ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ: Περιήγηση στα παραδεισένια τοπία των Πρεσπών

Ένας μαγικός τόπος που οι Εβρίτες, ως μακρινοί «συγκάτοικοι» μίας άλλης συνοριογραμμής, θα βρουν συγκινητικά οικείο

Στάση και στη Φλώρινα, την πόλη που ενέπνευσε τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο

της Κικής Ηπειρώτου
Στα 1.050 μέτρα υψόμετρο, στον Άγιο Γερμανό, το “μπαλκόνι” της Μεγάλης Πρέσπας, οι κάτοικοι δεν θυμούνται πότε ήταν η τελευταία φορά που έκαναν Χριστούγεννα χωρίς χιόνια. Φέτος, η θερμοκρασία πέφτει σπάνια κάτω από το μηδέν, αλλά οι καμινάδες των πέτρινων σπιτιών καπνίζουν ασταμάτητα. Στο χωριό, τα βράδια λειτουργεί μόνο μία ταβέρνα, που σερβίρει ψητή φλωρινέλα και τηγανητές πατάτες να ξεχνάς το όνομά σου και μια καντίνα, στολισμένη με πολύχρωμα φωτάκια. Αποτελεί σημείο συνάντησης για κατοίκους και επισκέπτες, αφού πέρα από τα κλασικά “βρώμικα” προσφέρει και ζεστό κρασί!
“Τι γίνεται με τους μετανάστες στον Έβρο; Περνάνε ακόμα; … Τι να σου κάνει κι ο φράχτης, άμα ο άνθρωπος θέλει να φύγει από έναν τόπο, θα βρει τον τρόπο και θα φύγει”, μας λέει ο κύριος Δημήτρης και θυμάται τους μήνες και τα χιλιόμετρα που έκανε ως φαντάρος στην Αλεξανδρούπολη τη δεκαετία του ’70.
Στο μοναδικό ελληνικό χωριό της Μεγάλης Πρέσπας, τους Ψαράδες των 60 κατοίκων, υπογράφηκε το 2019 η Συμφωνία των Πρεσπών. Στα νερά της συναντώνται τα σύνορα τριών χωρών (Ελλάδας, Αλβανίας και Βόρειας Μακεδονίας) αλλά και αλιείς, που αλληλοκαλημερίζονται από μακριά, ο καθένας στη γλώσσα του. Εδώ, βλέπεις αγελάδες μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι. Κάποιες από αυτές, ανήκουν στη σπάνια ράτσα της βραχυκερατικής φυλής. Οι ντόπιοι ασχολούνται με την αλιεία και τις ξεναγήσεις με βάρκες στα ξακουστά ασκηταριά της λίμνης. Τα ταβερνάκια σερβίρουν γίγαντες Πρεσπών, που λιώνουν στο στόμα και τηγανητό γριβάδι, ένα ποταμίσιο ψάρι εξαιρετικής νοστιμιάς.

Στον Άγιο Αχίλλειο, στην καρδιά της Μικρής Πρέσπας, με την ξακουστή πεζογέφυρα, το τοπίο είναι τόσο εξωπραγματικό, που σε κάνει να αμφισβητείς αρχικά την ίδια σου την όραση και στη συνέχεια το πού αληθινά βρίσκεσαι. Μήπως στον παράδεισο; Σε κάποιο όνειρο; Ή στο ψεύτικο σκηνικό κάποιας ταινίας; Ένα πέπλο αχνιστής ομίχλης καλύπτει την επιφάνεια της λίμνης, ενώ πίσω από τις διάσπαρτες καλαμιές θαρρείς πως κρύβονται νεράιδες. Γιατί, αν υπάρχουν νεράιδες, δεν μπορεί να ζουν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, μόνο εδώ.

Ξεκινάμε για Φλώρινα, με το ψυχρό κλίμα και το “σινιάκι”, όπως λένε οι ντόπιοι την πυκνή ομίχλη που εμφανίζεται τέτοια εποχή. (Όσοι πήγαιναν δημοτικό τη δεκαετία του ’80 είναι δύσκολο να μη θυμούνται τα τετράγωνα κουτάκια των χυμών Φλώρινα, που συνόδευαν τα διαλείμματα στο σχολείο, τις εκδρομές ή το απογευματινό μας κολατσιό. Δυστυχώς, ο συγκεκριμένος χυμός, δεν υπάρχει πια)
Παντού κυκλοφορεί κόσμος βιαστικός, έχει ήλιο, η υγρασία όμως τρυπάει τα κόκκαλα και οι δρόμοι είναι υγροί και παγωμένοι. Έχει 5 βαθμούς κελσίου, στις 11 το πρωί. Άνοιξη, για τα δεδομένα της περιοχής. Κατηφορίζουμε από το κέντρο προς τον ποταμό Σακουλέβα που διασχίζει την ανατολική πλευρά της πόλης. Τα φαντάσματα των παλιών αρχοντικών πάνω από τα κεφάλια μας σαν να ψιθυρίζουν τον μονόλογο κάποιας αρχαίας τραγωδίας. Με συγκινούν τα κτίρια που κάποτε έζησαν μεγάλες δόξες και σήμερα μοιάζουν να θρηνούν το παρόν τους, στάζοντας δάκρυα και αναμνήσεις από τις σακατεμένες στέγες και τις σκουριασμένες πόρτες τους.

Σε ένα από αυτά, στην οικία Σαπουντζή, είχαν γυριστεί σκηνές από τον Μελισσοκόμο του Αγγελόπουλου. Σήμερα, η καγκελόπορτα είναι ασφαλισμένη με λουκέτο. Μόνο μια γάτα κυκλοφορεί στην αυλή και νιαουρίζει επίμονα. Σαν να βλέπω απέναντί μου τον Μαστρογιάνι να κατεβαίνει για τελευταία φορά τα σκαλιά, προτού ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του.

Σε ένα μαγαζάκι στο κέντρο, η κυρία Ματίνα φτιάχνει γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες. “Εγώ γεννήθηκα στη Φλώρινα και με στεναχωρεί πολύ αυτή η εικόνα με τα ερειπωμένα σπίτια… Τα περισσότερα δεν μπορούν να διασωθούν πια και θα γίνουν πολυκατοικίες. Η αντιπαροχή είναι η κατάρα αυτής της χώρας” λέει με πίκρα.
Ίσως ο Αγγελόπουλος αγάπησε τόσο πολύ αυτή την πόλη για την αλήθεια της. Για την υγρή και γκρίζα μοναξιά της. Και ίσως την επέλεξε (αν και σε συνεντεύξεις του συνήθιζε να λέει πως ο τόπος σε επιλέγει) ως σκηνικό για πολλές από τις ταινίες του, για να μας θυμίσει ότι Ελλάδα δεν είναι μόνο τόποι λουσμένοι στο φως κι ένας λαός που αναπαύεται, ισόβια προνομιούχος, στις δάφνες ενός ένδοξου παρελθόντος. Έτσι και η ζωή, δεν είναι μόνο ένα κολάζ από ηλιόλουστες στιγμές και ανέμελα όνειρα για το μέλλον. Η ζωή ενίοτε έχει αβάσταχτα γκρίζες αποχρώσεις κι έχει και παρελθόν που κάποιες φορές, σαν τα παλιά αρχοντικά, σε κάνει να το νοσταλγείς, κάποιες άλλες, όμως, σε πονάει βαθιά.
Στο δρόμο της επιστροφής, νιώθω απόλυτα σίγουρη ότι μια μέρα θα επιστρέψω. Μέρη όπως αυτά είναι μόνο για να επιστρέφεις. Για να χάνεσαι μέσα στην ομίχλη και την αλήθεια τους και να σε ξαναβρίσκεις.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο