Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 39ο

«Η δύναμη της Δημοκρατίας ενάντια στη βία»

 του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ωστόσο, πέραν του αισθήματος της συλλογικότητας και του κοινού συμφέροντος, το οποίο στην αρχαιότητα όντος όπως λες ήταν αναπτυγμένο, δε θα μπορούσαμε να μη δεχτούμε το γεγονός πως και τότε υπήρχε βία, τόσο στην καθημερινότητα των ανθρώπων όσο και μεταξύ των διάφορων πόλεων κρατών.

Ναι, εννοείται. Το γνωρίζουμε από τις αγορεύσεις των ρητόρων. Ο Αισχίνης, ο Δημοσθένης και ο Τίμαρχος που βρίσκονται στο πολιτικό προσκήνιο της ίδιας εποχής, εξαπολύουν ο ένας στον άλλο επιθέσεις πολιτικού, αλλά και ηθικού περιεχομένου.  Δεν λείπουν όμως και οι επιθέσεις μεταξύ ισχυρών ανδρών. Στο λόγο του Δημοσθένη, «Κατά Στεφάνου Ψευδομαρτυριών Α΄ 45. 63 – 67» ο Απολλόδωρος, μεγαλύτερος γιος του τραπεζίτη Πασίωνα, μηνύει τον Στέφανο για ψευδομαρτυρία κατά την υπεράσπιση του Φορμίωνα σε παλαιότερη δίκη. Μάλιστα του κάνει επίθεση για έλλειψη ήθους γενικότερα, θεωρώντας τον  κόλακα, κακό πολίτη και ιταμό τυχοδιώκτη.

[Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν, που είναι κόλακας των ανθρώπων που ευτυχούν και προδότης αυτών των ίδιων ανθρώπων όταν δυστυχούν, που απ’ τους καλούς και ενάρετους πολίτες οι όποιοι υπάρχουν στην πόλη κανέναν δεν έχει πραγματικό φίλο κι ούτε συμπεριφέρεται σ’ όλους το ίδιο, άλλα λυγίζει τη μέση με τη θέλησή του μπροστά στους ανθρώπους που είπαμε, που δεν εξετάζει αν κάνοντας αυτά θα αδικήσει κάποιο συγγενή του, ούτε αν θα αποκτήσει φήμη κακή στους άλλους, ούτε τίποτα άλλο έξω απ’ το πώς θα αποκτήσει κάτι περισσότερο, αυτόν τον άνθρωπο δεν ταιριάζει να τον μισεί κανένας σαν κοινό εχθρό όλης της ανθρώπινης φύσεως; Εγώ τουλάχιστο αυτό υποστηρίζω. (Δημ. 45.65)]

Σε ότι αφορά μάλιστα την προστασία των παιδιών στα σχολεία, τα οποία δυστυχώς σήμερα σε κάποιες υποβαθμισμένες περιοχές έχουν καταντήσει super market διακίνησης ναρκωτικών, αξίζει ν’ επισημάνουμε τι λέει ο Αισχίνης στο λόγο κατά Τιμάρχου (12) για τους νόμους που καθόριζαν την ορθή λειτουργία τους, καθώς και τότε υπήρχαν άνθρωποι διεφθαρμένοι.

«Οι δε δάσκαλοι των παιδιών να μην ανοίγουν τα σχολεία πριν την ανατολή του ηλίου και να τα κλείνουν πριν τη δύση του ηλίου. Και να μην επιτρέπεται σ’ όσους είναι μεγαλύτεροι από την ηλικία των παιδιών να μπαίνουν, όταν είναι μέσα τα παιδιά, εκτός κι αν είναι γιος ή αδελφός ή γαμπρός του δασκάλου, εάν παρόλα αυτά κάποιος εισέρθει, να θανατώνεται. Και οι γυμναστές πρέπει στις γιορτές του Ερμή να μην αφήνουν κανένα ηλικιωμένο με κανένα τρόπο να κάθεται μαζί με τα παιδιά. Και αν τον επιτρέψει και δεν τον διώξει από το γυμναστήριο, ο γυμναστής θα είναι ένοχος σύμφωνα με το νόμο περί διαφθοράς ελεύθερων παιδιών. Και οι χορηγοί που ορίζονται από το δήμο πρέπει να έχουν ηλικία άνω των σαράντα ετών».

Στους επόμενους στίχους ο Αισχίνης κάνει λόγο για το  βαρύτατο έγκλημα της παιδεραστίας, αλλά και την προσβολή των παιδιών και των δούλων, όπου η εξάντληση της επιβαλλόμενης τιμωρίας έφτανε έως την εσχάτη των ποινών. Εάν αυτό σήμερα φαντάζει σε μερικούς ως κάτι ακραίο τους προτρέπω ν’ αναλογιστούν την παράνομη εμπορευματοποίηση ανηλίκων με ποικίλες μορφές σε χώρες πολιτικά ορθές, η οποία έχει λάβει διαστάσεις κατακλυσμιαίες. Μάλιστα αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών σε συνεργασία με άλλους φορείς εκτιμούν ότι περίπου 1,2  εκατομμύρια  παιδιά πέφτουν θύματα trafficking ετησίως.

Όλα αυτά τα οποία συζητάμε σήμερα υπήρχαν και τότε διαφοροποιημένα και σε μικρότερη κλίμακα στα πλαίσια της πόλης, αλλά ταυτόχρονα επικρατούσαν και αυστηροί νόμοι για την αποτροπή τους. Η ίδια η κοινωνία  τους ψήφιζε και αυτή ήταν υπεύθυνη για την τήρησή τους, προωθώντας στο έπακρο όχι απλώς τη χρήση του ορθού λόγου, αλλά και την ιερότητα της φύσης και της ζωής. Αντίθετα σήμερα στην εποχή της κατανάλωσης και του κέρδους βιώνουμε τον «εξελιγμένο» πολιτισμό των αντιφατικών απαγορεύσεων και αποδοχών. Για παράδειγμα, ενώ το κάπνισμα του τσιγάρου προς απόλαυση σε δημόσιους κλειστούς χώρους απαγορεύεται, η εκπομπή ραδιενέργειας, η βρώση χημικών ή η εισπνοή καυσαερίων από τον ύπουλο κονιορτό των βιομηχανικών αερίων και των αυτοκινήτων θεωρούνται αποδεκτές.

Όμως, μιας και αναφέρθηκες στη μορφή της βίας που προκαλούσε ο πόλεμος, αυτό σχετιζόταν με το αίσθημα που είχε ο πολίτης ότι ανήκει σε μία πόλη, κάτι που βλέπουμε έντονα στον επιτάφιο λόγο του Περικλή, τον οποίο  εκφώνησε το 430 π.Χ. στον Κεραμικό μετά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου για να τιμήσει τους νεκρούς των μαχών. Στη δε  «Ορέστεια» του Αισχύλου στο τρίτο μέρος της τριλογίας «Ευμενίδες», η Αθηνά, μετά από τον κύκλο του αίματος που ξεκινά με τη θυσία της Ιφιγένειας και φθάνει ως τον Ορέστη, δημιουργεί το θεσμό ενός δικαστηρίου για να φρουρεί το δίκιο της πόλης και την ειρήνη της, αφού οι διενέξεις θα λύνονται πλέον με τη λεκτική διαμάχη. Έτσι, οι Ερινύες αποδέχονται να προστατεύουν την Αθήνα και να εμποδίζουν τις διαμάχες μεταξύ πολιτών. Χαρακτηριστική μάλιστα στο ίδιο έργο είναι η φράση που αναφέρει πως ο πόλεμος για την υπεράσπιση της πατρίδας είναι θεμιτός, αλλά όχι οι διχαστικές μάχες μεταξύ πουλιών που βρίσκονται στο ίδιο κλουβί.

Επίσης ας μη ξεχνάμε, σε αντίθεση με σήμερα που τα ΜΜΕ προωθούν  ασταμάτητα βίαιες εικόνες, τις οποίες τα παιδιά αντιγράφουν ως μοντέλα κοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά και πολέμους, πως από τον Όμηρο έως και τις αρχαίες τραγωδίες είναι έντονη τόσο η ιδέα του πένθους και της απώλειας ως μία μορφή διαμαρτυρίας ενάντια σε κάθε πόλεμο και σε κάθε μορφή βίας, όπως στην περίπτωση του Έκτορα, του Πατρόκλου κ.λπ., όσο και η αποκατάσταση της ομόνοιας, την οποία συναντάμε για παράδειγμα στο έργο «Φοίνισσαι» του Ευριπίδη, όπου η Ιοκάστη μάταια προσπαθεί να συμφιλιώσει τους δύο γιους της, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, που είναι έτοιμοι ν’ αλληλοσκοτωθούν.

Οι άνθρωποι δε θα φτάσουν ποτέ στην τελειότητα. Είναι ατελείς. Το ζητούμενο όμως είναι τι θέλουν οι κοινωνίες και τι επιδιώκουν μέσα από την παιδεία και τους θεσμούς. Εξάλλου, όπως έχει επισημάνει ο Αυστριακός συγγραφέας Αλεξάντερ Ράουτερ (1929 – 2006) στο έργο του «Η κατασκευή υπηκόων», όποιος ελέγχει τα σχολεία και τη δημόσια πληροφόρηση ελέγχει και τις βιογραφίες των ανθρώπων, σε βαθμό μάλιστα που να πανηγυρίζουν ακόμη και για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους. Ωστόσο, τα ολιγαρχικά συστήματα, αργά ή γρήγορα, θα καταστραφούν, καθώς διαπράττουν ύβρη στην ιερότητα της ζωής. Είναι λοιπόν προτιμότερο να τα διώξουμε πριν καταστραφούμε μαζί τους.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο