίζουν όλων των ειδών τα μπουμπούκια.

Μα την άλλη μέρα κιόλας, πριν προλάβουν να μεγαλώσουν, είχαν τα χέρια σταυρωμένα με μια θλίψη στο βλέμμα.

Όπως οι δεμένοι βρόμικοι κάβοι στις προβλήτες των λιμανιών.

  • Η ζωή είστε σεις! τους είπα.
  • Τι να την κάνεις τη ζωή όταν στην ψυχή λείπουν οι ρίζες και ο άνεμος φυσάει από παντού; μου απάντησαν.

Πριν καλά καλά γεννηθούμε, οι χορτάτοι μας κήρυξαν τον πόλεμο και τη λιτότητα στις ζωές μας.

Οι αυλόδουλοι μας κατήχησαν για δοξασμένους του έθνους καιρούς.

Οι αποστάτες, την τιμή στον Άγνωστο Στρατιώτη.

Και μεις με παγωμένα και γεμάτα, από τις έγνοιες τις ζωής, χέρια, τους  ακούγαμε αποσβολωμένοι, ψάχνοντας βαθιά στις τρύπιες τσέπες μας για όση   αξιοπρέπεια ξέμεινε στη γη απ’ τους επουράνιους ακλόνητους παραδείσους που μας είχανε τάξει.

  • Ποιος είσαι; με ρώτησαν.

Είμαι το μεσημεριανό άδειο τραπέζι, που ξεμασκαρεύει το άδικο.

Είμαι το πορφυρό δείλι, που χτες πέθανε η μάνα του.

Είμαι η παγωμένη κάμαρα, με το πεινασμένο μωρό, που κλαίει βρόμικο  μέσα στη νύχτα.

Είμαι μια θλιβερή σημαία, που αφέθηκε ολομόναχη ανάμεσα σε πτώματα στη μέση της μάχης, όπως το στάχυ στο δυνατό άνεμο.

  • Μα τι μας νοιάζουν όλα αυτά; Άλλωστε για μας ακόμα και το αβέβαιο έχει ήδη πεθάνει πριν γεννηθεί, όπως ένα σβησμένο σπίρτο ανάμεσα στα χοντροκομμένα δάχτυλα της ανθρωπότητας.
  • Ποιες δάφνες και ποιες τιμές θέλουνε, λοιπόν,  να σας δώσουν;
  • Το να μη με νιώθω, μου ψέλλισαν με μια πνιχτή φωνή.
  • Τότε, σας παρακαλώ, στεφανώστε με τις γερασμένες καρδιές σας τους στίχους μου, ν’ αναδύουν έστω την ανακούφιση του στεναγμού σας. Ίσως έτσι κάποτε οι άνθρωποι μάθουν ν’ αγαπούν πιότερο τους ανθρώπους από τις λέξεις.

Μου έγνεψαν ανάλαφρα, σχεδόν συγκαταβατικά, όπως το χώμα που σκεπάζει τους νεκρούς του.

Ξημέρωνε. Κοίταξα για λίγο έξω στο δρόμο. Ο αέρας συνέχιζε να φυσάει πάνω στις εύθραυστες ζωές μας. Τα αδύναμα δέντρα λυγίζανε ως τη γη, ακουμπώντας στον ίσκιο τους. Τόσο, που νόμιζες πως δεν υπήρξαν ποτέ, παρά μόνο ως ιδέα. Ωστόσο, τώρα είχα να πιαστώ από κάπου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο