Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 38ο

«Η δύναμη της διεύρυνσης του επιχειρηματικού λόγου στα πλαίσια της δημόσιας σφαίρας»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Στην προηγούμενη συζήτησή μας είχες θίξει το θέμα της διάχυσης της εξουσίας στα σχολεία, όπως για παράδειγμα την ανάδειξη των δεκαπενταμελών συμβουλίων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση με κλήρωση. Κατά πόσο θεωρείς ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαλε στη δημοκρατία και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι προεκτάσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος;

Σήμερα, όπως έχω ξαναπεί, η σύγχρονη αντίληψη για τη δημοκρατία περιλαμβάνει βασικά και ουσιώδη αιτήματα, όπως είναι η αναγνώριση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, η συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας, ο έλεγχος και η κριτική επάνω σε θέματα πολιτικής δράσης και πολλά άλλα. Ωστόσο, όλα αυτά προϋποθέτουν ένα σταθερό αίτημα ανάγκης, που είναι η ύπαρξη μίας κοινωνίας πραγματικών πολιτών. Το πρόταγμα ενός τέτοιου εγχειρήματος θα μπορούσε να συμβάλει στην απομυθοποίηση, ήδη από τα πρώτα χρόνια της σχολικής εκπαίδευσης, της ανάδειξης και αναγνώρισης οποιασδήποτε αυτοπροβαλλόμενης κυρίαρχης αυθεντίας σε βάρος των υπολοίπων κυριαρχούμενων «κοινών θνητών».

Εξάλλου όλα τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν ελεύθερα και χωρίς διακρίσεις. Έτσι δεν είναι;

Ακριβώς! Θα έλεγα μάλιστα πως όλα τα ανθρώπινα όντα θα πρέπει να γεννιούνται και να μεγαλώνουν με ίσα δικαιώματα, ελευθερίες και ευθύνες. Φαντάσου πως ακόμη και παιδιά που έχουν μάθει να κρύβονται πίσω από την ασυλία της ανευθυνότητας τους και έχοντας ψυχολογία λαθρεπιβάτη, πολλές φορές εκφράζουν μία ατομική ή οργανωμένη βίαιη συμπεριφορά απέναντι στους πιο αδύναμους ή παιδιά που βιώνουν ένα αίσθημα κατωτερότητας κλείνονται στον εαυτό τους. Αυτοί οι μαθητές θα καλούνται πλέον ν’ αναλάβουν μέσα από τη μεταβίβαση της εξουσίας ένα ρόλο συλλογικής ευθύνης. Ένα ρόλο που θα τους προσφέρει μία νέα αντίληψη νοηματοδότησης της κοινωνικής τους πραγματικότητας στα πλαίσια του συλλογικού πράττειν.  Αυτός ο βιωμένος τρόπος της αμοιβαίας αναγνώρισης μέσα από την ανάθεση της συλλογικής ευθύνης θ’ απαλλάξει το παιδί, ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, από τη συστημική ενσωμάτωση του από οποιοδήποτε παραμορφωτικό σχήμα πολιτικοθρησκευτικού και πολιτισμικού μονοθεϊσμού που προβάλλεται ως τελική λύση.

Δες για παράδειγμα τους δύο δρόμους που οδηγούν στον Παρθενώνα. Θα έπρεπε να λέγονται οδός παλλάδος Αθηνάς ή οδός της σοφίας, την οποία συμβολικά εκπροσωπούσε και οδός Παρθενώνος. Παρόλα αυτά οι ιθύνοντες τους ονόμασαν Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου. Πέρασε δηλαδή για μια μέρα ο Απόστολος των Εθνών από την Ακρόπολη, κάθισε κάποιες ώρες και ο δρόμος πήρε τ’ όνομά του. Για να καταλάβουμε επειδή μιλάμε για λόγο, για ζωντανή πνευματική παράδοση αιώνων, αν μπορεί ποτέ σ’ ένα λαό που δεν τιμά τέτοιες μνήμες και αξίες να έρθει η Δημοκρατία.

Σήμερα τι θεωρείς ότι συμβαίνει και τι θα μπορούσε να γίνει;

Στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση που ασκεί το σύστημα σε όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου, όπως της ηθικής, του πολιτισμού, των αξιών κ.λπ.,  δομείται υπό την επήρεια των κανόνων του χρήματος και της εξουσίας και αυτό διαφαίνεται σε όλα τα επίπεδα συγκρότησης των κοινωνιών. Σε αυτή την εισβολή του βιωμένου κόσμου από το σύστημα ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας στο έργο του «Théorie de l’agir communicationnel» (Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης) αντιπροτείνει – και θα συμφωνούσα -την ελεύθερη ανάπτυξη του επιχειρηματικού λόγου σε όλους τους τομείς της δημόσιας σφαίρας, καθώς σήμερα εν πολλοίς βλέπουμε τους συνδικαλιστές που αποτελούν την μόνη φωνή της κοινωνίας απέναντι στο υπάρχον σύστημα να συναγελάζονται με την εκάστοτε εξουσία, η οποία έχει ενσωματώσει το κράτος για τον εαυτό της. Αντιπροτείνει, λοιπόν, τη διεύρυνση ενός επιχειρηματικού λόγου, ο οποίος εδράζεται στη σαφήνεια της γλώσσας και που, θα έλεγα, έχει ως στόχο την αναζήτηση αυτής της χαμένης ενότητας, που ενώ εσωτερικά καταλήγει στη γνώση του διασπασμένου εαυτού μας σε όλες του τις εκφάνσεις, εξωτερικά μεταστοιχειώνεται σε πολιτική πράξη, γίνεται  αλληλογνωσία.

Εξάλλου, όταν ο λόγος είναι στραμμένος μόνο προς τα μέσα είναι ανάπηρος, μηρυκαστικός, αδρανής και ενίοτε αυτοεπιβεβαιωτικός, με αποτέλεσμα να οδηγεί στην αυτοϊκανοποίηση της πίστης μας σε οποιαδήποτε   πολιτικοθρησκευτική αυθεντία. Είναι μία πράξη που δεν παράγεται από την καθημερινή διαλεκτική σχέση μας με τον κόσμο, αλλά, όπως εύστοχα είχε διατυπώσει ο Νίτσε για το περιεχόμενο της συνείδησης στο έργο του «Πέρα από το Καλό και το Κακό», σε όλα όσα επίμονα απαιτήθηκαν για μας όταν ήμασταν παιδιά μέσα από συγκρουσιακές σχέσεις επιβολής και ισχύος από ανθρώπους που τους φοβόμασταν και τους σεβόμασταν.

Εδώ ο Νίτσε φαντάζομαι δεν εννοεί μόνο το σχολείο;

Σαφώς! Εδώ μάλιστα πέρα από το σχολείο θα προσέθετα και τον αρνητικό ρόλο της αυταρχικής οικογένειας στη διαμόρφωση των παιδιών, τα οποία την αντιλαμβάνονται ως μία μικρογραφία της κοινωνίας, ενώ τους γονείς ως αντιπροσώπους του κράτους. Έτσι, οι καταπιεστικοί προς τα παιδιά τους γονείς, πλην όμως αμέτοχοι και παθητικοί απέναντι σε  οποιαδήποτε λήψη αποφάσεων της εξουσίας σε βάρος της κοινωνίας, μεταβιβάζουν τη νοοτροπία του υποτελούς  και στα παιδιά τους. Εδώ αξίζει να σου αναφέρω, όπως σημειώνει ο Ντήτριχ Χενς στη μελέτη του η «Η καταπιεστική οικογένεια», πως ο διαμορφωμένος αυταρχικά από τις οικογενειακές συνθήκες άνθρωπος γίνεται ικανός να υποταχτεί αργότερα σε οποιεσδήποτε άλλες δομές και συνθήκες.

Εντούτοις, για να συνεχίσουμε με τα προηγούμενα, αν ο λόγος στραφεί, όπως έλεγα, μόνο προς τα έξω, δηλαδή επιδιώκει την τεχνική της πειθούς σαν αυτοσκοπό, όπως γίνεται στην πολιτική, στη δημαγωγία, στη διαφήμιση, στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων κ.λπ., προσπαθώντας να επικρατήσει ή να κυριαρχήσει επάνω στους άλλους, τότε χάνεται κάθε δυνατότητα κοινής δράσης, η οποία εξασφαλίζεται επάνω στη βάση της κατανόησης. Γι’ αυτό άλλωστε η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από συγκρούσεις, αποχωρισμούς και παρεξηγήσεις. Στην αρχαιότητα η ρητορική σχετιζόταν με την ακριβή και αποτελεσματική χρήση της γλώσσας. Μέσα από την ορθή χρήση της οι άνθρωποι αναζητούσαν το αληθές. Για το λόγο αυτό και η Πειθώ θεωρείτο Θεά, ήταν κόρη του Ωκεανού και της Θέτιδος, προετοιμάζοντας τους ομιλητές για την ανάπτυξη της ρητορικής. Δεν είχε σχέση, όπως σήμερα, με την ευγλωττία ή την προσηγορία, αυτές περισσότερο είναι δικανικές τέχνες, αλλά με την τέχνη του ορθού λόγου και της διαλεκτικής σύνθεσης.

Άρα πώς θα παραχθεί πολιτική όταν έχει χαθεί αυτή η ενότητα της κοινής δράσης; Αν οι άνθρωποι είχαν μάθει να χρησιμοποιούν την τέχνη του λόγου μέσα από την πολλότητα των γνωμών – εξαιρούνται βεβαίως οι ξερόλες, δηλαδή οι κατά φαντασίαν παντογνώστες, που πάντα υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν – θα την φέρανε σε κάθε δραστηριότητα του δημόσιου βίου, στη φιλία, στον έρωτα, στο σχολείο, στην οικογένεια, στην καθημερινότητα, ακόμη και στο θάνατο. Αυτόν τον τελευταίο άγνωστο συνομιλητή που απαιτεί από μας τη δυνατότητα νοηματοδότησης της ύπαρξής μας μέσα σ’ ένα κόσμο συμπαντικής και κοινωνικής ολότητας, όπως ακριβώς τον είχαν συλλάβει οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μεταστοιχειώνοντας τον στην Κλασική Περίοδο σε συλλογικότητα.  Αυτή είναι η πατρίδα μας, σ’ αυτή πρέπει να επιστρέψουμε, γιατί είναι ο μόνος χώρος που μας επιτρέπει να μιλήσουμε αληθινά, αφήνοντας περιθώριο στους  άλλους, αλλά και στον εαυτό μας να συναντηθούν.

Μία τέτοια συλλογική διάσταση της ζωής θα μπορούσε να συνδυάσει την τεχνική εκπαίδευση των παιδιών με την ευρύτερη γενική παιδεία που θα απέβλεπε στο κοινό συμφέρον, δηλαδή την ενότητα ανάμεσα στο δημόσιο και ιδιωτικό βίο. Εξάλλου, το να μάθει κανείς ένα οποιοδήποτε επάγγελμα είναι άχρηστο εάν αυτό δε συνοδεύεται από ηθικές αξίες και αρετές, οι οποίες στηρίζονται επάνω στη συνέπεια την ειλικρίνεια και την επίγνωση της αγαθής πράξης απέναντι στο σύνολο. Πόσο δε μάλλον σήμερα, όπου με κάθε επιστημονική ανακάλυψη από την μία ανακύπτουν τεράστια οικονομικά οφέλη, ενώ από την άλλη μεγάλα ηθικά ερωτήματα.

Μάλιστα όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων» και το επισημαίνει εύστοχα ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε κείμενό του για την αρχαιοελληνική φιλία και τη διαστρέβλωση της απ’ την υποκριτική χριστιανική ηθική:

«Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους».

[Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο