room-to-grow-bnner

Μια τρυφερή ιστορία αλλιώτικη από τις άλλες

της Γιώτας Αγαπητού

Η Χρύσα γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Θράκης. Το πατρικό όπου ζούσε ήταν ένα μεγάλο σπίτι φτιαγμένο από πέτρα και ξύλο που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι προγονοί της είχαν έρθει από την Ανατολική Ρωμυλία για να κάνουν μία νέα αρχή. Τα χρόνια έφευγαν και το σπίτι περνούσε από γενιά σε γενιά.

Γεννήθηκε ένα χειμωνιάτικο πρωινό του Νοέμβρη. Η μάνα της γέννησε με τη βοήθεια της μαμής του χωριού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα γύρω στα εβδομήντα, η οποία είχε ξεγεννήσει σχεδόν όλες τις γυναίκες του τόπου. Σ’ ένα χωριό που κατοικούνταν από εργάτες και καλλιεργητές καπνού, των οποίων η μοίρα ήταν προδιαγεγραμμένη.

Η Χρύσα ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά της Χαρίκλειας και του Μηνά Ναούτογλου. Στη γειτονιά της ήταν το μοναδικό κορίτσι, γι’ αυτό και έκανε παρέα παίζοντας κρυφτό, πετροπόλεμο και κυνηγητό με τ’ αγόρια, τα οποία τις άρεσε να τα παιδεύει. Εξάλλου, έτσι της είχε διδάξει η καταπιεσμένη γυναικεία φύση της. Όταν δεν έπαιζε στις αλάνες της γειτονιάς έπαιζε με μία παλιά κούκλα που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της. Μια κούκλα που ήταν βγαλμένη από άλλες εποχές. Όταν οι μαμάδες φώναζαν τα βράδια τα παιδιά τους να σταματήσουν το παιχνίδι και να επιστρέψουν στο σπίτι, έχοντας τα γόνατα ματωμένα και σκονισμένα από το παιχνίδι, εκείνη έπαιρνε τις νερομπογιές της και ζωγράφιζε κόσμους μαγικούς. Ονειρεύονταν πόλεις μακρινές πιστεύοντας πως  κάποια μέρα θα τις επισκεπτόταν.

Ο Κοσμάς ήταν γειτονόπουλο και συνομήλικος με τη Χρύσα. Τη λάτρευε και δεν της χαλούσε ποτέ το χατίρι. Πολλές φορές την άφηνε να τον κερδίζει στα παιχνίδια που παίζανε μαζί. Εξάλλου, αγάπη είναι να βλέπεις τον άλλο ευτυχισμένο. Τα χρόνια περνούσαν με τα δύο παιδιά να είναι πολύ δεμένα μεταξύ τους. Η Χρύσα ονειρεύονταν την ώρα που θα έφευγε από το χωριό της. Οι γονείς της όμως ένοιωθε πως θα ήταν αρνητικοί σε μία τέτοια απόφαση. Για τα παιδιά τους έβλεπαν ένα μέλλον που θα διαδραματίζεται μέσα στο χωριό. Άλλωστε δεν είχαν φύγει πότε και οι ίδιοι από τον τόπο τους για να έχουν μία τέτοια εμπειρία. Εξάλλου, αγόρια υπήρχαν πολλά για να διαλέξει η μονάκριβη κόρη τους όταν θα έφτανε η ώρα να παντρευτεί. Σε αντίθεση με τ’ αδέρφια της όμως, η Χρύσα είχε μεγάλα όνειρα για τη ζωή.

Στο μόνο ζωντανό πλάσμα που εξομολογούνταν τα μυστικά της ήταν η Πίσπη. Μία κεραμιδόγατα που γεννήθηκε λίγους μήνες μετά τη Χρύσα. Άσπρη με μεγάλες καφετή κηλίδες στην πλάτη. Είχε μάθει να τρώει μέσα από τα χέρια της και της άρεσε να κουρνιάζει σαν μικρό παιδί στην αγκαλιά της για ν’ ακούει τα όνειρά της για το μέλλον που έφταναν μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου. Η Χρύσα πίστευε ότι οι γονείς της θα ήταν ευτυχισμένοι αν την έβλεπαν να είναι καλά. Ήταν όμως δύο άνθρωποι που δεν μπορούσαν να δουν τον κόσμο όπως τον έβλεπε η κόρη τους.

Ο Κοσμάς της έλεγε πολλές φορές ότι ήθελε και κείνος να φύγει απ’ το χωριό, αλλά φοβόταν. Μιας και εκεί θα είχε μία προκαθορισμένη και ασφαλή ζωή, όπου τα καπνά θα του εξασφάλιζαν ένα σίγουρο εισόδημα. Φοβόταν όμως ότι θα έχανε τη Χρύσα αν δεν την ακολουθούσε και ήταν έτοιμος, όπως έλεγε, να θυσιάσει τη ζωή που του είχαν ήδη σχεδιάσει.

Στην τελευταία τάξη του λυκείου η Χρύσα είχε αριστεύσει, κάτι που έκανε υπερήφανους τους γονείς της, αλλά και τους καθηγητές. Γι’ αυτό το λόγο έδωσε κρυφά εξετάσεις για να περάσει στο πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Οι γονείς της καταλάβαιναν ότι το παιδί τους δεν ήταν για το χωριό, που ήταν τόσο μικρό για κείνη και τα όνειρα που φώλιαζαν μέσα της.

Τα βράδια, όταν εκείνη διάβαζε, της κρατούσε συντροφιά η Πίσπη που δεν έφευγε καθόλου από το πλευρό της. Τη συνόδευε στο σχολείο και το μεσημέρι την ακολουθούσε μέχρι το σπίτι. Ήταν η πιο πιστή της φίλη. Εξάλλου, στην τελευταία τάξη του λυκείου η Χρύσα είχε κλειστεί στα βιβλία της και στα όνειρά της.

Τους γονείς της τους έβλεπε όσο μπορούσε λιγότερο, ενώ τον Κοσμά τον έβλεπε μόνο στο σχολείο. Είχαν μεγαλώσει πια. Τα θέλω τους τους οδηγούσαν σε διαφορετικούς δρόμους. Εκείνος είχε αποφασίσει να μείνει στο χωριό του και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να τελειώσει το σχολείο και ν’ ασχοληθεί με τα καπνά. Η Χρύσα στο πρόσωπο του παλιού της φίλου έβλεπε πια μόνο την αθωότητα των παιδικών της χρόνων που πέρασαν. Συνοδοιπόρο σε αυτό το ταξίδι είχε όμως την Πίσπη. Την κεραμιδόγατα με τα τεράστια θλιμμένα μάτια, που την κοίταζε με αγάπη λες και ένοιωθε πως σε λίγο καιρό θα έχανε για πάντα τη φίλη της. Αν και η Χρύσα θα ήθελε πολύ να την πάρει μαζί της όπου κι αν πήγαινε, εκείνη είχε πια γεράσει.

Αρχές καλοκαιριού και η Χρύσα συμπλήρωνε το μηχανογραφικό με τα πανεπιστήμια της επιλογής της. Επιλογές που δεν  χρειάστηκε ν’ ανακοινώσει στους γονείς της, οι οποίοι τις είχαν καταλάβει ήδη εδώ και πολύ καιρό. Το μόνο που ήθελαν πια, παραμερίζοντας τα δικά τους όνειρα γι’ αυτήν, ήταν να δουν την κόρη τους ευτυχισμένη. Δυστυχώς όμως δεν μπορούσαν να της το δείξουν γιατί και οι δικοί τους γονείς δεν τους είχαν συμπεριφερθεί ποτέ με αγάπη και τρυφερότητα. Το τελευταίο διάστημα η Πίσπη δεν έφευγε στιγμή από το πλευρό της Χρύσας. Τα βράδια καθόταν στο προσκεφάλι της και γουργούριζε δίπλα στο πρόσωπό της. Ένοιωθε ότι θα έχανε για πάντα τη μοναδική της φίλη, που θ’ άνοιγε τα φτερά της για να κατακτήσει τον κόσμο.

Ο καιρός πέρασε γρήγορα και η Χρύσα θα πήγαινε να σπουδάσει στη Νομική Αθηνών. Οι γονείς της το μόνο που της είπαν γεμάτοι πικρία καθώς έφευγε ήταν «ελπίζουμε να πήρες τη σωστή απόφαση». Ο Κοσμάς, αγκαλιάζοντάς τη σφιχτά, της ευχήθηκε καλή επιτυχία γιατί το άξιζε και της ζήτησε συγνώμη που δεν είχε τη δύναμη να φύγει και κείνος από το χωριό του. Η Χρύσα όμως για το μόνο ζωντανό πλάσμα που στενοχωριόταν πλέον ήταν η Πίσπη, την οποία θ’ άφηνε πίσω όταν θα έφευγε από το χωριό.

Φθινοπώριασε, σε λίγη ώρα το λεωφορείο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα θα έφτανε. Με μία βαλίτσα στο χέρι αγκάλιασε για τελευταία φορά την Πίσπη. Τα τεράστια μάτια της κεραμιδόγατας δάκρυσαν και σαν ένα θλιμμένο νιαούρισμα να βγήκε μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής της. Η Χρύσα με δάκρια στα μάτια έκλεισε την πόρτα πίσω της. Εξάλλου ήταν ώρα να φύγει για ν’ αγγίξει τα όνειρά της.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο