Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 36ο

«Η διαλεκτική σύνθεση της ενότητας»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Αν και η έννοια του Πολίτη στην εποχή του Ηράκλειτου δεν είχε ακόμα συντελεστεί, όπως είπες σε προηγούμενη ερώτηση, ωστόσο η σκέψη του δε συνδέεται με το Αριστοτελικό αίτημα της συλλογικής αυτάρκειας;

Ο Αριστοτέλης συνδέει στενά την ηθική με την πολιτική και ορίζει τον άνθρωπο ως «φύσει ζῷον πολιτικόν» (Πολιτικά, 1253a).

«ἔτι τὸ οὗ ἕνεκα καὶ τὸ τέλος βέλτιστον· ἡ δ’ αὐτάρκεια καὶ τέλος καὶ βέλτιστον. ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον, καὶ ὁ ἄπολις διὰ φύσιν καὶ οὐ διὰ
τύχην ἤτοι φαῦλός ἐστιν, ἢ κρείττων ἢ ἄνθρωπος»

Μεταφρ.: (Μοσκόβης) «Επίσης ότι η έσχατη αιτία και ο προορισμός των όντων είναι το πιο σημαντικό αγαθό. [1253a] Και η αυτάρκεια αποτελεί συγχρόνως τον σκοπό και το μέγιστο αγαθό. Από τις παραπάνω, λοιπόν, σκέψεις, γίνεται ολοφάνερο ότι η πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του προορισμένος να ζήσει μέσα στην πόλη (πολιτικόν ζώον). Εκείνος δε που περνά τη ζωή του έξω από την πόλη, από τη φύση του και όχι από κάποια ατυχία, είναι ανήθικος ή κάτι ανώτερο από άνθρωπος»

Θεωρεί δηλαδή ότι ο άνθρωπος μόνο ως μέλος της πολιτείας μπορεί να πραγματώσει τους ατομικούς του σκοπούς. Έτσι, η κοινωνία αποτελεί την πραγματική του ολοκλήρωση όταν ο κύριος σκοπός της συνίσταται στην εξασφάλιση μια αγαθής, δηλαδή ενάρετης συμβίωσης των μελών της.

Εάν, λοιπόν, το άτομο είναι ξεκομμένο απ’ το κοινωνικό σύνολο, το οποίο είναι προγενέστερο, θα πρέπει να επανασυνδεθεί, καθώς, όπως μας λέει παρακάτω (Πολιτικά, 1253a 25 – 30), εάν ζει εκτός κοινωνίας είναι είτε θηρίο είτε θεός.

«ὅτι μὲν οὖν ἡ πόλις καὶ φύσει καὶ πρότερον ἢ ἕκα-
στος, δῆλον· εἰ γὰρ μὴ αὐτάρκης ἕκαστος χωρισθείς, ὁμοίως
τοῖς ἄλλοις μέρεσιν ἕξει πρὸς τὸ ὅλον, ὁ δὲ μὴ δυνάμε-
νος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι’ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος
πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός.»

Μεταφρ.: (Μοσκόβης) «Έτσι, λοιπόν, είναι προφανές ότι η πόλη υπάρχει από τη φύση της και είναι προγενέστερη από το άτομο. Γιατί αν ο καθένας χωρισμένος από το σύνολο παύει να είναι αυτάρκης, θα βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην οποία βρίσκεται και κάθε μέρος του σώματος σχετικά με το σύνολο. Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός.»

Συνεπώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει από μόνος του αν δεν συνδεθεί με την πολιτεία και δεν μπορεί να είναι αυτάρκης εάν δεν λειτουργεί μέσα σε αυτήν ως πολιτική οντότητα με όρους πολιτικής αυτονομίας, δηλαδή αυτοθέσμισης και όχι παραχώρησης της βούλησής του σε μία αρχή, η οποία με μεταφυσικό τρόπο καταφέρνει να  συμπυκνώνει κάθε τέσσερα χρόνια ή και ισόβια το σύνολο τον προσωπικών θελήσεων όλων των πολιτών. Κάτι που γίνεται σήμερα με τους βουλευτές, τους  δημάρχους, τους περιφερειάρχες και άλλους πολιτικούς άρχοντες ή παλαιότερα με τους ισόβιους βασιλείς, οι οποίοι θεσμοθετούν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του συνόλου της κοινωνίας. Η πολιτεία, λοιπόν, αποτελεί το σκοπό και την πραγμάτωση της ανθρώπινης ζωής στη εξέλιξή της, καθώς το ανθρώπινο ον αν αφεθεί στις ορέξεις του είναι επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και στη λαιμαργία. (Πολιτικά, 1253a 35)

«διὸ ἀνοσιώτατον καὶ ἀγριώτατον ἄνευ ἀρετῆς, καὶ πρὸς ἀφροδίσια
καὶ ἐδωδὴν χείριστον ἡ δὲ δικαιοσύνη πολιτικόν· ἡ γὰρ
δίκη πολιτικῆς κοινωνίας τάξις ἐστίν, ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ
δικαίου κρίσις.»

Μεταφρ.: (Μοσκόβης) «Γι αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας. Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο.»

 Επομένως η πόλη αποτελεί μία φυσική πραγματικότητα και ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ζώο πολιτικό. Γι’ αυτό και η ορμή των ανθρώπων ως προς την πραγμάτωση μίας αυτόνομης και δίκαιης κοινωνίας μέσα από τη δημιουργία θεσμών που συνεχώς αναπαράγονται από τη συλλογικότητα, ανάγεται στην ίδια τους τη φύση.

Πώς εξηγείς αυτό που λέει ο Αριστοτέλης, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο επιρρεπές και άγριο ον σε σχέση με τα ζώα σε ότι έχει να κάνει με τις ενστικτώδεις τάσεις ή ενορμήσεις του;  

Εδώ θα πρέπει να επαναλάβουμε κάποια πράγματα στα οποία είχαμε αναφερθεί και παλαιότερα, σχετικά με τη διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στο ένστικτο των ζώων και τις ανθρώπινες ενορμήσεις, στην οποία αναφέρεται ο Φρόυντ και αναλύει περαιτέρω ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε ομιλία του, η οποία δόθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1993 στο Γαλλικό Ινστιτούτο  Θεσσαλονίκης, με θέμα «Η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση της γέννησης της κοινωνίας». Η διαφορά  έγκειται στο γεγονός ότι στα ζώα οι ενορμήσεις ή τα ένστικτα, είναι καθορισμένα, και βιολογικώς λειτουργικά. Παραδείγματος χάρη, για ένα σκύλο η όψη και η οσμή μίας σκύλας είναι η αιτία διέγερσης του σεξουαλικού του ενστίκτου και είναι πάντα αυτό. Το ίδιο ισχύει για την τροφή, για την κατοικία κλπ. Στην ανθρώπινη ψυχή όμως δεν έχουμε αυτή την αντιστοιχία. Διότι στην ανθρώπινη ψυχή έχουμε μία τερατώδη νεοπλασία, ένα καρκίνωμα της ανθρώπινης ψυχής που είναι η ριζική φαντασία. Ο Καστοριάδης την ονομάζει καρκίνωμα διότι η ανάπτυξή της είναι ανεξέλεγκτη και δεν αντιστοιχεί σε καμία βιολογική λειτουργία. Αν πάρουμε για παράδειγμα το σεξουαλικό πεδίο, έχουμε τους λεγόμενους κανονικούς ανθρώπους, έχουμε όμως και τους ομοφυλόφιλους των δύο φύλων, έχουμε τους αμφιφυλόφιλους, τους φετιχιστές, τους σαδομαζοχιστές, τους ηδονοβλεψίες, τους επιδειξίες κ.λπ. Ακόμη και στους λεγόμενους κανονικούς ανθρώπους, αν εξετάσει κανείς βαθύτερα τις φαντασιώσεις που συνοδεύουν τη σεξουαλική διέγερση και ικανοποίηση θα δει ότι δεν έχουν καμία σχέση με την αναπαραγωγή. Έτσι, λοιπόν, τα ανθρώπινα όντα τα ορίζουμε από αυτή τη ριζική φαντασία, η οποία χαρακτηρίζεται από την αντικατάσταση της ηδονής των οργάνων με την μη αιτιακά προσδιορισμένη ροή των παραστάσεων, των επιθυμιών και των αισθημάτων. Συνεπώς οι άνθρωποι είναι ζώα τελείως ανίκανα να αφεθούν στον εαυτό τους όχι γιατί θα επεδίδοντο στην απεριόριστη ικανοποίηση των σεξουαλικών και άλλων ορμών τους, αλλά διότι θα έμεναν εγκλωβισμένοι σε μία αυτάρκη ψυχική μονάδα, η οποία είναι περιστασιακά κλεισμένη στον εαυτό της και η οποία αφήνεται στην απεριόριστη ηδονή που της δίνουν οι παραστάσεις. Αυτή η κατάσταση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις απαιτήσεις επιβίωσης του ανθρώπινου όντος ως βιολογικού όντος.

Έτσι, λοιπόν, κάθε κοινωνία προσπαθεί να διορθώνει ή ακόμα και όταν δεν το κατορθώνει, προσπαθεί ν’ αμύνεται  μέσω των θεσμών και των νόμων απέναντι σε αυτές τις τερατώδεις νεοπλασίες της ανθρώπινης ψυχής. Κάτω από αυτή την οπτική, για να συνοψίσουμε, θα λέγαμε συμπερασματικά πως το άτομο υπάρχει για την πολιτεία και όχι η πολιτεία για το άτομο. Η δε ατομιστική θεώρηση της ηθικής συμπληρώνεται και μεταβάλλεται λόγω της σχέσης της ηθικής με την πολιτική, καθόσον η πολιτική επιδιώκει ή θα πρέπει να επιδιώκει την ευημερία όλων των μελών της πολιτείας. Υπ’ αυτή την έννοια το ηθικό αίτημα του Αριστοτέλη για μία κοινωνία αυτάρκη, αποκτά τη δυναμική της μέσα από τον «Ξυνό» Ηρακλείτειο Λόγο που ακολουθεί τους νόμους της φύσης.

«Του λόγου δεόντος ξυνού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν»

Ο ίδιος ο κόσμος, λοιπόν, νοείται μόνο μέσα από μία κοινή λογική, η οποία συγκροτεί την ενότητα του.

«ουκ εμού, αλλά του λόγου ακούσαντες σοφόν έστιν εν πάντα είναι» [απόσπασμα 50]

Μια ενότητα  η οποία συνθέτει όλες τις αρχικές αντιθέσεις της διαλεκτικής σπειροειδούς κίνησής του κόσμου μέσα στο γίγνεσθαι του χρόνου. Ο πόλεμος και η διχόνοια, ο αέναος ανταγωνισμός του κάθε πράγματος με το αντίθετό του, είναι η μοίρα του κυκλικού γίγνεσθαι, που παράγει την αρμονία, καταυγάζοντας την ταυτότητα του Όντος. Το αντίθετο, μας λέει ο Ηράκλειτος, συγκλίνει, και απ’ τις διαφορές (γεννιέται) η πιο όμορφη αρμονία, και τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια.

«Τὸ ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καὶ πάντα κατ’ ἔριν γίνεσθαι»

Ενώ αλλού, στα σωζόμενα αποσπάσματα από το μοναδικό του έργο με τίτλο «Περί φύσεως», ο Ηράκλειτος, κάτω από μία ευρεία είδωση των πραγμάτων, καλύπτει κάθε κοσμική και ανθρώπινη φαινομενική αντιθετικότητα (γέννηση – θάνατος, άπειρο – πεπερασμένο, ύπαρξη – ανυπαρξία, χάος – κόσμος, χώρος – χρόνος, ημέρα – νύχτα, κ.λπ.). Εξάλλου, χωρίς αυτή τη διττή, διαλεκτική σχέση δε θα υπήρχε συνείδηση.

«ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή.»

«Ο ανήφορος και ο κατήφορος είναι ο ίδιος δρόμος.»

Ωστόσο, αργότερα και ο Χέγκελ επηρεασμένος από τον Ηράκλειτο διαμόρφωσε βαθιά τη δυτική σκέψη μέσα από τη διαλεκτική θεωρία του.

Για το Γερμανό φιλόσοφο Χέγκελ (1770 -1831) ο συνολικός κόσμος θεωρείται ότι είναι «στιγμές» στην πορεία της εξέλιξης της Ιδέας. Η Ιδέα περικλείει μέσα της όλες τις αντιφάσεις. Πρώτη της στιγμή είναι η Άρνηση του εαυτού της (που σημειώνει την αρχή του κατακερματισμού της για τη δημιουργία όλων των όντων). Στη συνέχεια εξελίσσεται διαλεκτικά και καταλήγει στη σύνθεση (δηλαδή στην επιστροφή στον εαυτό της). Οι τρεις αυτές φάσεις συνθέτουν κυρίως το Χεγκελιανό φιλοσοφικό σύστημα που αναλύεται στα τρία βασικά έργα του Χέγκελ: «Λογική», «Φιλοσοφία της Φύσης» και «Φιλοσοφία του Πνεύματος».

Ο Χέγκελ θεωρεί, συμβαδίζοντας με τον Ηράκλειτο, πως η φύσις ή κόσμος δεν προέκυψε από κάποιο εξωσυμπαντικό ον, αλλά αυτό που ονόμασε ως απόλυτη ιδέα βρίσκεται σε μία αέναη κίνηση ή εξέλιξη. Έτσι, χρησιμοποίησε ως μέθοδό του τη διαλεκτική, η οποία περιλαμβάνει μέσα στο καθολικό όλο τον πλούτο του ειδικού, το οποίο βρίσκεται σε μία διαρκή αλληλεξάρτηση, αλληλοσύνδεση και αλληλοκαθορισμό των εσωτερικών του δυνάμεων. Αυτή η κίνηση των αντιθέτων ονομάζεται διαλεκτική κίνηση, τα σημεία όπου εκφράζονται αυτές οι αντιθέσεις ονομάζονται στιγμές, και αποτέλεσμα της διαπάλης των στιγμών μεταξύ τους είναι η αναίρεσή και η σύνθεσή τους σε μια νέα μορφή που εμπεριέχει στοιχεία όλων των συναιρούμενων στιγμών. Έτσι, η διαλεκτική κίνηση κατά το Χέγκελ αποτελείται από τρία στάδια που εκφράζονται με το σχήμα: Θέση – Αντίθεση – Σύνθεση.

Πάντως βλέπουμε ότι στην σκέψη αυτών των μεγάλων φιλοσόφων στους οποίους και αναφέρθηκες, επικρατεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο νόμος της καθολικής ενότητας.

Ακριβώς! Βασικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής σκέψης, η οποία επηρέασε αργότερα και το δυτικό κόσμο, είναι ότι πίσω από τις άπειρες μορφές και εκφάνσεις του κόσμου βρίσκεται η θεμελιώδης αρχή της συμπαντικής ενότητας. Παρά, λοιπόν, το Ησιόδειο αρχικό χάος, το οποίο ορίζεται μόνο μέσα από τη σχέση του με τον κόσμο και την ανυπέρβλητη αναγκαιότητα άρνησης του εαυτού του, το άπειρο διεισδύοντας στο πεπερασμένο αποκτά τη συνείδηση του εαυτού του. (Γ. Δραγώνας, Η προέλευση της μεταφυσικής ανάγκης).

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το Είναι εκδηλώνεται μέσα από τη διαλεκτική κίνηση και αλληλεπίδραση των αντιθέτων σε όλες τις εκφάνσεις του κοσμικού γίγνεσθαι. Ωστόσο, αυτή η λογικότητα η οποία συλλαμβάνεται και ως ενότητα του κόσμου, μπορεί ως ένα βαθμό να εκφραστεί από τις αρχές της ελευθερίας, της αρμονίας και του κάλους μέσα από την οργανική συνοχή της δημοκρατίας, όπως αυτή εκφράστηκε ως συλλογικότητα ήδη από τον 5ο αιώνα. Δες για παράδειγμα το Παρμενίδειο σύστημα ως χαρακτηριστικό δείγμα του Ελληνικού τρόπου σκέψης, το οποίο δεν είναι παρά ένας τρόπος να κατανοήσουμε πως το Σύμπαν μέσα μας είναι ο κόσμος του Όντος «Το γάρ αυτό εστί νοείν και είναι».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο