Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 4ο

«Η έννοια του πολιτικού δικαίου κατά τον Αριστοτέλη και η άσκηση της πολιτικής δράσης»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

– Η γέννηση της Δημοκρατίας ήταν μία κορυφαία στιγμή για την ανθρωπότητα, κατά την οποία δημιουργήθηκε αυτό το πολιτιστικό θαύμα που σήμερα ονομάζουμε «Κλασικός Πολιτισμός». Ωστόσο,   συνεχίζοντας τη συνέντευξή μας θα ήθελα να επιμείνουμε λίγο στο πολιτικό κομμάτι του ανθρωπίνου όντος, για το πώς μπορεί αυτό να πραγματώνεται στην καθημερινότητα.  

Δημοκρατία: Δύο άνθρωποι όταν βρεθούν το πρώτο πράγμα που δημιουργούν συνειδητά ή ασυνείδητα είναι πολίτευμα.

Δηλαδή αυτή τη στιγμή μιλάμε αυτό συνιστά πολιτική πράξη;

Ακριβώς! Αλλά άφησέ με να σου εξηγήσω καλύτερα τι εννοώ. Βρισκόμαστε για παράδειγμα με κάποιους ανθρώπους, που ίσως να τους βλέπουμε και για πρώτη φορά σ’ ένα ξενοδοχείο και θα πρέπει να συγκατοικήσουμε μαζί τους για μία νύχτα. Τι κάνουμε; Προσπαθούμε να συνεννοηθούμε έστω και αν δεν έχουμε την ίδια γλώσσα, δημιουργώντας κανόνες συμβίωσης. Εκείνη την στιγμή, λοιπόν, φτιάχνουμε πολίτευμα, π.χ. για το που θα κοιμηθεί ο καθένας, το πώς θα συμπεριφερθεί ο ένας στον άλλο κλπ.

Οπότε προαπαιτούμενο της σχέσης μας με τους άλλους είναι μία κοινή  γλώσσα. Προσπαθούμε δηλαδή να βρούμε ένα κοινό σύστημα συνεννόησης και όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, όπως ήδη αναφέραμε «ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, (15) και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο».

«ὁ δὲ λόγος ἐπὶ τῷ δηλοῦν ἐστι τὸ συμφέρον καὶ
(15) τὸ βλαβερόν, ὥστε καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον»

Θα μπορούσε με γνώμονα ένα κοινό σύστημα συνεννόησης, όπως λες, η έννοια της δικαιοσύνης και δη του πολιτικού δικαίου να τεθεί σε όλες τις κοινωνίες;

Όπως ορθώς σημειώνει ο  Έλληνας διανοητής Κορνήλιος Καστοριάδης (1922 – 1997) η έννοια της δικαιοσύνης δε μπορεί να τεθεί σε κοινωνίες θεοκρατικές, καθώς αποδέχονται εξ ορισμού την υπερβατική πηγή των θεσμών και των νόμων και εκφράζονται με τρόπο δεσποτικό, δηλαδή με τρόπο απόλυτης, αυθαίρετης και τυραννικής εξουσίας. Ενώ αντίθετα στις δημοκρατικές κοινωνίες των πόλεων η έννοια του πολιτικού δικαιώματος ήταν συμφυείς της πολιτικής συμμετοχής, η οποία απέβλεπε στην πρόταξη του κοινού συμφέροντος, δηλαδή του δικαίου μέσα στο όλον της πόλεως. Για το λόγο αυτό ο Αριστοτέλης θα συμπεράνει πως η δικαιοσύνη είναι η κύρια πολιτική αρετή, καθώς το πολιτικό δίκαιον δεν επιμερίζεται σε αυτούς που ασκούν την εξουσία και σε αυτούς που δεν την ασκούν, αλλά είναι αδιαίρετο, εφόσον αφορά το όλον της δικαιοσύνης στα πλαίσια της συλλογικότητας.

Στα Ηθικά Νικομάχεια μας διευκρινίζει πως η δικαιοσύνη είναι τέλεια -στο μέγιστο βαθμό – αρετή, επειδή αποτελεί άσκηση/εφαρμογή της τέλειας αρετής· και είναι τέλεια, γιατί ο άνθρωπος που έχει αυτή την αρετή μπορεί να τη χρησιμοποιήσει και στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, όχι λοιπόν μόνο για τον εαυτό του. Η δικαιοσύνη δηλαδή ορίζεται ως απόδοση της μεσότητας εντός των πλαισίων της πόλεως.

 «τελεία δ’ εστίν ὅτι ὁ ἔχων αὐτὴν καὶ πρὸς ἕτερον δύναται τῇ ἀρετῇ χρῆσθαι, ἀλλ᾽ οὐ μόνον καθ’ αυτόν» (1129b – 1130a)

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τέτοιο ισχύει σήμερα

Σήμερα σε αντίθεση, με πρόσχημα την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής και τη θεσμική εγγύηση της πολιτικής λειτουργίας και ανεξαρτησίας,   κατοχυρώνεται η βουλευτική ασυλία – το ακαταδίωκτο των βουλευτών, καθώς και η δικαστική αρμοδιότητα της βουλής περί ευθύνης των υπουργών  –  Άρθρα 62 & 86 του Συντάγματος – με αποτέλεσμα την αναντιστοιχία της ίσης αντιμετώπισης περί του δικαίου μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής – άρθρο 4 του Συντάγματος. Όπως πολύ ορθά, λοιπόν, σημειώνει ο ομότιμος καθηγητής πολιτικών επιστημών Γιώργος Κοντογιώργης σκοπός του “πολιτεύεσθαι” θα έπρεπε να είναι το συμφέρον (του έθνους) της κοινωνίας και όχι (του έθνους) του κράτους, δηλαδή  των κυβερνώντων που έχουν ενσαρκώσει την έννοια του κράτους για λογαριασμό τους. «https://lomak.blogspot.com/2011/06/blog-post_7531.html».            

Όπως τα λες θα μπορούσε κανείς να δεχτεί πως η γλώσσα καλύπτει όλες τις παραμέτρους της ανθρώπινης ύπαρξης και κυρίως ως προς την άσκηση της πολιτικής δράσης του κάθε ανθρώπου εντός των πλαισίων μίας κοινωνίας;

Η γλώσσα για τους αρχαίους Έλληνες  ήταν η δύναμη της σκέψης τους. Αναδείκνυε και περιέφρασσε τα σύνορα του συναισθηματικού και νοητικού  ψυχικού τους κόσμου. Ωστόσο, δεν αρκεί μόνο η γλώσσα ως βασικό εργαλείο της ανθρώπινης έκφρασης, διότι για να μιλήσει κανείς αληθινά θα πρέπει να μιλήσει στη γλώσσα που αφήνει χώρο να συναντηθεί με τον άλλο, με τον έτερο, καταφέρνοντας στο τέλος να μεταστοιχειώσει τη γνώση σε αρετή, όπως στον έρωτα, τη φιλία, την αλληλεγγύη, το θάρρος ή τη γενναιότητα προς το συμφέρον του συνόλου κλπ.

Με άλλα λόγια για να μπορεί κανείς να δει το διαφορετικό θα πρέπει ανάμεσα στη θέση και στην αντίθεση να κάνει αυτό που στη διαλεκτική ονομάζεται υπόθεση. Να κάνει δηλαδή εκείνη την εφαπτομένη με τον άλλο στο τώρα του με μία καθαρότητα που δεν αφήνει χώρο σε προσωπικές επιθυμίες. Εξάλλου, η αλήθεια απαιτεί την απόσταση από τα πράγματα και όχι απλώς τη γοητεία της πειθούς, όπως συμβαίνει στη δημαγωγία που αποσκοπεί στο να παρασύρει το λαό στοχεύοντας περισσότερο στο συναίσθημα. Τότε μόνο η τέχνη του λόγου μπορεί να γίνει μία άσκηση αναγνώρισης του δικαίου ή του βλαβερού, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, μέσα σ’ ένα κοινά αποδεκτό σύστημα αναφοράς, όπως για παράδειγμα σε μία πόλη ή κοινότητα  και πάντα με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον, και αυτό είναι μία άσκηση πολιτικής δράσης.

Ο άνθρωπος δηλαδή, είναι ον λογικό, που χρησιμοποιεί την ορθότητα του λόγου του, για να κατατείνει μέσα από την ανάπτυξη των αρετών, σε αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι «αληθεύειν κατά λόγο» πράγμα το οποίο οδηγεί στην ενότητα και συνοχή της κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι κοινωνίες στην αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα μ’ ένα πολύ εύστοχο αξίωμα του σύγχρονου Έλληνα οντολόγου Γιώργου Δραγώνα, ήταν λογοκρατικές, δηλαδή ο λόγος προηγούνταν και η αλήθεια έπονταν ως αποτέλεσμα της ορθότητας των λόγων τους. Το αντίθετο δηλαδή απ’ ότι συμβαίνει σήμερα που οι κοινωνίες είναι βουλησιαρχικές όπου το θέλω προηγείται του γιατί και ο λόγος έρχεται απλός να περιφράξει τα προσωπικά μας θέλω, καθώς οι αξίες πλέον μετρώνται και αποτιμούνται κάτω από μία κοινή μονάδα μέτρησης που είναι το  χρήμα.

 – Παρόλα αυτά, για να μην ξεφύγουμε από το θέμα μας, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα ζώα δε σκέφτονται επειδή δεν έχουν λόγο;

Φυσικά και όχι. Μάλιστα πολλές φορές πέρα από τις ενστικτώδεις συμπεριφορές τους, πολλά ζώα στην προσπάθειά τους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους βλέπουμε να εγείρουν ένα ισχυρό εγώ. Για παράδειγμα όταν κρατάμε αγκαλιά ή χαϊδεύουμε ένα μωρό ο σκύλος μας εκδηλώνει αισθήματα ζήλειας, εγείροντας ένα προσωπικό εγώ. Παρόλα αυτά όμως η σκέψη του είναι πολύ πιο απλή και περιορισμένη απ’ ό,τι μπορούμε να καταλάβουμε με τις παρατηρήσεις. Στις περισσότερες των περιπτώσεων όμως θα έλεγα ότι στα ζώα η δύναμη του ενστίκτου είναι τόσο μεγάλη που σπανίως κάποιος θα μπορούσε να διαγνώσει διλημματικές συμπεριφορές.  Το θέλω και το γιατί  ταυτίζονται και υποτάσσονται στην ενστικτώδη δύναμη της φύσης.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο