Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 6ο

«Η έννοια της Δημοκρατίας και η καθιέρωση του οστρακισμού»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

– Τελικά τι είναι η πραγματική Δημοκρατία και τι νομίζει ο σύγχρονος άνθρωπος πως είναι:

Κύριο χαρακτηριστικό της δημοκρατικής διαδικασίας είναι ότι ο δήμος βάζει τον εαυτό του στο κέντρο των πάντων. Όλοι οι Αθηναϊκοί νόμοι αρχίζουν με τη φράση «έδοξε τη βουλή και τω δήμω». Αποφασίστηκε δηλαδή έτσι γιατί φάνηκε σωστό στη βουλή και στο Δήμο.

Στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλ­λά και σε όσες πόλεις εμιμούντο το αθηναϊκό πο­λίτευμα (Άργος, Μέγαρα, Μίλητος κ.α.) δεν υπήρχαν κόμματα, συνδικάτα ή άλλες πηγές εξουσίας, όπως ορθώς θα επισημάνει ο συγγραφέας και διδάκτωρ Κοινωνικής Ιστορίας Αλέξανδρος Κόντος στο έργο του «Δημοκρατία ένα άγνωστο πολίτευμα» κάτι το οποίο δεν είναι τόσο γνωστό σήμερα, ταυτίζοντας έτσι οι άνθρωποι λανθασμένα τη Δημοκρατία με τον κοινοβουλευτισμό. Κάθε πολίτης, λοιπόν, είχε τα ίδια δικαιώματα ως προς τη διαχείριση της εξουσίας, η οποία διασφαλίζονταν με την κλήρωση.

– Θες να πεις πως για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρχαν επαγγελματίες της εξουσίας όπως σήμερα;

Ακριβώς! Δεν υπήρχε επαγγελματίας νομοθέτης, δικαστής ή στρατηγός και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως τις θέσεις αυτές τις επιδίωκαν οι πολίτες για οικονομικούς λόγους, καθώς η ανταμοιβή κάθε Βουλευτή ήταν  μόλις 5 οβολοί την ημέρα (μία δραχμή = 6 οβολοί). Στα χρόνια της αθηναϊκής δημοκρατίας (5ος–4ος π.Χ. αιώνας) σε κάθε μάχη, σε κάθε επιχείρηση υπήρχανε και δέκα στρατηγοί, οι οποίοι εξελέγονταν κάθε φορά απ’ όλους τους αθηναίους πολίτες για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Γι’ αυτό και όταν τελείωνε η αποστολή τους έπαυε η εντολή του λαού και θεωρούντο πάλι πολίτες. Στην Δημοκρατία δεν είχαμε τίτλους. Ακόμα και εν καιρώ πολέμου δεν υπήρχε ένας στρατηγός ο οποίος έλεγε «εγώ θα σώσω την Αθήνα από τους Πέρσες» αναλαμβάνοντας τη γενική διοίκηση του στρατού. Οι στρατηγοί όφειλαν, ακόμη και όταν βρίσκονταν σε εκστρατεία, να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες της Εκκλησίας του Δήμου, πλην εξαιρέσεων.

Μάλιστα η εξουσία στα πλαίσια της πόλης ήταν τόσο διευρυμένη ώστε κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να προτείνει στην Εκκλησία του Δήμου κάποιο νόμο ή ψήφισμα σχετικό με την ημερήσια διάταξη που δημοσιευόταν αρκετές μέρες νωρίτερα. Έτσι, όταν ο κήρυκας ρωτούσε «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» ο λόγος ήταν ανεμπόδιστος και το βήμα ελεύθερο.

Γι’ αυτό και στις δημοκρατικές πολιτείες που επιδιώκουν την  ισότητα, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, θεσπίζουν τον εξοστρακισμό ως όπλο και αντιστάθμισμα  σε αυτούς που ασκούν επιρροή με τα πλούτη τους ή την απόκτηση πολλών πολιτικών φίλων ή κάποιαν άλλη πολιτική ισχύ, εξορίζοντάς τους από την πόλη για ορισμένο χρονικό διάστημα.

«…διὸ καὶ τίθενται τὸν ὀστρακισμὸν αἱ δημοκρατούμεναι πόλεις, διὰ τὴν τοιαύτην αἰτίαν·αὗται γὰρ δὴ δοκοῦσι διώκειν τὴν ἰσότητα μάλιστα πάντων,
(20) ὥστε τοὺς δοκοῦντας ὑπερέχειν δυνάμει διὰ πλοῦτον ἢ πολυφιλίαν ἤ τινα ἄλλην πολιτικὴν ἰσχὺν ὠστράκιζον καὶ μεθίστασαν ἐκ τῆς πόλεως χρόνους ὡρισμένους.»

Όπως στην περίπτωση του Αριστείδη, όπου οι αθηναίοι πείστηκαν από το Θεμιστοκλή, ηγέτη της παράταξης που υποστήριζαν οι φτωχοί θήτες, οι οποίοι υπηρετούσαν στο ναυτικό, να εξορίσουν τον συντηρητικό ηγέτη της παράταξης των αγροτών που υπηρετούσαν στο στρατό ως οπλίτες,  για το συμφέρον της πόλης τους.

 –   Πώς θα μπορούσε ευρύτερα να δικαιολογηθεί κάτι τέτοιο;

  Θα μπορούσαμε να πούμε, δίνοντας ευρύτερη διάσταση σε μία τέτοια αντίληψη, πως η κοινωνία υπό το πρίσμα του κοινού συμφέροντος  προστατεύονταν από τον ίδιο της τον εαυτό. Το πολιτικό αυτό μέτρο καθιερώθηκε στην Αθήνα περί­που τον 6ο π.Χ. αιώνα, από τον Κλεισθέ­νη, που ήθελε να διώξει από την Αθή­να τους αριστοκράτες φίλους του Πεισιστράτου. Κάτω από αυτή την οπτική και καθώς η ανάμνηση της τυραννίας του Πεισίστρατου και των παιδιών του ήταν νωπή, ο φόβος ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος ήταν ισχυρός. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης, συντασσόμενος με την καθιέρωση του οστρακισμού,  συνεχίζοντας παρακάτω θα μας πει πως η έλλειψη ενός τέτοιου μέτρου θα μπορούσε να ζημιώσει τη συμμετρία του συνόλου.

Μτφρ. Β. Μοσκόβης.

«…Γιατί ούτε ο ζωγράφος θ’ αφήσει ένα άτομο που ζωγραφίζει με το ένα πόδι υπερβολικά μεγάλο, έστω κι αν έχει ξεχωριστή ομορφιά, γιατί ζημιώνει τη συμμετρία του συνόλου,…»

 «…οὔτε γὰρ γραφεὺς ἐάσειεν ἂν τὸν ὑπερβάλλοντα πόδα τῆς συμμετρίας ἔχειν τὸ ζῷον,»

Με το μέτρο του οστρα­κισμού ή εξοστρακισμού, που γινόταν με μυστική ψηφοφορία μία φορά το χρόνο, ο λαός είχε δικαίωμα να εξορίζει για δέκα χρόνια από την πόλη οποιονδήποτε πολίτη του οποίου η αύξουσα επιρροή φαινό­ταν επικίνδυνη για τους θε­σμούς ή τα συμφέροντα της πόλης. Για την υλοποίηση της οστρακοφορίας, ο Δήμος αποφάσιζε την εξορία κάποιου αθηναίου πολίτη, εφόσον είχαν μαζευτεί περισσότερα από 6.000 όστρακα στα οποία είχαν αναγράψει  τ’ όνομά του. Αξίζει όμως να τονίσουμε πως ο οστρακισμός δε θεωρούνταν ατιμωτικός. Γι’ αυτό και όταν η απόφαση της πόλης αποδεικνύονταν λανθασμένη ή επιβάλλονταν η επιστροφή του εξορισθέντος ώστε να βοηθήσει την πόλη του που κινδύνευε τότε οι πολίτες μπορούσαν να ανακαλέσουν τον εξόριστο, όπως στην περίπτωση του Αριστείδη και του Κίμωνα. Σε αντίθεση με τη Φυγή, η οποία ήταν ποινή οριστικής εκδίωξης και επιβάλλονταν μετά από δίκη.

Ο Πλούταρχος στους Βίους Παραλλήλους μας λέει πως ο οστρακισμός δεν ήταν τιμωρία, αλλά «Φθόνου παραμυθία φιλάνθρωπος». Ήταν δηλαδή ένας τρόπος να κατευνάζεται ο φθόνος των πολιτικών αντιπάλων που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε δολοφονίες, όπως τόσο συχνά συνέβαινε σε άλλα πολιτεύματα.

–  Νομίζω ότι έγινε κατανοητό τελικά για ποιο λόγο οι Αθηναίοι είχαν θεσπίσει τον εξοστρακισμό, θα ήθελα όμως να επιστρέψουμε στην αρχική ερώτηση που σου έκανα, δηλαδή τι είναι πραγματική Δημοκρατία και τι νομίζει ο σύγχρονος άνθρωπος πως είναι; 

Επιγραμματικά ο Αριστοτέλης μας λέει, για να ξαναγυρίσουμε στο αρχικό σου ερώτημα, ότι η Δημοκρατία υπάρχει όταν οι άρχοντες είναι Κληρωτοί. Όταν δηλαδή ορίζονται με κλήρο. Και είναι γνωστό ότι στην Αθήνα πάνω από το 99,87% των αξιωματούχων ήτανε Κληρωτοί, εκτός από τους 10 στρατηγούς, οι οποίοι ορίζονταν με ψήφο και μπορούσαν να είναι επαναλαμβανόμενοι όσες φορές τους ψήφιζε ο λαός, όπως για παράδειγμα ο Περικλής ή ο Κίμων, αλλά ελέγχονταν πολύ περισσότερο απ’ όλους τους υπόλοιπους.

Ο Αριστοτέλης ορίζει ως Δημοκρατία ότι: Δημοκρατικό το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δε  Αιρετάς, με εκλογές, είναι Ολιγαρχικό.

(Πολιτικά, Δ, 1294b, 8-9) «Λέγω δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν μεν το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δ’ αιρετάς ολιγαρχικόν».

Σήμερα οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο φτάσανε στο σημείο να παρακολουθούν παθητικά από τον καναπέ αν οι κυβερνήσεις θα ψηφίσουν ή όχι τα όποια μέτρα που αφορούν τις ζωές τους και τις ζωές των παιδιών τους, περιμένοντας να δουν κάτι καταπληκτικό, να καρφωθούν σε μία είδηση, σ’ ένα συμβάν, σ’ ένα πρόσωπο, σε μια υπόσχεση!

Με μισή υπόσχεση βγαίνεις πρωθυπουργός.

Άρα ουσιαστικά οι κυβερνήσεις που αναπαράγονται με διάφορες αποχρώσεις στο δυτικό πολιτισμό είναι κυβερνήσεις σωμάτων, δηλαδή στην πυραμίδα των αξιών κυβερνούν τα κάτω επίπεδα. Είναι ανάγκες, όπως θα λέγαμε, φυσικές:  τροφής, στέγης, αυτοκινήτου, κινητού κτλ., οι οποίες αν δεν ικανοποιηθούν σ’ ένα ορισμένο βαθμό δε μπορούν να λειτουργήσουν ως σκαλοπάτι σ’ ένα ανώτερο επίπεδο αξιών, σύμφωνα με την ερευνητική εργασία που δημοσίευσε το 1943 ο Αμερικανός ανθρωπιστής, ψυχολόγος Αβραάμ Μάσλοου (1 Απριλίου 1908 – 8 Ιουνίου 1970) με τίτλο «A Theory of Human Motivation, όπου σύστησε για πρώτη φορά την έννοια της ιεράρχησης των ανθρωπίνων αναγκών. Αν, λοιπόν, οι επαγγελματίες της πολιτικής, ακόμη και στο χαμηλότερο κομμάτι διακυβέρνησης είναι κακοί, που είναι κακοί,  καταλαβαίνετε ότι μιλάμε για μία νανοποίηση της πολιτικής.

– Θες να πεις ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα με εκλογές, όπως έχουμε σήμερα, είναι ολιγαρχικό;

Ακριβώς! Τουλάχιστον με όσα  μας λέει ο Αριστοτέλης. Εάν μάλιστα ζούσε σήμερα το πολιτικό μας σύστημα θα το κατέτασσε ως ολιγαρχικό, με μία παιδαριώδη δημοκρατική μεταμφίεση. Εξάλλου, στα Πολιτικά του διευκρινίζει ότι η Δημοκρατία υπάρχει όταν το πλήθος, ο λαός, είναι κυρίαρχος.

«δημοκρατία δ’ ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τὸ πλῆθος». [Αριστ. Πολ. 1279b 23]

Επομένως, όπως θα μας πει και πάλι ο Αριστοτέλης στο έργο του (Αθηναίων Πολιτεία, ΧLI.) την εξουσία του να αυτόπροσδιορίζεται την αντλεί ο λαός από τον εαυτό του και όχι από κάποια θεία δύναμη, από το θεό, ούτε από κάποια εξωτερική εξουσία.

«Απάντων γαρ αυτός αυτόν πεποίηκεν ο δήμος κύριον»

Σήμερα η συμμετοχή του πολίτη στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής είναι στιγμιαία και συντελείται μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια, δίνοντας την απόλυτη νομιμοποίηση της εξουσίας στους πολιτικούς, χωρίς καν αυτοί να ελέγχονται ακόμη και για την τήρηση των προεκλογικών τους εξαγγελιών. Παρόλα αυτά πολλοί θεωρούν ότι αυτό λέγεται δημοκρατία.

 – Αν είναι έτσι, πότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποιος θεωρείται με την κυριολεκτική έννοια Πολίτης μίας Πόλης;

Στα Πολιτικά του ο Αριστοτέλης μας δίνει τον προσδιορισμό των εννοιών του «Πολίτη» αλλά και  της «Πόλις»:

«…τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν· ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης (20) τῆς πόλεως, πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.»

Μτφρ. Β. Μοσκόβης.

«…Ποιος, λοιπόν, είναι ο πολίτης σ’ αυτά τα συστήματα, γίνεται φανερό από τα παραπάνω: πολίτης δηλ. είναι το άτομο που έχει το δικαίωμα να μετέχει στην πολιτική και δικαστική εξουσία. (20) Και πόλη, για να το πούμε πιο απλά, είναι το πλήθος των πολιτών που είναι οικονομικά αυτάρκεις.»

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο