room-to-grow-bnner

Ο Πολυώνυμος Διόνυσος και η νικηφόρα εκστρατεία του στην Ανατολή

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Διόνυσος, μυθική θεότητα της αρχαίας Ελλάδας, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές και τις αγγειογραφίες είχε συνοδούς ανθρωπόμορφα ζώα – μισό άνθρωποι και μισό ζώα – οι οποίες μαζί με τις Μαινάδες  – νύμφες, δηλαδή γυναικείες ιδεατές μορφές θεϊκής καταγωγής που παρουσιάζονται ως συντρόφισσες και συνοδοί του θεού Διονύσου – τον ακολουθούσαν όπου πήγαινε. Ήταν οι λεγόμενοι Σάτυροι και οι Σειληνοί, που όντας στην αρχή ξεχωριστοί, κατέληξαν αργότερα να συγχέονται και να θεωρούνται όμοιοι. Εξάλλου και οι φορεσιές μεταξύ των Σατύρων και των Σειληνών διαφέρανε.

Ο Πολυδεύκης (γραμματικός και λεξικογράφος του 2ου αι. μ.Χ., γνωστός ως Pollux) αναφέρεται στην ενδυμασία των Σειληνών. Ένα τριχωτό ολόσωμο ρούχο που φορούσαν κατάσαρκα. Είναι ο χορταίος χιτών, «χιτών δασύς, öv οί Σειληνοί φοροΰσιν» (ΠολυδεύκηςIV,118)

Ο Ησύχιος γράφει πως λέγονταν σάτυροι «δια το τράγων νώτα έχειν». Φαίνεται πως παλαιότερα οι Σάτυροι παρουσιάζονταν έτσι που να μοιάζουν με τράγους ενώ οι Σειληνοί έμοιαζαν με άλογα, κρεμούσαν δηλαδή ουρά αλόγου και φορούσαν οπλές, σύμφωνα και με εικονογραφημένες παραστάσεις παρμένες από αγγεία. Εξ αυτού και ο Διόνυσος ονομάζονταν αιγοβόλος, αλλά και βρόμιος, δηλαδή βροντερός που ίσως αντανακλά τις κραυγές του ταύρου και του τράγου τον καιρό του σεξουαλικού οργασμού τους. (Γιάννη Κορδάτου, Η αρχαία τραγωδία και κωμωδία σελ. 40, 43)

Ο Διόνυσος ήταν ο πιο μεγάλος θεός και προστάτης της γεωργίας, εξ ου και η προσωνυμία δενδρίτης. Με έμβλημα τον Φαλλό ή τον ταύρο, γι’ αυτό ταυρόμορφος και ταυρομέτωπος,  θεωρούνταν ως ο θεός της γονιμότητας και προστάτης των καλλιεργειών, κυρίως της αμπέλου. Για το λόγο αυτό ονομάζονταν και Βάκχος, καθώς η λατρεία του σχετίζεται με τους εορτασμούς της βλάστησης και της ιερής τρέλας που προκαλεί η πόση του οίνου και της γονιμότητας.

Φαίνεται λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, πως τα διάφορα τοτεμικά στοιχεία που υπήρχαν παλαιότερα, στη νεότερη εποχή, με την αντικατάστασή τους από ανθρωπομορφικές θεότητες, συγχωνεύτηκαν σ’ ένα θεό που ονομάστηκε Διόνυσος.

Για το λόγο αυτό και ο Διόνυσος είχε πάρα πολλά επίθετα και ονομαζόταν «Πολυώνυμος».

Στην «Αντιγόνη του Σοφοκλή» Ο χορός σε δύο στροφικά συστήματα υψώνει χαρμόσυνο ύμνο προς τον Βάκχο:  

Πολυώνυμε……ὦ Βακχεῦ (Πολυσήμαντε…..Βάκχε)

Ο Διόνυσος, όπως είπαμε, είχε πάρα πολλά ονόματα, τα γνωστότερα εκ των οποίων ήσαν: Βάκχος, Ίακχος, αιγοβόλος, ακροτοφόρος, ανθεύς, Βρόμιος, συκίτης, οροεύς, Λυαίος, ταυρόμορφος, ταυρομέτωπος, βοηλάτης, δασύλλιος, σταφυλίτης, συκίτης, Ζαγρεύς, πυριγενής μηρορραφής, διμήτωρ, δισσότοκος κ.ά. Το πιο επικρατέστερα γνωστό όμως ήταν τ’ όνομα Βάκχος, αλλά και Ζαγρεύς, ο μέγας θεός των Ορφικών, ο πρώτος Διόνυσος, γιος του μεταμορφωμένου σε φίδι Δία και της Περσεφόνης, τον οποίο για να προστατεύσει ο Δίας από την Ήρα τον εμπιστεύτηκε στον Απόλλωνα και τους Κουρήτες. Όταν η Ήρα ανακάλυψε το Διόνυσο στα δάση του Παρνασσού, έστειλε τους τιτάνες οι οποίοι τον έπιασαν, παρά τους ψεύτικους περισπασμούς του και τον κομμάτιασαν τρώγοντας ένα μέρος του. Ενώ την καρδιά του ο Δίας την προσέφερε στη Σεμέλη, κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας. Εκείνη τότε έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο το νέο Διόνυσο.

Σύμφωνα όμως με το μύθο η Σεμέλη του ζήτησε να φανερωθεί μπροστά της με όλη του τη δύναμη. Τότε ο θεός, για να την ευχαριστήσει, το έκανε. Ανήμπορη όμως να αντέξει στη θέα των αστραπών, που περιέβαλλαν τον εραστή της, έπεσε κεραυνοβολημένη. Ο Δίας γρήγορα της απέσπασε το παιδί που κυοφορούσε και που ήταν ακόμη έμβρυο έξι μηνών. Το έραψε στο μηρό του και όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος της κύησης, το παιδί βγήκε από εκεί καλοσχηματισμένο και ζωντανό. Ήταν ο μικρός Διόνυσος, ο θεός «που γεννήθηκε δύο φορές» και για το λόγο αυτό ονομάστηκε  πυριγενής μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος.

Η συγγένεια της ζαγρεϊκής με τη διονυσιακή λατρεία φαίνεται στο κατασπάραγμα του Ζαγρέως όταν αυτός είχε τη μορφή ταύρου. Η δε ανάγνωση των πινακίδων της Γραμμικής Β΄ Γραφής αποκαλύπτει την καταγωγή του Διόνυσου από την προϊστορική Κρήτη. (Παναγή Λεκατσά: Διόνυσος, καταγωγή και εξέλιξη της διονυσιακής θρησκείας)

Στη δε Κρήτη οι κάτοικοι του νησιού, λάτρεις του Ζαγρέως,  μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα, διατηρούσαν ως έθιμο ν’ ανεβαίνουν στα βουνά και σε κατάσταση ιερής μανίας με ενθουσιαστική μουσική έτρωγαν ένα ταύρο.

Πέραν όμως των άλλων το κοινό στοιχείο στις λατρευτικές τελετές του είναι το στοιχείο της έκστασης, ενίοτε της οργιαστικής φρενίτιδας, που απελευθερώνει από τις φροντίδες της καθημερινότητας, προσδίδοντάς του την προσωνυμία «Λύαιος» ή Λύσιος γιατί έλυε τις πίκρες και τις στενοχώριες.

Ενώ τ’ όνομά του συνδέθηκε με μία από τις αρτιότερες μορφές του ελληνικού λόγου, το δράμα. Μάλιστα προς τιμήν του διοργανώνονταν μεγαλοπρεπείς γιορτές, όπως τα Κατ’ αγρούς Διονύσια, τα Λήναια, τα Ανθεστήρια και τα Μεγάλα Διονύσια.

Ο Νόννος ο Πανοπολίτης, από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου, υπήρξε σημαντικός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας του 5ου αιώνα μ.Χ.. Το κυριότερο και γνωστότερο έργο του είναι τα “Διονυσιακά” – ένα έπος αποτελούμενο από 48 βιβλία (ραψωδίες) γραμμένο σε 21.000 εξάμετρους στίχους. Ο ποιητής σε αυτό το έργο ξεδιπλώνει ένα πλήθος από μυθολογικά στοιχεία που διατρέχουν τη ζωή του θεού, από την γέννηση έως την αποθέωσή του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αναφέρεται στην μεγάλη του εκστρατεία με τους ακολούθους του στην Ινδία «Ινδιάδα» μετά τη σχετική προσταγή του Δία. Η οποία τελικά καταλήγει στην ήττα των ινδών.

Ο Μ. Αλέξανδρος, μας λέει ο Αρριανός, κατά την εκστρατεία του στην Ασία, συνάντησε Έλληνες στην πόλη Νύσσα, από το Διο-Νυσσος από την εκστρατεία του Διονύσου και καλλιεργούσαν την άμπελο που τους δίδαξε ο Διόνυσος.

«[4] Νυσαῖοι δὲ οὐκ Ἰνδικὸν γένος ἐστίν, ἀλλὰ τῶν ἅμα Διονύσῳ ἐλθόντων ἐς τὴν γῆν τὴν Ἰνδῶν, τυχὸν μὲν Ἑλλήνων, ὅσοι ἀπόμαχοι αὐτῶν ἐγένοντο ἐν τοῖσι πολέμοισιν οὕστινας πρὸς Ἰνδοὺς Διόνυσος ἐπολέμησε, τυχὸν δὲ καὶ τῶν ἐπιχωρίων. [5] τοὺς ἐθέλοντας τοῖσιν Ἕλλησι συνῴκισε, τήν τε χώρην Νυσαίην ὠνόμασεν ἀπὸ τοῦ οὔρεος τῆς Νύσης Διόνυσος, καὶ τὴν πόλιν αὐτὴν Νῦσαν.» (Αρριανού – Ινδική)

Γίνεται εμφανές λοιπόν πως η νικηφόρα εκστρατεία του Διόνυσου στην Ανατολή, η οποία πλην των άλλων αναφέρεται και στις Βάκχες του Ευριπίδη, συνδέθηκε εκ των υστέρων με χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κατορθωμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μιας και θεωρήθηκε ο  πρόδρομος ως ένα βαθμό, και εμπνευστής της δικής του εκστρατείας.

Κλείνοντας, από το στόμα του Διόνυσου, στις “Βάκχες” του Ευριπίδη, μαθαίνουμε τους τόπους, στους οποίους περιηγήθηκε ο θεός, ο οποίος εισέρχετο σε αυτές καβάλα πάνω σε γάιδαρο (όνο). Εικόνα που μας παραπέμπει στην είσοδο του Ιησού στην πόλη της Σιών (Ιερουσαλήμ) καβάλα πάνω σε όνο «ἰδοὺ ὁ Βασιλεύς σου, ἔρχεταί σοι πραῢς καὶ σῴζων, καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ πῶλον ὄνου, …»:

«Ήρθα στη πόλη αυτή ( τη Θήβα ), την πόλη των Ελλήνων,
τη χρυσοφόρα αφήνοντας τη γη των Λυδών και των Φρυγών
κι επέρασα από των Περσών τους λιοκαμένους κάμπους,
τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη,
τη ζάπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη
που απλώνει ως τη θάλασσα, που Έλληνες και βάρβαροι
ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι.
Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες
και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήλθα δω για να φανώ
θεός μπρος στους ανθρώπους.
Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων
να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν
με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν
κισσόδετο κοντάρι…»

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο