Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 31ο

Η γέννηση της νεότερης κοινοβουλευτικής ιδεολογίας

Του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

 – Στις προηγούμενες συζητήσεις μας αναφέρθηκες διεξοδικώς στις πολιτικές που οδήγησαν στη διαμόρφωση της δημοκρατίας του 5ου αιώνα. Σήμερα πού βρισκόμαστε και πώς φτάσαμε να οδηγηθούμε στον κοινοβουλευτισμό;

Το σημερινό πολίτευμα, όπως πολύ σωστά ανέφερες, δεν είναι δημοκρατία, αλλά κοινοβουλευτισμός. Για να χρησιμοποιήσω καλύτερα έναν όρο στον οποίο πολλές φορές έχει αναφερθεί ο καθηγητής και πρώην πρύτανης Γιώργος Κοντογιώργης, το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι εκλόγιμη Μοναρχία που έχει όλα τα δομικά χαρακτηριστικά της απόλυτης μοναρχίας.

Ο κοινοβουλευτισμός καθιερώθηκε, όπως έχουμε ξαναπεί, από τους Αγγλοσάξονες στην προσπάθεια τους να περιορίσουν την Μοναρχία. Με τον μεγάλο συνταγματικό χάρτη, την Μάγκνα Κάρτα, το 1215 μ.Χ., καθορίστηκαν με ακρίβεια τα θεωρητικά όρια της βασιλικής εξουσίας. Παρόλα αυτά οι μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις, με το σχηματισμό των νεότερων κρατών, ενίσχυσαν τις απόλυτες και συγκεντρωτικές ελέω θεού μοναρχίες, στις οποίες η δημοκρατία δεν εφαρμόστηκε.

Η γέννηση της νεότερης αστικής κοινοβουλευτικής ιδεολογίας, επηρεασμένη από τα αιτήματα των ουμανιστών (ανθρωπιστών) του 16ου αιώνα, οι οποίοι προέβαλαν την ανάγκη για παιδεία και πολιτισμό, τοποθετείται στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Το 1516 ο σερ Τόμας Μορ, άγγλος λόρδος που θα προαχθεί σε καθολικό Άγιο από τον Πάπα μόλις το 1935, θα εκδώσει το βιβλίο του «Περί της καλλίστης δημοκρατίας της ευρισκομένης επί της νέας νήσου Ουτοπίας». Ο Τόμας Μορ υπήρξε φίλος του ολλανδού φιλολόγου και αναγεννησιακού ουμανιστή Έρασμου, που θα γράψει το 1509 το «Μωρίας εγκώμιο» στο σπίτι του Μορ στην Αγγλία. Στο έργο αυτό βάζει την «τρέλα» να μιλήσει γι’ αυτόν, γεγονός που του επιτρέπει ν’ ασκήσει δριμύτατη κριτική στις γενικές φαυλότητες της εποχής του προς όλες τις επαγγελματικές και θεσμικές κατευθύνσεις. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού κατά τον 18ο αιώνα, κυρίως από τον Άγγλο φιλόσοφο και πολιτικό στοχαστή  Τζον Λοκ (Σόμερσετ 29 Αυγούστου 1632 – Λονδίνο 28 Οκτωβρίου 1704) βασικό εκπρόσωπο του βρετανικού εμπειρισμού και τον Γαλλοελβετό φιλόσοφο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (Γενεύη 28 Ιουνίου 1712 – Γαλλία 2 Ιουλίου 1778) συστηματοποίησε αυτή την κριτική και τοποθέτησε την πηγή κάθε εξουσίας στη λαϊκή θέληση. Από τότε η δημοκρατική ιδεολογία μπόρεσε να διαμορφωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Ο Τζον Λοκ και ο Ζαν – Ζακ Ρουσσώ αποτελούν δύο μορφές στις δύο χρονικές άκρες της «εποχής Διαφωτισμού» γνωστή και ως «Siècle des lumières» Ο Λοκ είναι μία μορφή που μας εισάγει στην έννοια του διαφωτισμού, καθώς πεθαίνει στις αρχές του 18ου αιώνα, ενώ ο Ρουσσώ κάνει ένα βήμα παραπέρα προκειμένου να μας βγάλει από το διαφωτισμό, διευρύνοντας  ακόμα περισσότερο την έννοια της κοινωνικής ελευθερίας.

Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες του Λοκ είναι αυτή του κοινωνικού συμβολαίου που συνάπτει η κοινωνία με τη δημόσια εξουσία. Για τον Λοκ η έννοια της ιδιοκτησίας συνδέεται με την έννοια της δημιουργίας. Πρώτος σκοπός της πολιτικής κοινότητας είναι επομένως να εγγυάται την ασφάλεια, την ιδιοκτησία και την ελευθερία των πολιτών. Εντούτοις, όταν η εξουσία επιχειρεί να υπερβεί τα όριά της και να γίνει δεσποτική ή σφετεριστική, το συμβόλαιο αυτομάτως διαλύεται. Με την άμεση επιστροφή στην κατάσταση της φύσης οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να προβάλουν αντίσταση στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Έτσι ο Λοκ συγκροτεί τη θεωρία του δικαιώματος της επανάστασης, στο οποίο είναι απαραίτητο να προσφεύγουν οι άνθρωποι εναντίον της τυραννίας και κάθε σφετερισμού της εξουσίας. Η πολιτική του φιλοσοφία ότι ο λαός έχει το δικαίωμα της αντίστασης επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Αμερικανική επανάσταση, καθώς και το σύνταγμά της, το οποίο ψηφίστηκε το 1787, κυρίως ως προς το διαχωρισμό των εξουσιών, ξεκινώντας από τη νομοθετική και την εκτελεστική, καθώς και το πρώτο σύνταγμα της Γαλλίας το 1791 κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης, όπου καταργούσε την απόλυτη εξουσία του βασιλιά. Η θέση αυτή της υπεράσπισης της ελευθερίας οδήγησε τον Λοκ στην αρχή της ανεξιθρησκίας, δηλαδή της θρησκευτικής ανοχής. Όρος που εισήχθη στην Ελλάδα πριν την επανάσταση από τον Έλληνα κληρικό και διαπρεπή στοχαστή του νεοελληνικού διαφωτισμού, μεταφραστή του Βολταίρου, Ευγένιο Βούλγαρη (1716 – 1806) ως απόδοση του γαλλικού tolérance (religieuse) «θρησκευτική ανεκτικότητα».  

Στην άλλη άκρη, δηλαδή στο κλείσιμο της εποχής του διαφωτισμού, σε αντίθεση με τον Λοκ, ο Ρουσσώ πιστεύει πως η ιδιοκτησία αποτελεί ένα παλαιό κοινωνικό συμβόλαιο αδικίας. Ξεκινώντας έτσι από τη βασική αρχή πως όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, αλλά στην πορεία της ζωής τους είναι αλυσοδεμένοι από χίλιες πλευρές, καταγγείλει τις αδικίες και τις αυθαιρεσίες της λεγόμενης «πολιτισμένης» σύγχρονης κοινωνίας, προτείνοντας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα απελευθερώσει τους ανθρώπους από τις όποιες κοινωνικές ανισότητες. Η αληθινή ελευθερία, λοιπόν, για τον Ρουσσώ είναι η ελευθερία της ίδιας της κοινωνίας και ο λαός ως κυρίαρχος δεν μπορεί να παραχωρεί την κυριαρχία του στην κάθε εξουσία – η οποία κατά τον Λοκ έχει ρόλο ρυθμιστή – παρά μόνο να χρησιμοποιεί τους βουλευτές του ως επιτρόπους, δηλαδή εντολοδόχους της θέλησής του, τους οποίους και μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ ανακαλέσει. Δυστυχώς σήμερα ούτε καν βρισκόμαστε σε αυτό το στάδιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,  καθώς όχι μόνο η πολιτική τάξη δεν υπάγεται στη δικαιοσύνη δυνάμει της  «Αριστοτελικής» αρχής του ευθύνειν και του ελέγχειν, όπως κάθε πολίτης,  αλλά και η ανάκληση των πολιτικών όταν αυτοί πολιτεύονται αντίθετα προς το συμφέρον της κοινωνίας καθίσταται αδύνατη.

 Ωστόσο, στην πορεία πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα με την μετάβαση των κοινωνιών στη βιομηχανική επανάσταση και στα σύγχρονα αστικά κράτη;

Με τη διεύρυνση της αγοράς σε εθνική κλίμακα, η παλαιά δομή της οικονομίας που χωριζόταν σε μικρές μονάδες άρχισε να υποχωρεί: οι βιοτέχνες έγιναν βιομηχανικοί εργάτες ή επιχειρηματίες, αναπτύχθηκαν μεγάλα αστικά κέντρα και μια δραστήρια και ανθηρή αστική τάξη άρχισε να ανέρχεται και να διεκδικεί τον τίτλο της ιθύνουσας τάξης. Στην πραγματικότητα η συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων κρατών (εθνικών κρατών) στην Ευρώπη, αλλά και στη συνέχεια η αυτονόμηση των αγορών και του κεφαλαίου, κατέστησε ουτοπική κάθε προσπάθεια για άμεση δημοκρατία. Ενώ παράλληλα οι στρατηγικές στόχευσης των διεθνών αγορών ώθησαν και συνεχίζουν να ωθούν τους  λαούς σε μία ομογενοποίηση χωρίς ανθρωπιστικό πρόσημο, η οποία αίρει τον κοσμοπολιτισμό και την διαφορετικότητα και που ως κύριο σκοπό έχει τη διακίνηση του εμπορίου και της φθηνής εργασίας προς όφελός τους.

Σήμερα μόνο ορισμένες κοινότητες περιορισμένης έκτασης, όπως μερικά ελβετικά καντόνια εφαρμόζουν μορφές άμεσης δημοκρατίας σχεδόν στα πρότυπα της αρχαίας ελληνικής πόλης. Ως θεσμός, η δημοκρατία ενσαρκώνεται πλέον σ’ ένα κατ’ επίφαση αντιπροσωπευτικό σύστημα, σε σημείο μάλιστα που να ταυτίζεται με την ύπαρξη πολλών κομμάτων, η ακόμη χειρότερα, με τον δικομματισμό, ο οποίος επιβάλλεται και προβάλλεται ως δημοκρατική επιλογή και δικαίωμα από τις σύγχρονες ολιγαρχίες. Η αληθινή δημοκρατία όμως, δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη φιλελεύθερη και πολυκομματική ιδεολογία, επειδή η αρχή της ισότητας και της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών, αλλά και η αξιολογία της αριστείας  εντός των πλαισίων και προς όφελος του δήμου, αποτελούν ύψιστα αιτήματα της δημοκρατίας, χωρίς τα οποία καθίσταται απλώς μία τυπική λέξη. Δυστυχώς σήμερα έναντι του αιέν αριστεύειν επικρατεί η αρνητική αξιολογία της ήσσονος προσπάθειας στο εσωτερικό των  κομματικών παρατάξεων και του ελάχιστου κοινού παρανομαστού της κομματικής γραμμής.

Κατά πόσο θεωρείς πως τα προτάγματα του πνευματικού κινήματος του διαφωτισμού και του ανθρωπισμού, τα οποία αντλούσε απευθείας από την αρχαιότητα, επηρέασαν τις πολιτικές εξελίξεις στη νεότερη Ελλάδα;

 Δυστυχώς στην Ελλάδα από γεννήσεως του νεοελληνικού κράτους έως σήμερα επικράτησε ένας χρησιμοθηρικός απλοϊκισμός στη σκέψη. Ένα νεοελληνικό ιδεολογικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική ταυτότητα από την άκρα αριστερά έως την άκρα δεξιά, το οποίο δε θεμελιώθηκε πάνω στις αξίες της δημοκρατίας, αλλά άντλησε  την ταυτότητά του – ακροβατώντας μεταξύ ανατολής και δύσης – από τον απέναντι, τον ξένο, τον διαφορετικό, που σε μία εξατομικευμένη διάσταση βλέπουμε να ενσαρκώνεται ανταγωνιστικά και κυρίως ως μέτρο σύγκρισης και αναφοράς του εαυτού μας με τους άλλους, το διπλανό μας ή ακόμα και το γείτονα μας. Κατά τον Αυστριακό ψυχολόγο Άλφρεντ Άντλερ (1870 –  1937)  ιδρυτή της σχολής της ατομικής ψυχολογίας, μέσα από το έργο του «Η νευρωτική δομή» η τάση της μεταβολής της διαφορετικότητας σε αντιθετικότητα δεν είναι παρά ένας αγώνας για υπεροχή  που δείχνει νευρωτικά άτομα, τα οποία στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν το αίσθημα κατωτερότητας  βλέπουν παντού αντιπαραθέσεις.

Εξάλλου, για να επιστρέψω στην ερώτησή σου, κατά την ιστορική εξέλιξη της σύγχρονης Ελλάδας, η αριστερά δεν κατάφερε να ακολουθήσει τα προτάγματα της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, τα οποία προέβαλε ο Γαλλικός Διαφωτισμός από την αρχαιότητα, αποκρούοντας έτσι κάθε παράδοση με το παρελθόν, στρεφόμενη κυρίως σε μία παρωπιδική κομματική γραμμή των οργάνων της, ενώ από την άλλη άκρη ως ιδεολογικό αντίβαρο διαμορφώθηκε μία τεχνητή νεοελληνική σύζευξη  ταυτισμένη τόσο με την αρχαιοελληνοκεντρική αλαζονεία όσο και μ’ ένα νεορθόδοξο ιδεολογικό μεταβυζαντινισμό και μεγαλοϊδεατισμό που μας οδήγησε σε εθνικές τραγωδίες και πολιτικές ανωμαλίες. Αποτέλεσμα των παραπάνω να εμφανιστεί μεταπολιτευτικά η πολιτική του μπαλκονιού, των ελεγχόμενων βολεμένων και μη, στους οποίους στηρίχθηκαν όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, τα πράσινα, τα γαλάζια, τα ροζ και πάει λέγοντας, κομματικά παιδιά.

Εντούτοις, στην Ελλάδα, κυρίως από την έναρξη της κρίσης και μετά, καλλιεργήθηκε εσκεμμένα από τις κυβερνήσεις ένας λανθασμένος κοινωνικός αυτοματισμός, που ενώ θα έπρεπε να λειτουργεί στα πλαίσια της αυτοδιαχείρισης, έθεσε σε αντιπαράθεση όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες με την ανάλωσή τους σε δήθεν αντικρουόμενα συμφέροντα, προκειμένου να μην αντιπαραταχθούν ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο που δεν είχε και δεν έχει να προσφέρει καμία σοβαρή πολιτική ιδεολογία. Μία πρακτική του «διαίρει και βασίλευε» υποβοηθούμενη από τα μέσα ενημέρωσης, με μόνο σκοπό την αλληλοεξόντωση των κοινωνικών ομάδων και την εξάλειψη της κοινωνικής συνοχής.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο