Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 3ο:  «Ο άνθρωπος ορίζεται μέσα στο συνυπάρχειν»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

– Παρά τις διαφορές του ανθρώπου από τ’ άλλα ζώα, δεν ακούγεται  κάπως οξύμωρο να λέει κανείς πως ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικόν ζώον; Εξάλλου, απ’ όσο ξέρουμε μέχρι στιγμής κανένα άλογο όν δεν έχει τη δυνατότητα της πολιτικής βούλησης.

Δημοκρατία: Ναι, γιατί τα ζώα ζούνε σύμφωνα με την έμφυτη και προσδιορισμένη φύση τους, στερούμενα έλλογης φύσης και αυτοσυνειδησίας. Για το λόγο αυτό και δεν υπόκεινται σε ηθικά ή νομικά καθήκοντα. Μόλις όμως περιορίσουμε την αναγκαιότητα τους, δηλαδή την πραγματική έκφραση της ελευθερίας τους, αντιδρούν. Δες για παράδειγμα πως αντιδρά ένα λιοντάρι όταν το πάρουμε από το φυσικό του περιβάλλον και το κλείσουμε μέσα σ’ ένα κλουβί, το πρώτο πράγμα τουλάχιστον που θα κάνει είναι να βρει κάποια διέξοδο για να βγει.

– Πολύ ενδιαφέροντα τα όσα λες. Θα ήθελα όμως στο να επικεντρώσουμε τη συζήτησή μας για ποιον ακριβώς λόγο ο Αριστοτέλης ορίζει, όπως ανέφερες, τον άνθρωπο ως «Ζώον Πολιτικόν».

Δημοκρατία: Ο Αριστοτέλης στο πρώτο κεφάλαιο στα Πολιτικά του μας εξηγεί για ποιο λόγο ο άνθρωπος ορίζεται ως «Ζώον Πολιτικόν» αλλά και την σχέση του με τα υπόλοιπα ζώα:

Μας λέει, λοιπόν, ότι η κοινωνία που προέρχεται από περισσότερα χωριά, σχηματίζει την τέλεια πόλη, που φθάνει στο σημείο, κατά κάποιο τρόπο, να έχει πλήρη αυτάρκεια, και ενώ σχηματίσθηκε για να εξασφαλίσει ευκολότερα τα απαραίτητα για την ζωή, (30) καταφέρνει να  διατηρείται επειδή επιτρέπει την καλοζωία των κατοίκων της. Γι αυτό, κάθε πόλη υπάρχει από τη φύση της, όπως και οι πρώτες κοινωνίες. Γιατί η τελειοποίηση εκείνων είναι η πόλη, ο δε απώτερος σκοπός της φύσης είναι η τελειοποίηση του παντός. Οποιοδήποτε δηλαδή ον φτάσει εξελικτικά στην τέλεια ανάπτυξή του, λέμε, ότι αυτό είναι η φύση του (εφόσον και το ανθρώπινο ον υπάρχει και κινείται εντός της φύσεως) και  έστω κι αν πρόκειται για έναν άνθρωπο, για ένα άλογο, για ένα σπίτι. Επίσης, ότι η έσχατη αιτία και ο προορισμός των όντων είναι το πιο σημαντικό αγαθό. [1253a] Και η αυτάρκεια αποτελεί συγχρόνως τον σκοπό και το μέγιστο αγαθό. Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον).

– Θα μπορούσε όμως ο άνθρωπος να υπάρξει και εκτός πόλεως;

 Δημοκρατία: Η ύπαρξη στον άνθρωπο βρίσκει το νόημά της μέσα από τη συνύπαρξη, δηλαδή στη σχέση της με τον κόσμο. Γι’ αυτό και για τους αρχαίους Έλληνες ο άνθρωπος υπάρχει μόνο ως συνάνθρωπος. Εκεί που το Εγώ θραύεται στο Εμείς, εντός των πλαισίων της πόλεως. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να σταθεί η ηθική από μόνη της έξω από την κοινωνία. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης συνεχίζοντας θα μας πει πως, εκείνος που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος. (5) Είναι σαν εκείνον που ο Όμηρος κατηγορεί ότι «δεν έχει ούτε οικογένεια, ούτε νόμους, ούτε εστία». Γιατί από τη φύση του είναι συνάμα και φιλοπόλεμος, σαν πιόνι απομονωμένο από τα άλλα στο παιχνίδι των πεσσών (όπως θ’ έλεγε και ο Ηράκλειτος). Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα…

– Όπως είχες αναφέρει και στην αρχή της ομιλίας μας, ότι δηλαδή οι Μέλισσες ή τα Μυρμήγκια που ζούνε εδώ, κατά τον ίδιο τρόπο ζούνε και αλλού εδώ και χιλιάδες χρόνια χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα.

Δημοκρατία: Ακριβώς, αλλά κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες. Γιατί, όπως είπαμε, δεν κάνει τίποτε στην τύχη. (10) Και μόνος απ’ όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο (γι’ αυτό και έλλογο ον). Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι’ αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, (15) και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο (σύμφωνα θα λέγαμε με τον υπέρτατο εσωτερικό ηθικό νόμο και όχι εξωτερικούς επιβαλλόμενους κανόνες). Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ’ όλα τ’ άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλαδή αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης.

– Και ποια προηγείται της άλλης;

Δημοκρατία: Μας διευκρινίζει ότι είναι, επομένως, φυσικό η πόλη να προηγείται της οικογένειας και του καθενός από μας, (20) αφού αναγκαστικά το όλο προϋπάρχει του μέρους. Εδώ δίνοντάς μας ένα πολύ ωραίο παράδειγμα μας λέει ότι: αν εκμηδενισθεί δηλαδή ολόκληρο το σώμα, δε θα υπάρχει ούτε πόδι, ούτε χέρι, εκτός αν μιλάει κανείς μεταφορικά και λέει για πέτρινο χέρι. Γιατί αν αυτό καταστραφεί, θα κατασκευασθεί άλλο όμοιο, αλλά το πραγματικό θα έχει νεκρωθεί. Όλα τα πράγματα καθορίζονται από την εργασία και τη δύναμη με την οποία την εκτελούν, και, μόλις αυτή η ικανότητά τους παύσει να υπάρχει, δεν μπορούμε πια να πούμε πως είναι τα ίδια ως προς την ουσία αλλά μονάχα ως προς το όνομα.

– Δηλαδή η πόλη αν κατάλαβα καλά κατά τον Αριστοτέλη είναι προγενέστερη από το άτομο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως κατά γέννηση και χρόνο το άτομο προηγείται της πόλης.

  Δημοκρατία: Στο έργο του «Μετά τα φυσικά» έχει καταγράψει τέσσερις τρόπους κατά τους οποίους κάποιο πράγμα πιθανώς να προηγείται κάποιου άλλου. [1050a στ. 3-20 και 1035b στ. 4-8]

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως λες, το άτομο κατά γέννηση και χρόνο προηγείται της πόλης, η προτεραιότητα όμως της πόλης στον Αριστοτέλη έγκειται στην τελειότητα κατά το είδος και την ουσία, δηλαδή την πορεία κάθε φυσικού πράγματος προς την ολοκλήρωσή του, π.χ. ο ολοκληρωμένος άνδρας του παιδιού.

Μετά τα Φυσικά 1050α στ. 4-5: «τά τῇ γενέσει ὕστερα τῷ εἴδει και τῇ οὐσία προτέρα».

Ενώ, λοιπόν, η πόλη είναι χρονικά (ως προς τη γέννησή της) ύστερη της οικογένειας ή της κώμης, εντούτοις προηγείται της κώμης, της οικίας και του ατόμου ως η τελειότερη συμβιωτική κοινότητα. Έτσι, το  ενεργεία προηγείται του δυνάμει, τόσο ως προς την ουσία, όσο και ως προς τη γένεση και το χρόνο.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, στο πρώτο κεφάλαιο στα πολιτικά του, μας λέει αυτό ακριβώς: (25) Έτσι είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο. Γιατί αν ο καθένας χωρισμένος από το σύνολο παύει να είναι αυτάρκης, θα βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρίσκεται και κάθε μέρος του σώματος σχετικά με το σύνολο. Εκείνος δε, που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός. (30) Φυσική, επομένως, είναι η ορμή που σπρώχνει όλους τους ανθρώπους σ’ αυτή την κοινωνία. Κι εκείνος που τη σύστησε πρώτος έγινε αιτία των μεγαλυτέρων αγαθών. Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ’ όλα. Γιατί η αδικία είναι ανυπόφορη όταν διαθέτει όπλα, και ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα την φρόνηση (που όπως μας λέει ο Ηράκλειτος είναι κοινή για όλους, άσχετα με το αν το εγώ του ανθρώπου υπερβαίνει την φωνή της φρόνησης) και την αρετή, (35) τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει και για αντίθετους σκοπούς. Γι αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας (αλλά θα λέγαμε και της φύσης, εφόσον μας λέει παραπάνω ότι κάθε πόλη υπάρχει από τη φύση της). Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο (τουλάχιστον, όπως καταλαβαίνουμε, μέσα σε μία πολιτεία στην οποία η πολιτειακή της οργάνωση, με βάση την παιδεία, οδηγεί στην ενωτική συμβίωση των πολιτών και στην ευδαιμονία του συνόλου).

Και όπως μας λέει στα «Ηθικά Νικομάχεια»:

Η μόρφωση και η άσκηση της αρετής οδηγούν προπαντός σε έντιμη ζωή.

«Προς ζωήν αγαθήν, ή παιδεία και ή αρετή μάλιστα άγουσιν»

Καθώς, αλλού πάλι, η γνωριμία με τον εαυτό μας είναι αρχή της ανθρώπινης σοφίας.

«Το γνώναι εαυτόν αρχή σοφίας ανθρώπινης.»

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο