room-to-grow-bnner

Νησί Έλις 11 Απριλίου 1900

της Γιώτας Αγαπητού

Μεσάνυχτα και τ’ αστέρια φωτίζουν τον ουρανό, ενώ το κρύο αρχίζει να κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή του.

Ο Νώντας Γιαμαλάκης, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, εδώ και καιρό  βρήκε τον τρόπο ν’ ανεβαίνει σαν τον κλέφτη πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου. Έχοντας χάσει τις μέρες που είναι μέσα στο καράβι συνταξιδεύει   στοιβαγμένος μαζί με άλλες τόσες εκατοντάδες ψυχές για τη Γη της Επαγγελίας. Άνδρες, γυναίκες, αλλά και ελάχιστες οικογένειες που ονειρεύονται πως στο τέλος του ταξιδιού όλα θα πάνε καλά. Προς το παρόν  όμως έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τις ψείρες, τη ναυτία και την αφόρητη μυρωδιά του εμετού.

Άνθρωποι που ζουν με την ελπίδα ότι στην απέναντι άκρη του Ατλαντικού ίσως και να φανούν πιο τυχεροί απ’ ότι στην πατρίδα τους. Μιας και η χώρα τους έχει γίνει παράδεισος των τοκογλύφων, των τσιφλικάδων και των ανύπαρκτων και άβουλων πολιτικών που τους διώχνουν μακριά. Ψυχές στοιβαγμένες σαν εμπορεύματα, χωρίς καμία αξία, όπου κάποιοι απ’ αυτούς υποθήκευσαν τα λιγοστά τους υπάρχοντα που είχαν στην πατρίδα, αλλά και την μετέπειτα εργασία τους στην Αμερική, στους περιβόητους πατρόνες.

Ο Νώντας σκεφτόταν πως ήταν τυχερός που δεν είχε πέσει, λόγω του πατέρα του, στα χέρια των πατρώνων. Κάθε φορά που πάνω στο κατάστρωμα έβλεπε το βαπόρι να διασχίζει τη θάλασσα το μυαλό του ταξίδευε μίλια μακριά στο αγαπημένο του νησί, την Κάλυμνο. Εκεί, όπου άφησε πίσω του τους γονείς του και τις τρεις μεγαλύτερες αδερφές που ήταν της παντρειάς. Ο πατέρας του ήταν δύτης και δούλευε σε σφουγγαράδικα, μέχρι εκείνο το τελευταίο ταξίδι πριν από δύο περίπου χρόνια.

Έτσι όπως κοίταζε τ’ αστέρια οι σκέψεις του επέστρεφαν σε κείνες τις μέρες που το νησί από το Φλεβάρη μέχρι και όλο το Μάρτη ετοιμαζόταν ν’ αποχαιρετίσει τα καΐκια για το μεγάλο ταξίδι. Θυμάται τον πατέρα του να παίρνει το πλάτικο – την προκαταβολή – από τον Καπετάν Θεόφιλο, την οποία θα του κρατούσε αργότερα από το μισθό με σκοπό να τον πάρει μαζί του στο δικό του καΐκι. Τη μάνα του μαζί με τις άλλες γυναίκες του νησιού να κάνουν  τα ποκινήματα – τις ετοιμασίες –  και να φτιάχνουν γαλέτες και καβουρμά για τους άνδρες που θα τα έτρωγαν όσο θα έλλειπαν στη θάλασσα για να μαζέψουν τα πολυπόθητα σφουγγάρια.

Η μέρα αναχώρησης των καϊκιών ήταν ημέρα γιορτής, αλλά και λύπης. Εκείνες τις στιγμές αναπολούσε ο Νώντας όταν ανέβαινε κλεφτά τα βράδια στο κατάστρωμα του πλοίου, γιατί δεν άντεχε την αποπνικτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε κάτω στ’ αμπάρια εξαιτίας όχι μόνο της δυσοσμίας, αλλά και των ουρλιαχτών πολλών επιβαινόντων της τρίτης θέσης που λόγω των άσχημων συνθηκών που επικρατούσαν αποτρελαίνονταν.

Ο Νώντας είχε καταφέρει τα βράδια να κυκλοφορεί στο πλοίο χωρίς να γίνεται αντιληπτός από κανένα. Ανέβαινε σαν σκιά στους πάνω ορόφους και χάζευε τους κομψευόμενους κύριους και κυρίες που διέμεναν σε καθαρές και πολυτελείς καμπίνες της πρώτης και δεύτερης θέσης, τρώγοντας στ’ ακριβά εστιατόρια του καραβιού. Ταξιδευτές και κείνοι για την Αμερική που τους περίμενε ως εκλεκτούς επισκέπτες. Στο Νώντα έκαναν εντύπωση τα πρωτευουσιάνικα ρούχα, τα κομψά κοστούμια των αντρών με το περιποιημένο μουστάκι τους, αλλά και τα μεγάλα καπέλα και τα μακριά φουστάνια με τους φαρμπελάδες των γυναικών. Πάλι όμως η μνήμη του ανέτρεχε στους ανθρώπους του νησιού, τη μάνα του και τις άλλες γυναίκες με τα λιτά φορέματα, την ποδιά στη μέση, αλλά και το δεμένο μαντίλι στα μαλλιά.

Είχε περάσει πάνω από ένας μήνας που πήγε από την Κάλυμνο για τον Πειραιά και από εκεί για την Αμερική. Εξάλλου, αν και πάντα ονειρευόταν να φύγει μακριά, για εκείνον ο πατέρας του είχε άλλα όνειρα. Να τον κάνει καπετάνιο σε σφουγγαράδικο. Ο Νώντας όμως δεν ήθελε να καταντήσει σαν τόσους άλλους δύτες ημιπαράλυτους. Άλλωστε, δεν τον κατηγορούσε τον πατέρα του, μιας και προέρχονταν και κείνος από οικογένεια σφουγγαράδων που προς το παρόν είχε φανεί τυχερή και δεν είχε μείνει κανένας ανάπηρος. Γι’ αυτό και κάθε φορά που έκανε προσπάθεια να τους μιλήσει για τ’ όνειρά του που ήταν να φύγει μακριά από το νησί, εκείνοι του κόβανε την κουβέντα.

Άνοιξη του 1898. Από τις παραμονές του ταξιδιού η μάνα του Νώντα δεν είχε καλό προαίσθημα, γι’ αυτό και εκλιπαρούσε τον άντρα της να μη σαλπάρει. Αυτός όμως δεν  την άκουσε. Εξάλλου, τα λεφτά που θα έπαιρνε ο άντρας της από το ταξίδι γνώριζε πως τα είχαν ανάγκη, μιας και είχαν τρεις κόρες της παντρειάς και ο γιος τους ήταν μόνο δεκατριών χρονών παιδί.

Την ημέρα της αναχώρησης των καϊκιών, καθώς οι γυναίκες φορούσαν τ’ άσπρα μαντίλια στη γιορτή του αποχωρισμού, πριν φορέσουν τα μαύρα μαντίλια μέχρι την ώρα της επιστροφής τους, η μάνα του Νώντα φόρεσε από την αρχή το μαύρο μαντίλι, προαισθανόμενη το κακό που θα ερχόταν.

Το καλοκαίρι όταν έφτασε στο νησί το «πακέτθο» – το μεγάλο καΐκι που έφερνε τα σφουγγάρια που είχαν μέχρι τότε αλιευτεί, αλλά και τα νέα των ναυτικών – ήρθε και ο πατέρας του Νώντα ημιπαράλυτος, μελαγχολικός και απότομος, παραδομένος στη μοίρα των σφουγγαράδων. Ήταν η ώρα πια ο Νώντας να πάρει τη μοίρα τη δική του αλλά και της οικογένειάς του στα χέρια του. Όταν είπε στους γονείς του ότι θα έφευγε στην Αμερική, παρόλο που εκείνοι ήταν αντίθετοι, αυτός τους έπεισε ότι ήταν η μόνη λύση για να καλοπαντρευτούν οι αδερφές του. Όταν έγινε δεκαπέντε χρονών ο πατέρας του μαζί με την ευχή του του έδωσε και τα χρήματα που μάζευε για τις προίκες των κοριτσιών, γιατί δεν ήθελε ο γιος του να έχει καμία σχέση με τους πατρόνες που θα εκμεταλλεύονταν εκείνον και την οικογένειά του, μιας και είχε ακούσει ότι καταχρόνταν πολλούς από τους μετανάστες που πήγαιναν στην Αμερική. Έτσι λοιπόν, μετά από τις ανάλογες ενέργειες, αφού έβγαλε το πολυπόθητο εισιτήριο για την Αμερική, ταξίδεψε ένα όμορφο πρωινό του Μάρτη του 1900 με το πλοίο «Αυστροαμερικάνα» ενώ η μπάντα του δήμου αποχαιρετούσε τους ταξιδιώτες παίζοντας θριαμβευτική μουσική, και από το κατάστρωμα οι κομψευόμενοι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσης παρακολουθώντας χαιρετούσαν το πλήθος.

Στ’ αμπάρια του καραβιού άνθρωποι απ’ όλες τις γωνιές της χώρας στοιβαγμένοι σαν εμπορεύματα, εμβολιασμένοι και ξεψειριασμένοι ονειρεύονταν ένα καλύτερο μέλλον. Ο χώρος μύριζε παστουρμά, κρεμμύδια, ελιές, παξιμάδια, τυρί και μπόλικο ιδρώτα.

Ο Νώντας καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δεν είχε πολλά πάρε δώσε με κανέναν, φυλάγοντας με θρησκευτική ευλάβεια μέσα στον κόρφο του τα λεφτά της οικογένειας. Ονειρευόταν ότι με αυτά τα χρήματα, όπως τόσοι άλλοι συνομήλικοι του στη Νέα Υόρκη, θ’ αποκτούσε το δικό του καροτσάκι σε κάποια γωνιά της πόλης πουλώντας μικροπράγματα όπως: γλυκά, φρούτα και λουλούδια. Πολλές φορές κοιτούσε με συμπόνια, αλλά και καχυποψία τους συνεπιβάτες του. Αγόρια, άλλα μικρότερα και άλλα μεγαλύτερα καχεκτικά, μην έχοντας τα περισσότερα τελειώσει το δημοτικό, άβγαλτα και ρακένδυτα  ονειρευότανε να κάνουν και κείνα πατρίδα τους την Αμερική. Σύγχρονοι δούλοι που κάποιοι από αυτούς είχαν ήδη πουλήσει τη ζωή τους στους Έλληνες πατρόνες. Πολλοί ταξιδευτές πιάνανε κουβέντα μεταξύ τους και γινόταν στήριγμα ο ένας για τον άλλο καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, που   ίσως όμως και να μην ξανασυναντιόντουσαν ποτέ.

Ο Νώντας από τη γωνιά του παρατηρούσε όλα όσα γινόταν και προσπαθούσε να μη χάνει το θάρρος του ακόμα κι όταν οι ψείρες του ρουφούσαν το αίμα. Ήξερε ότι έπρεπε να φτάσει υγιής στη νέα πατρίδα. Οι ελάχιστες φορές που λύγισε ήταν όταν είδε κάποιους από τους συνταξιδιώτες που είχαν αρρωστήσει και πεθάνει να τους ρίχνουν στη θάλασσα, τότε εκείνος ανέβαινε στο κατάστρωμα μέχρι να ξημερώσει.

Είχαν περάσει είκοσι μέρες πάνω στο πλοίο, σε δύο μέρες το καράβι θα έφτανε στη Νέα Υόρκη και οι επιβάτες, κυρίως των αμπαριών, θα μπαίνανε σε καραντίνα. Ο Νώντας το τελευταίο βράδυ του ταξιδιού πάνω στο κατάστρωμα, βλέποντας από μακριά το Άγαλμα της Ελευθερίας ένοιωσε να τον καλωσορίζει, θεωρώντας το ως σημάδι πως όλα θα πάνε καλά. Πολλοί όμως από τους επιβάτες του αμπαριού από φόβο μήπως και τους απορρίψουν πηδούσαν στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού με σκοπό να φτάσουν σε κάποια απομακρυσμένη ακτή μακριά από τους ελεγκτές.

Το καράβι επιτέλους έπιασε λιμάνι. Οι επιβάτες του την επόμενη μέρα μεταφέρθηκαν στο νησί Έλις ή «Καστιγγάρι» όπως το είχαν ονομάσει οι Έλληνες μετανάστες. Εκεί ο Νώντας Γιαμαλάκης έμεινε μαζί με τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες γι’ αρκετές μέρες περνώντας από τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Οι συνθήκες παραμονής για τους επιβάτες των αμπαριών ήταν άθλιες. Στοιβαγμένοι σε κελιά, άνθρωποι από διάφορες χώρες ήλπιζαν σ’ ένα καλύτερο αύριο, περιμένοντας καρτερικά τη σειρά τους και τη μεγάλη απόφαση. Ο Νώντας κρατώντας στα χέρια του τα χαρτιά και τα χρήματα είδε μπροστά στα μάτια του πολλούς από τους μετανάστες να τους απορρίπτουν. Χωρίς να το καταλάβει έφτασε μπροστά στους ελεγκτές και κείνοι μ’ ένα μπλε μελάνι έβαλαν πάνω στα χαρτιά του τη λέξη Ok, δείχνοντάς του τη νέα του πατρίδα.

Ο Νώντας φεύγοντας βιαστικά από το νησί Έλις χάθηκε στους δρόμους της Νέας Υόρκης, της πόλης που από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε την ένιωσε σαν πατρίδα του.

Το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα έγραφε 11 Απριλίου 1900.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο