Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 9ο

«Το πολιτειακό σύστημα οργάνωσης της αρχαίας Σπάρτης & η συμμετοχή των πόλεων-κρατών στους πανελλήνιους αγώνες»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου 

– Αυτό το Δημοκρατικό σύστημα υπήρχε μόνο στην Αθήνα; Στην Σπάρτη που ήταν η άλλη μεγάλη δύναμη της εποχής εκείνης τι σύστημα υπήρχε;

Το Δωρικό ιδεώδες ακολούθησε την αρχή της δικής του εσωτερικής αναγκαιότητας προς την κατεύθυνση της ακμής  και  της τελείωσης του, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την μορφική τελειότητα του Απολλώνιου κάλους.

Κατά τον Φιλόσοφο και Διευθυντή του Ινστιτούτου Φιλοσοφικών Ερευνών Απόστολο Πιερρή ο γόνιμος πυρήνας του Ελληνισμού συνιστά το ιδεώδες της φυσικής τελειότητος. (Περί Τέλους, Φιλοσοφική τετραλογία). Ενώ αντιστοίχως  σε άρθρο του με θέμα (Κρίση ταυτότητας του νεοελληνισμού – και πρώτα στο πολιτειακό) «http://philosophical-research.org/» θα επισημάνει πως το θαύμα της Κλασσικής Αθήνας δεν είναι για κάθε τόπο και χρόνο. Επρόκειτο για μια πόλη-κράτος με δυναμική αιχμής κοσμοϊστορικών εξελίξεων. Η μεγάλη διεύρυνση των ορίων του Κράτους και κυρίως η αυξημένη ανάγκη σταθεροποίησης της πολιτικής εξουσίας υπό ποικίλες συνθήκες και με ήσσον ιστορικό δυναμικό, επιβάλλουν έναν δεύτερο πλου στη συγκρότηση της κοινωνίας προς μέγιστη ελευθερία και μέγιστο αποτέλεσμα. Η αρχαία απάντηση σε αυτή την απαραίτητη προσαρμογή δόθηκε με την θεωρία και πρακτική της Μικτής Πολιτείας. Ενός δηλαδή πολιτειακού συστήματος όπου εξουσίες θεσμοθετούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εκφράζονται και να αλληλοεξισορροπούνται όλα τα συστατικά μέρη, συμφέροντα και δυνάμεις της κοινωνίας. Και να συντίθενται η αρχή των μεγάλων αριθμών, η αρχή της αριστείας, η αρχή της επιτυχίας. Πρόκειται για μια πιο γενικευμένη και ουσιαστική μορφή της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, η οποία άλλωστε θεμελιώθηκε στην αρχαία πολιτειακή θεωρία. Για παράδειγμα, στη Σπάρτη τη διαβουλευτική, ολιγαρχική αρχή εξέφραζε η Γερουσία, τη συνολική κοινωνική δύναμη του λαού το Διευθυντήριο των Εφόρων, τη μοναρχική αρχή (εκεί που χρειάζεται η συσσώρευση τελικής αρμοδιότητας και ευθύνης σε ένα άτομο) η κληρονομική βασιλεία, η οποία είχε διχαστεί σε δυο φορείς, και την τελική κρίση έκανε η άπταιστη ορθότητα των μεγάλων αριθμών, η Εκκλησία του Δήμου. Όχι μόνο οι εξουσίες είχαν διαφορετικό ρόλο, δικαιοδοσία και συνεισφορά, αλλά και τελείως διαφορετικό τρόπο συγκρότησης, ώστε να είναι αδύνατη οποιαδήποτε συστηματική συνδιαλλαγή μεταξύ τους.

Ως ένα βαθμό, λοιπόν, το μικτό πολίτευμα της Σπάρτης – νομοθέτης του οποίου σύμφωνα με τις παραδώσεις θεωρείται ο Λυκούργος, περί τα 800 π.Χ., κατόπιν χρησμοδότησης του θεού Απόλλωνος – προσομοίαζε με την πολιτειακή οργάνωση της Κλασικής Αθήνας – παρά την οικονομική της  διαφοροποίηση με τη δεύτερη ως προς την κατοχή του πλούτου, η οποία δεν ενθάρρυνε την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας – διότι εκτός από την κλήρωση και την εκλογή που ήταν η βασική τους διαφορά, διέπονταν σε μεγάλο βαθμό από την αρχή της ισότητας μεταξύ των ομοίων (όμοιος σήμαινε ίσος ή ευπατρίδης) οι οποίοι διέθεταν κλήρο και μπορούσαν να πληρώνουν το σισσίτιό τους. Αυτοί ήταν και οι νόμιμοι Σπαρτιάτες πολίτες, που βασική υποχρεωσή τους ήταν να συμμετέχουν στα κοινά και να είναι καλοί πολεμιστές.

Εν προκειμένω το πρώτο χαρακτηριστικό στοιχείο του σπαρτιατικού πολιτεύματος είναι πως το ανώτατο πολιτειακό όργανο της είναι η Απέλλα (λαϊκή συνέλευση) την οποία χαρακτήριζε η ισορρόπηση και «Απολλώνια» αρμονική σύνθεση των ομοίων στην τελειότερη ή ιδανικότερη μορφή του εαυτού τους, απωθώντας ή αποκλείοντας τους ανόμοιους. Εξού και μία από τις επικρατέστερες ερμηνείες της λέξης Απόλλων που σημαίνει απωθώ, εννοώντας τον εκτοπισμό της προγενέστερης γεωλατρείας από το Μαντείο των Δελφών. Η Απέλλα ασκούσε το Νομοθετικό μόριο της εξουσίας, όπως αντίστοιχα και η εκκλησία του δήμου στην Αθήνα, άλλο εάν έδωσε κάποιες εξουσίες στους πέντε Εφόρους που ήταν  οι αντιπρόσωποι της και εκλέγονταν δια βοής από τη συνέλευση, ασκώντας μεταξύ άλλων το ρόλο της επιτήρησης  της αγωγή των αγοριών, ηλικίας 5 έως 17 ετών. Στην Απέλλα έπαιρναν μέρος όλοι οι πολίτες, που είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ηλικία άνω των 30 ετών, οι οποίοι περιορίζονταν στο να εγκρίνουν ή ν’ απορρίψουν δια βοής τις προτάσεις της Γερουσίας.

Στη δε Γερουσία εκλέγονταν δια βοής από την Απέλλα 28 πολίτες αριστοκρατικής καταγωγής άνω των 60 ετών με ισόβια θητεία, οι οποίοι θα έπρεπε να έχουν εκπληρώσει όλες τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και να έχουν διακριθεί για το ήθος τους, αλλά και οι δύο βασιλείς από τα δύο παραδοσιακά βασιλικά γένη της Σπάρτης, τους Αγιάδες και τους Ευρυποντίδες.

– Απ’ όσα γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο, το 480 π.Χ. η Σπάρτη είχε 8.000 όμοιους.

Είναι αλήθεια ότι οι όμοιοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη και μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα ήταν αυτοί που κυβερνούσαν τη Σπάρτη. Γνωρίζουμε όμως, ότι ο αριθμός τους είχε μειωθεί σε λιγότερο από χίλιους μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνος π.Χ., λόγω των συνεχών συγκρούσεων τους με τις άλλες πόλεις – κράτη και πιθανόν την άρνηση τους να ενώνονται σε οικογένειες με τους περίοικους και τους είλωτες.

Για να συνεχίσω όμως στο θέμα μας, ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σύγκλισης μεταξύ των δύο πολιτευμάτων και αυτό ήταν κοινό παντού στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι οι άρχοντες κληρώνονται για μία μόνο χρονιά στην ζωή τους σε οποιοδήποτε αξίωμα. Έτσι και στη Σπάρτη η θητεία των εφόρων ήταν ενιαύσια και μη επαναλήψιμη. Το ίδιο πρόσωπο δηλαδή δεν μπορούσε να γίνει δύο φορές έφορος. Εκτός από την Γερουσία, η οποία όμως  όπως είπαμε ελέγχονταν από την Απέλλα.  Η Γερουσία λειτουργούσε και σαν ανώτατο δικαστήριο για σοβαρές υποθέσεις, που τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου, με εξορία ή τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι βασιλείς ήταν βέβαια και αυτοί ισόβιοι, αλλά όλη τους η εξουσία ήταν κάτω από τους εφόρους και κάτω από την εκκλησία του δήμου (Απέλλα). Μόνο κατά την περίοδο πολέμου είχαν επαυξημένες εξουσίες- αρμοδιότητες, αλλά και εκεί μόνο κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, όταν τελείωνε η μάχη θεωρούνταν ίσοι.

– Και για ποιο λόγο υπήρχαν δύο βασιλείς;

Όπως είπαμε υπήρχανε δύο βασιλιάδες για να είναι μοιρασμένη η εξουσία. Ουσιαστικά όμως δεν ήτανε βασιλείς με τη σύγχρονη έννοια, αλλά περισσότερο στρατηγοί όπου ο ένας έμενε στην πόλη ώστε να μην μένει χωρίς Στρατηγό και ο άλλος πήγαινε στην εκστρατεία.

Πάντως το δημοκρατικό πολίτευμα με βάση την ομοιότητα ή την ισότητα ήτανε η υποδομή και το επιστέγασμα της ελληνικότητας. Αυτό φαίνεται καθαρά από το ότι όποια πόλη είχε τις βασικές συνταγματικές αρχές που είπαμε, δηλαδή πρώτον ανώτατο πολιτειακό όργανο η εκκλησία του δήμου στην Πνύκα για την Αθήνα και η Απέλλα για την Σπάρτη και δεύτερον οι πολίτες να παίρνουν μέρος σ’ ένα αξίωμα για μία μόνο χρονιά στη ζωή τους, αυτή η πόλη-κράτος έπαιρνε μέρος στους πανελλήνιους αγώνες:

Στους ολυμπιακούς τα Ολύμπια όπως τους λέγανε, από το 776 π.Χ., τα Πύθια, τα Νέμεα και τα Ίσθμια.

– Πόσο σημαντική ήταν η νίκη στην αρχαία Ελλάδα για τους αθλητές;

Η ελληνική λέξη αγών συνδέεται με τη λέξη αγορά, η οποία ετυμολογικά συνδέεται με το ενεργητικό ρήμα αγείρο = συναθροίζω, συγκεντρώνω κάπου,   ως ένα μέρος όπου συναθροίζονταν όλοι οι Έλληνες για να συναγωνιστούν μεταξύ τους για τη δόξα της διάκρισης. Αυτό ήταν που συνιστούσε την σημαντικότητα των αγώνων και όχι όπως σήμερα τα οικονομικά οφέλη από χορηγούς πολυεθνικών, που ορισμένες φορές οδηγούν τους αθλητές ακόμη και στη χρήση απαγορευμένων ουσιών.

Βέβαια για να μην φανώ άδικος με τη σύγχρονη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων, η οποία ξεκίνησε στη Σορβόννη στις 23 Ιουνίου του 1894, μετά την βίαιη απαγόρευσή τους το 393 μ.Χ. από το βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον «Μέγα» με τη δικαιολογία της παγανιστικής τους προέλευσης, η διεθνής ανακωχή μεταξύ των πόλεων στην αρχαιότητα μεταβιβάστηκε στον εικοστό αιώνα λίγο πριν την αφετηρία των δύο μεγάλων παγκόσμιων πολέμων και την ακύρωσή τους κατά την διάρκειά της διεξαγωγής τους: το 1916, το 1940 και το 1944.

– Συνεπώς θες να πεις πως η νίκη στους αγώνες προσέδιδε ένα ιδιαίτερο κύρος στους αθλητές στην αρχαία Ελλάδα.

Σημαντικό κύρος προσέθεταν τα διαφορετικά στεφάνια των νικητών ανάλογα με το σε ποιους αγώνες λαμβάνανε μέρος:

Οι νικητές που παίρνανε μέρος στους αγώνες που διεξάγονταν στους Δελφούς, δηλαδή στα Πύθια, στεφανώνονταν με δάφνη, στην Ολυμπία με ελιά, με πεύκο στα ίσθμια και σέλινο στη Νεμέα. Στην Αθήνα οι νικητές έπαιρναν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από την πολιτεία για τη διάκρισή τους και συντηρούνταν εφ’ όρου ζωής από το πρυτανείο. Στη δε Σπάρτη οι νικητές επειδή θεωρούνταν καλότυχοι για τη νίκη τους είχαν το προνόμιο να μάχονται στο σώμα της βασιλικής φρουράς.

Γεγονός πάντως είναι ότι όλα τα πολιτεύματα στην αρχαία Ελλάδα κινούνταν γύρω από το πολίτευμα της Σπάρτης, όπως η Κόρινθος ή της Αθήνας και κυρίως της Αθήνας, όπως για παράδειγμα οι Πλαταιές – πόλη που βρίσκεται κοντά στη Θήβα. Οι δε Πλαταιείς ανακηρύχθηκαν ισότιμοι αθηναίοι πολίτες με σκοπό την ενδυνάμωση της υπάρχουσας συμμαχίας.

Στις ελληνικές  πόλεις όμως είναι σημαντικό και θα πρέπει να το τονίσουμε πως δεν υπήρχε αυτό που λέμε σήμερα «Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης». Τώρα για παράδειγμα με βάση το άρθρο 48 του Συντάγματος μπορεί η Βουλή να περιορίσει τις πολιτικές και ατομικές ελευθερίες σε όλη την χώρα ή σε κάποιο μέρος της, όπως επί παραδείγματι του ασύλου της κατοικίας, της σύλληψης χωρίς δικαστικό ένταλμα και παρατεταμένης κράτησης χωρίς δικαστική απόφαση, την κατάργηση της απαγόρευσης αναγκαστικής εργασίας κλπ. Αυτό στην Κλασική Ελλάδα κατά την περίοδο ανάπτυξης των πόλεων δεν υπήρξε ποτέ.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο