Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 44ο

«Η έννοια της πολιτικής ελευθερίας κατά τους κλασικούς χρόνους»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Όπως ανέφερες ήδη ο Ηράκλειτος μεταβίβασε την έννοια της δουλείας και της ελευθερίας όχι μόνο στο πλαίσιο της νίκης και της ήττας ή του μεταφυσικού μύθου, όπως συνέβαινε παλαιότερα κατά την ομηρική περίοδο, αλλά ερμηνεύοντάς τις συγκεκριμένες έννοιες μέσα από αιτιοκρατούμενες κοινωνικές σχέσεις τις ενέταξε ως ένα μέρος του γενικότερου νόμου των αντιθέτων. Ωστόσο, αν κατάλαβα καλά, οι λέξεις αυτές κατά την κλασική περίοδο νοηματοδοτήθηκαν  από το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας.

Έχω πει και παλαιότερα πως η έννοια της πολιτικής ελευθερίας για τον άνθρωπο των δημοκρατικών πόλεων κατά την κλασική περίοδο ταυτιζότανε με το δικαίωμά του στις αποφάσεις που έπαιρνε ως προς τη  διαχείριση των κοινών. Έτσι,  ανεξαρτήτως της ευημερίας που μπορεί να χαίρει κανείς σ’ ένα δεσποτικό καθεστώς ή ακόμη και σ’ ένα σύγχρονο «αντιπροσωπευτικό» σύστημα, υπό το πρίσμα της έλλειψης της πολιτικής ελευθερίας σε ότι αφορά τη λήψη των αποφάσεων ή του ελέγχου των εντολοδόχων, δεν μπορεί να θεωρηθεί, τουλάχιστον με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, ελεύθερος πολίτης. Ακριβώς αυτός ήταν και ο λόγος που ο Δημόκριτος σ’ ένα από τα λιγοστά αλλά πολυτιμότερα αποσπάσματα που αποτελούν την κύρια πηγή πληροφοριών σχετικά με τις απόψεις του γύρω από το θέμα της δημοκρατίας και της ελευθερίας για τη δυνατότητα μίας ευτυχισμένης ζωής, θα μας πει πως η φτώχεια στη δημοκρατία είναι τόσο προτιμότερη από τη λεγόμενη ευδαιμονία στο δυναστικό καθεστώς, όσο και η ελευθερία από τη δουλεία.

«Η εν δημοκρατίη πενίη τής παρά τοις δυνάστησι (δυνάσταις) καλεομένης ευδαιμονίης τοσουτόν εστίν αιρετωτέρη, οκόσον (οπόσον) ελευθερίη δουλείης» [Δημ. απ. 251]

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως αυτός ο αβδηρίτης φιλόσοφος, ο οποίος  υπήρξε και θεμελιωτής της ατομικής θεωρίας, προτιμούσε, όπως μας λέει, να βρει έστω μία ερμηνεία για ένα φαινόμενο (“ευρείν αιτιολογίαν”) παρά να κερδίσει τη βασιλεία των Περσών.

 «…. βούλεσθαι μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν ἢ τὴν Περσῶν οἱ βασιλείαν γενέσθαι…» (DK 68Β 118).

Ο Έλληνας διανοητής και συγγραφέας Θανάσης Παπαδόπουλος στο βιβλίο του γύρω από τη ζωή και το φιλοσοφικό έργο του Δημόκριτου θα συνοψίσει πως η απάντηση του για το πώς εννοεί την ελευθερία ταυτίζεται με την απάντηση που δίνει στο ίδιο ερώτημα και ο Ευριπίδης στις Ικέτιδες.

«τοὐλεύθερον δ᾽ ἐκεῖνο· «τίς θέλει πόλει
χρηστόν τι βούλευμ᾽ ἐς μέσον φέρειν ἔχων;»
440 καὶ ταῦθ᾽ ὁ χρῄζων λαμπρός ἐσθ᾽, ὁ μὴ θέλων
σιγᾷ. τί τούτων ἔστ᾽ ἰσαίτερον πόλει;»

{Και η πεμπτουσία της ελευθερίας,

εκείνο το «ποιος έχει να προτείνει κάτι καλό για την πόλη;

να έρθει να το καταθέσει εδώ, ενώπιον όλων.»

Όποιος προσφέρεται δοξάζεται, όποιος δεν θέλει σιωπά. (440)

Για την πόλη νοείται ισότητα ανώτερη απ᾽ αυτή;}

[Μετ. Θ.Κ. Στεφανόπουλος]

Μας λέει, λοιπόν, πως η ελευθερία, όπως την εννοεί ο Δημόκριτος και οι πνευματικοί ομοϊδεάτες του, συνίσταται κατά κύριο λόγο στο να έχουν όλοι οι πολίτες το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εκφράζουν ανεμπόδιστα τη γνώμη τους για τις υποθέσεις της πόλης και ν’ αποφασίζουν οι ίδιοι γι’ αυτές για τα κοινά τους συμφέροντα, για το γενικό καλό. Η ελευθερία με άλλα λόγια συνίσταται σε κάτι που πηγάζει και επιβάλλεται από την ίδια τη φύση των ανθρώπων, από το ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν και να ευτυχίσουν αν δε φροντίσουν όλοι μαζί για την ικανοποίηση των κοινών τους αναγκών.

Έτσι, το δημοκρατικό πολίτευμα για τον Δημόκριτο, ορθώς θα επισημάνει ο Έλληνας συγγραφέας, είναι το καλύτερο, γιατί για τον ίδιο είναι το μόνο που ανταποκρίνεται στον καθολικό νόμο της φύσης και της κοινωνίας που είναι η  ισότητα. Ενώ η έλλειψη ή η υπερβολή θεωρεί πως δεν είναι ωραία.

«Καλόν εν παντί το ίσον. Υπερβολή δε και έλλειψις ού μοι δοκεί.» [Δημ. απ. 102]

Παρόλα αυτά δε συνέβαινε το ίδιο για πολλούς λαούς εκείνης της εποχής, καθώς απ’ ότι φαίνεται δεν είχαν συλλάβει ακόμη αυτές τις έννοιες.

Ακριβώς αυτός ήταν ο προβληματισμός των Ελλήνων των δημοκρατικών πόλεων γύρω από την ιεραρχική διάρθρωση των ασιατικών δεσποτικών καθεστώτων, την οποία δεχόντουσαν αδιαμαρτύρητα οι λαοί τους, μιας και για τους Έλληνες η ζωή κάτω από δεσποτικό καθεστώς ισοδυναμούσε με την κατάσταση του δούλου. Για το λόγο αυτό όμως, πέρα από τον τεράστιο αριθμό οπλιτών και τις μεγάλες προετοιμασίες πριν την έκβαση των όποιων πολεμικών επιχειρήσεων που συγκέντρωναν οι περσικές δυνάμεις, βλέπουμε ότι αυτό που έλλειπε πραγματικά από τον περσικό στρατό ήταν το φρόνημα του ελεύθερου πολίτη. Στην Αθήνα για παράδειγμα ο Περικλής στον επιτάφιο λόγο του κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με τα συμφέροντα της πόλης τους. Σκέψου όμως πόσο αντιφατικό και αστείο φαντάζει για τους υπηκόους μίας τεράστιας και τυραννικής Αυτοκρατορίας να καταφέρουν να πεισθούν από το δυνάστη τους ότι τα συμφέροντά τους είναι αλληλένδετα.

Εντούτοις, η προφανώς λανθασμένη αντίληψη της εθελούσιας υποταγής των λαών της Ασίας ως φυσική κατάσταση, η οποία φαίνεται διατυπωμένη με σαφήνεια στη σκέψη του Αριστοτέλη, αντιβαίνει απέναντι στην ιστορική αλήθεια, καθώς θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι κάθε καθεστώς επιδιώκει να διαμορφώσει τους πολίτες που του αναλογούν. Σήμερα για παράδειγμα στη σκέψη των πολιτών σε όλο τον κόσμο έχει περάσει η αντίληψη πως το κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελεί το τελειωτικό στάδιο της δημοκρατίας. Γι’ αυτό και μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων αναζητεί διέξοδο στα κοινωνικά και ατομικά του προβλήματα μέσα από τη στήριξη ακροδεξιών πολιτικών ηγετών και όχι στην κατεύθυνση προς την ολοκλήρωση της δημοκρατίας.

Ο Αριστοτέλης ερευνώντας τα διάφορα ήδη βασιλείας θα μας πει πως επειδή οι βάρβαροι έχουν δουλικότερο χαρακτήρα από τους Έλληνες και οι Ασιάτες από τους Ευρωπαίους, ανέχονται την κληρονομική δεσποτική εξουσία, που βεβαίως ως τυραννική απαιτεί δουλική υποταγή από τους υπηκόους της, οι οποίοι και δεν εξεγείρονται.

«Δια γαρ δουλικώτερα είναι τα έθνη φύση οι μεν βάρβαροι των Ελλήνων, οι δε περί την Ασίαν των περί την Ευρώπην, υπομένουσι την δεσποτικήν αρχήν , ουδέν δεσχεραίνοντες» [Αριστ. Πολιτικά Γ14, 1285a 1 –  1285b 32]

Ωστόσο, ορθώς θα διαχωρίσει το πολίτευμα της Σπάρτης, από αυτά των δεσποτικών καθεστώτων, λέγοντας πως επρόκειτο για ένα είδος ισόβιας στρατηγίας, μιας και οι δύο Βασιλείς ασχολούνταν μόνο με στρατιωτικά και θρησκευτικά θέματα.

Πέραν αυτού όμως, το να ζει ένας πολίτης του 5ου αιώνα σε μία πόλη την οποία αναγνώριζε ως πατρίδα του αυτό σήμαινε ότι ήταν συνδεδεμένος με αυτήν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αισθάνεται ότι της ανήκει και οφείλει να σκέφτεται και να λειτουργεί προς όφελος του συνόλου. Αργότερα,  κατά την αλεξανδρινή εποχή, με την κατάργηση των πόλεων-κρατών και την επικράτηση μίας τεράστιας αυτοκρατορίας, οι έλληνες θα πάψουν πια να ασκούν πολιτική ως αυτόνομοι και ελεύθεροι πολίτες, τουλάχιστον με την παραπάνω έννοια, καθώς η αυτονομία των πόλεων είχε πια υπονομευτεί υπό το βάρος της ισχύος των συμφερόντων της αυτοκρατορίας.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο