Ο μονόλογος ενός τρελού

της Γιώτας Αγαπητού

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του Νοέμβρη στο παλιό σαλόνι ενός  νεοκλασικού σπιτιού στο κέντρο της Αθήνας, ο Ιάσονας και ο Φαίδωνας μόλις έχουν γυρίσει από τον ψυχίατρο που παρακολουθεί εδώ και δέκα χρόνια τον Ιάσονα. Σύμφωνα με το γιατρό ο ασθενής του δεν έχει κάποιο ψυχιατρικό πρόβλημα, όμως εκείνος επιμένει ότι είναι βαριά άρρωστος.

Οι δύο άντρες είναι γόνοι της οικογένειας Φιλιππόπουλου. Αστών  εμπόρων με ρίζες από τη Μεσσηνιακή Μάνη. Εκεί, όπου ακόμα και τώρα περήφανο δεσπόζει το αρχοντικό τους. Ο Φαίδωνας, ο μεγαλύτερος γιος και προστάτης της οικογένειας δεν παντρεύτηκε ποτέ, αφιερώνοντας έτσι τη ζωή του στους γονείς του, που τώρα πια είναι υπερήλικες.

Ο μικρότερος γιος, ο Ιάσονας, είχε φύγει στη Γαλλία για να σπουδάσει ζωγράφος. Εκεί γνώρισε τη Λίλη, που ήταν χορεύτρια σε καμπαρέ στο Παρίσι. Μαζί της έζησε έναν παθιασμένο έρωτα που τους οδήγησε στο γάμο και στην απόκτηση δύο παιδιών. Ύστερα από ένα τροχαίο ατύχημα που είχε με τη μηχανή του στους επαρχιακούς δρόμους έξω από το Μπορντώ αποφάσισε, σαν άλλος άσωτος υιός που συνεχίζει όμως να είναι κακομαθημένος, να γυρίσει πίσω στους γονείς του.

Εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα του Νοέμβρη, επιστρέφοντας για μία ακόμα φορά από το γιατρό, ο Ιάσονας με τη βοήθεια του Φαίδωνα παρουσίασε ένα από εκείνα τα γεμάτα θεατρινισμό ξεσπάσματα που τώρα πια δεν συγκινούσαν κανέναν. Εξάλλου, ο Φαίδωνας έχει μάθει να υπομένει τα ξεσπάσματα του αδερφού του.

Ιάσονας: Πού πας; Μην μ’ αφήνεις μόνο στο μισοσκότεινο δωμάτιο, φοβάμαι! Από παιδί μ’ ακολουθεί αυτός ο φόβος. Ίσως και να ‘ναι υποσυνείδητα ο φόβος του θανάτου. Πάντα φοβόμουν το θάνατο και την απόρριψη. Και το σκοτάδι έχει το χρώμα της απόρριψης. Μην ανάβεις όμως το φως. Μου αρέσουν οι σκιές από τα παλιά έπιπλα, έτσι που πέφτουν επάνω στους λερωμένους από το χρόνο και τη σκόνη τοίχους. Είμαι και γω μία από   αυτές τις μισές σκιές με το κομμένο μου πόδι. Να ‘ξερες πόσες φορές πενθώ για κείνο το πόδι που έχασα. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό το ανοιξιάτικο πρωινό κοντά στο Μπορντώ όταν μετά από έναν ακόμη καβγά με τη Λιλή πήρα τη μηχανή και άρχισα να τρέχω σαν τον άνεμο μέχρι εκείνη τη στροφή και μετά το μόνο που θυμάμαι είναι το ψυχρό δωμάτιο ενός νοσοκομείου και γω ξαπλωμένος  πάνω σ’ ένα κρεβάτι με το κομμένο μου πόδι τυλιγμένο μ’ επιδέσμους ν’ αιμορραγεί και να πονάει.

Ξέρεις Φαίδωνα ακόμα και τώρα μετά από τόσα χρόνια πονάει. Υπάρχουν μέρες που το αίμα πλημυρίζει τις σκέψεις μου. Πονάω φριχτά στο στήθος. Φέρε μου κάτι να κατευνάσει το άγχος μου. Θα τρελαθώ! Δεν αντέχω, θέλω να κλάψω.

Αχ Λιλή, έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που έχω να σε δω. Άραγε να γέρασες όπως και γω;

Θυμάμαι όταν χόρευες, θύμιζες κύκνο που απλώνει τα φτερά του πάνω στη λίμνη. Ήσουν τόσο όμορφη και ξεχωριστή πάνω στη σκηνή! Από σένα πήρανε την ομορφιά τους η Cecille και η Fanny, οι δυο μας κόρες. Υπάρχουν στιγμές που μου λείπετε αφόρητα. Πολύ θα ‘θελα ν’ ακούσω τις φωνές σας και ν’ αγγίξω τα πρόσωπά σας. Άραγε οι κόρες μας με θυμούνται καθόλου, αλλά και για ποιο λόγο να το κάνουν; Εξάλλου, όταν έφυγα ήταν μόλις εφτά χρονών. Ίσως τώρα να ‘χουν αλλάξει το επίθετό τους ή μπορεί και να ‘χουν παντρευτεί.

Φαίδωνα, μπαμπάκα που είσαι; Το κομμένο μου πόδι αιμορραγεί. Βοήθεια! Μα δεν υπάρχει κανείς μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

Πού να πήγαν όλοι άραγε;

Πόσο μόνος νιώθω αυτή τη στιγμή.

Παγώνω! Κάνει τόσο κρύο εδώ μέσα.

Όμως κοίτα! Δεν είμαι τελείως μόνος. Το φεγγάρι έξω από το παράθυρο μου κρατάει συντροφιά. Μαζί με τον ουρανό είναι οι μόνοι που με καταλαβαίνουν. Γιατί στ’ αλήθεια ποτέ κανείς δεν θέλησε να με καταλάβει. Όλοι πάντα με θεωρούσαν εγωιστή και επιπόλαιο.

Ποιον; Εμένα. Που πάντα σκεφτόμουν να μην πληγώσω τους άλλους,  υποκρινόμενος πως είμαι καλά ώστε να μην περάσει ποτέ από το μυαλό τους ότι εξαιτίας τους πλήγωνα τον εαυτό μου.

Όταν έφυγα για τη Γαλλία το μόνο που μ’ ενδιέφερε ήταν να γίνω διάσημος ζωγράφος, μόνο και μόνο για να κάνω περήφανους τους Μανιάτες γονείς μου. Ο Φαίδωνας όμως, ο γλυκός μου πατερούλης, θύμωσε πολύ που δεν έμεινα εδώ για ν’ ασχοληθώ και γω με την οικογενειακή επιχείρηση. Ποτέ όμως δεν κατάλαβε ότι εγώ το έκανα για να την αναλάβει αυτός εξ’ ολοκλήρου, γιατί τον θεωρούσα ικανότερο. Και όμως, αντί για ευχαριστώ από μέρους του έλαβα μόνο το θυμό του. Όταν μετά το ατύχημα με τη μηχανή βγήκα από το νοσοκομείο αντί να γυρίσω στη Λιλή και στα παιδιά μας, εγώ γύρισα στην Ελλάδα και στους γονείς μας και κείνη, για φαντάσου, με κατηγόρησε άδικα ότι τους εγκατέλειψα. Εγώ όμως όλα αυτά τα έκανα για να μην τους γίνω βάρος. Ένας άντρας, δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια, με κομμένο πόδι δε μπορεί να προσφέρει τίποτα στην οικογένειά του.

Βοήθεια πονάω! Θέλω τόσο πολύ να κλάψω, όμως δε θα το κάνω. Όταν ήμασταν μικρά παιδιά ο μπαμπάς μας θυμάμαι μας έλεγε ότι τα αγόρια δεν κλαίνε! Κι όμως μπαμπά, τ’ αγόρια κλαίνε. Και γω δεν ντρέπομαι να κλάψω ακόμα και μπροστά σε σένα και τον Φαίδωνα, τον αγαπημένο μου πατερούλη. Είναι εκείνος που φροντίζει για όλους. Να ‘ξερε πόσο εκνευριστικός γίνεται πολλές φορές γιατί ποτέ δεν παραπονιέται για τίποτα. Είναι τόσο καλός! Μοιάζει στη μαμά. Τη μοναδική γυναίκα που δε ντρέπομαι να το πω, αγαπώ πραγματικά στη ζωή μου. Τη λατρεύω! Τρέμω στην ιδέα μην πάθει κάτι. Όταν έμενα στην Γαλλία ο μόνος άνθρωπος που μου έλειπε ήταν εκείνη. Συγνώμη Φαίδωνα, μου έλειπε αφάνταστα η τρυφερότητα και η αγκαλιά της. Όταν ήμασταν παιδιά ζήλευα όταν την έβλεπα ν’ αγκαλιάζει εσένα και να μιλάει τρυφερά στον μπαμπά. Αχ να ‘ξερες πόσο ζηλεύω ακόμα! Αν παντρευόμουν και πάλι θα ήθελα να βρω μία γυναίκα σαν και κείνη. Τόσο όμορφη. Με κείνα τα μακριά μαύρα μαλλιά και τα μεγάλα αμυγδαλωτά και σπινθηροβόλα μάτια της.

Αχ βρε μαμά δε σου άξιζε ο μπαμπάς. Εσύ ήσουν γεννημένη για πιο μεγάλα πράγματα, αλλά εσύ πήγες και παντρεύτηκες τον άξεστο επαρχιώτη που το μόνο που ήξερε ήταν να φωνάζει στα παιδιά του. Γιατί ρε μαμά; Ακόμα και τώρα που γέρασε δεν παραδέχεται πόσο αδύναμος είναι. Πόσο θυμώνω που νευριάζει όταν με βλέπει να κλαίω. Πολλές φορές όταν ήμουν παιδί είχα πιάσει τον εαυτό μου να τον μισεί. Τον μισώ! Τον μισώ που έχει χρόνο μαζί σου, που τον νοιάζεσαι και τον φροντίζεις όσο και μένα.

Αχ βρε μαμά! Έτσι που το δωμάτιο είναι γεμάτο σκιές θα ‘θελα ν’ αυτοκτονήσω. Δυστυχώς όμως δε μπορώ.

Βοήθεια! Η πληγή από το κομμένο μου πόδι αιμορραγεί. Πονάω. Έξω πρέπει να έχει αρχίσει να βρέχει και η βροχή μαστιγώνει το δρόμο. Το φεγγάρι χάθηκε από το δωμάτιο. Τώρα είμαι τελείως μόνος. Η φασαρία από τ’ αυτοκίνητα και τον κόσμο ταράζει τις σκέψεις μου. Δεν αντέχω το θόρυβο, με κουράζει. Ακόμα και οι άνθρωποι με κουράζουν. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά μαζί τους. Με θεωρούσαν τρελό και ιδιόρρυθμο. Μα εγώ δεν είμαι τρελός. Απλά θέλω κάτι για να γιατρέψει το φόβο που με κυριεύει. Αχ πόσο θα ‘θελα να είχα πίσω το κομμένο μου πόδι και να έτρεχα μακριά από αυτό το σπίτι που με πνίγει.

Διψάω και δε μπορώ να πάω στην κουζίνα να πιω νερό. Ο Φαίδωνας πάλι ξέχασε να μου αφήσει τις πατερίτσες μου.

Φαίδωνααα… πού είσαι; Διψάω! Δεν υπάρχει κανείς να μου φέρει ένα ποτήρι νερό; Θα ‘θελα να μπορούσα ν’ αυτοκτονήσω σαν ένας τέλειος αυτόχειρας μιας άλλης εποχής. Σαν ήρωας ρομαντικού μυθιστορήματος. Δυστυχώς η μόνη που θα στεναχωριόταν και θα αρρώσταινε από θλίψη θα ήταν η μαμά μου. Ίσως και ο Φαίδωνας, που του αρέσει να μας φροντίζει και ας θυσίασε τα όνειρά του για μας. Ο μπαμπάς μου όμως θα ένοιωθε ανακούφιση που δε θα χρειαζόταν πια, όπως λέει, να με φροντίζει και να με ταΐζει. Εκείνος που για να παντρευτεί τη μαμά μου ζήτησε προίκα από τους γονείς της και ας μην το παραδέχτηκε ποτέ.

Βοήθεια! Δεν με ακούει κανείς; Δεν αντέχω την τόση νεκρική σιγή που έχει αυτό το σπίτι. Ευτυχώς που ο άνεμος έξω από το παράθυρο παίζει με τα φύλλα των δέντρων και μου κρατάει παρέα. Όμως και πάλι νοιώθω μόνος. Χρειάζομαι τον Φαίδωνα για να μου δώσει ένα ποτήρι νερό και τις πατερίτσες μου για να μπορέσω να κινηθώ. Ίσως τότε μπορεί και να κατευθυνθώ προς το παράθυρο για ν’ αυτοκτονήσω. Αλλά τι λέω; Αφού φοβάμαι τα ύψη και τα αίματα. Δεν είμαι καλά. Και ας λέει αυτός ο άσχετος ψυχίατρος ότι δεν έχω τίποτα και είμαι ψυχικά υγιής. Ο άσχετος γιατρουδάκος που είναι και καθηγητής ψυχιατρικής. Μόνο εγώ ξέρω πραγματικά πόσο υποφέρω και χρειάζομαι φάρμακα για την ακρωτηριασμένη μου ψυχή.

Φαίδωναα… πού είσαι; Με ξέχασες κι εσύ; Νυστάζω. Πόσο ανάγκη έχω να κοιμηθώ. Αν τα καταφέρω και κοιμηθώ όταν ξυπνήσω ξέρω ότι θα έχω και πάλι κομμένο το πόδι μου που η πληγή του δεν θα έχει σταματήσει να αιμορραγεί.

Νυστάζω.

Υ.Γ. Το κείμενο συνοδεύεται από δύο πίνακες του αργεντίνου σύγχρονου ζωγράφου Fabian Perez.      

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο