Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 30ο

«Η αμοιβή των δημόσιων λειτουργιών ως αξιακό υπόβαθρο στην άσκηση της εξουσίας του Δήμου»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

  • Ποια ήταν τα ουσιαστικά βήματα του Περικλή προς την κατεύθυνση της ενεργής συμμετοχής όλων των πολιτών στη λειτουργία των εξουσιών;

 Πριν απαντήσω στο ερώτημά σου θα πρέπει να υπογραμμίσω πως η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, αλλά και η ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στα τρία μόρια της εξουσίας, η οποία σήμερα απαντάτε, σύμφωνα με το άρθρο 26 του συντάγματος, δια της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, κατά την αρχαιότητα υπήρξε θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας.

Ο Αριστοτέλης εκθέτοντας τα πολιτικά συστήματα δεν παραλείπει να μας περιγράψει τα λειτουργικά τους γνωρίσματα.

«ἔστι δὴ τρία μόρια τῶν πολιτειῶν πασῶν… ἓν μὲν τί τὸ
βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς… τρίτον δέ τί τὸ δικάζον» (Πολιτικά, 1297b)

Δυστυχώς, παρά τους σαφείς συνταγματικούς κανόνες περί διάκρισης των λειτουργιών, υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα καταπάτησής τους στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας μας, κυρίως ως προς την άσκηση επιρροής της Εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της Δικαστικής. Ωστόσο, για να επανέλθουμε στην αρχαιότητα, το βαθύτερο αξιακό υπόβαθρο που συνέχει τη δημοκρατία συμπυκνώνεται στην εξουσία του Δήμου. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, τα δύο τρίτα των Αθηναίων πολιτών ήταν Θήτες, δηλαδή άνθρωποι που κατοικούσαν στην ύπαιθρο και δεν είχαν μεγάλους αγροτικούς κλήρους. Οι αγροτικοί κλήροι τους οποίους κατείχαν ήταν της τάξης περίπου των 30 εκταρίων. Έτσι, όπως έχουμε ξαναπεί, η πλειοψηφία των γαιοκτημόνων ήταν υποχρεωμένη να καλλιεργεί τη γη με τα δικά της χέρια, καθώς δεν είχαν τα κεφάλαια να αγοράσουν δούλους ή τη δυνατότητα να τους μισθώνουν – διατάξεις του κώδικα της Γόρτυνας που αναφέρονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δούλων αποδεικνύουν ότι μπορούσαν να κατέχουν κινητή (χρήματα) και ακίνητη περιουσία (κατοικία). Στους «χωρίς οικούντες», δηλαδή αυτούς που κατοικούσαν κι εργάζονταν εκτός της οικίας του κυρίου τους, επιτρεπόταν να δουλεύουν με αμοιβή, καταβάλλοντας μία πάγια εισφορά, την «αποφορά», η οποία κυμαίνονταν ανάλογα με τα κέρδη τους, που σε πολλές περιπτώσεις τους εξασφάλιζαν την συγκέντρωση του ποσού για την εξαγορά της ελευθερίας τους. Για να ξαναεπανέλθουμε όμως στο θέμα μας, ένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της πόλης ήταν να μπορούν όλοι οι πολίτες να συμμετέχουν σε συνεχή βάση στην άσκηση της εξουσίας, όπως για παράδειγμα στα ψηφίσματα της εκκλησίας του Δήμου, χωρίς όμως ν’ απουσιάζουν, καθώς θα έπρεπε παράλληλα και να εργάζονται. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος ο Περικλής εισήγαγε νόμο με τον οποίο ενέκρινε αμοιβές για όσους συμμετείχαν σε συλλογικά όργανα και θεσμούς.

  • Εντούτοις ο Περικλής κατηγορήθηκε για το συγκεκριμένο μέτρο από τους πολιτικούς του αντιπάλους, κάτι που ενδεχομένως επηρέασε και την άποψη του Αριστοτέλη.

Απ’ όσα μας παραθέτει ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία» γνωρίζουμε ότι  σαράντα εννέα χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, όταν ο Πυθόδωρος ήταν επώνυμος άρχοντας, ξέσπασε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Κατά τη διάρκεια του ο λαός συγκεντρώθηκε μέσα στην πόλη και συνηθισμένος να παίρνει μισθό όταν ήταν σε εκστρατεία, οδηγήθηκε, με τη θέλησή του ή όχι, (δηλαδή ακουσίως) στο να ασκεί ο ίδιος την εξουσία. Ο Περικλής πρώτος έκανε μισθωτούς τους δικαστές, για να συναγωνιστεί σε δημοτικότητα τον Κίμωνα, που ήταν εύπορος. Τούτο επειδή ο Κίμων είχε πολύ μεγάλη περιουσία και μπορούσε αφ’ ενός μεν να εκτελεί λαμπρά τις χορηγίες που του ανέθετε το δημόσιο, αφ’ ετέρου να συντηρεί πολλούς από τους συνδημότες του. Όποιος, δηλαδή, από το δήμο των Λακιαδών ήθελε, μπορούσε να πηγαίνει κάθε μέρα στον Κίμωνα και να παίρνει τα λίγα που χρειαζόταν για συντήρηση. Επίσης, όλα τα περιβόλια του ήταν άφρακτα, ώστε να μπορεί όποιος ήθελε να παίρνει φρούτα. Ο Περικλής με τη δική του περιουσία υστερούσε πολύ σε δωρεές και γι’ αυτό ακολούθησε τη συμβουλή του Δαμωνίδη από το δήμο της Οίης (για τον οποίο πίστευαν ότι ήταν ο εισηγητής των περισσότερων μέτρων που έπαιρνε ο Περικλής, και γι’ αυτό τον οστράκισαν αργότερα). Συμβούλευσε τον Περικλή, αφού η ιδιωτική του περιουσία δεν ήταν αρκετή, να δώσει στο λαό από αυτά που του ανήκαν, και αυτός έδωσε μισθό στους δικαστές. Μερικοί τον κατηγορούν ότι από τότε χειροτέρευσε η κατάσταση, επειδή έδειχναν ενδιαφέρον να κληρωθούν δικαστές οι τυχόντες μάλλον παρά οι χρηστοί πολίτες.

 «μετὰ δὲ τὴν ἐν Σαλαμῖνι ναυμαχίαν ἑνὸς δεῖ πεντηκοστῷ ἔτει, ἐπὶ Πυθοδώρου ἄρχοντος, ὁ πρὸς Πελοποννησίους ἐνέστη πόλεμος, ἐν ᾧ κατακλεισθεὶς ὁ δῆμος ἐν τῷ ἄστει, καὶ συνεθισθεὶς ἐν ταῖς στρατείαις μισθοφορεῖν, τὰ μὲν ἑκὼν τὰ δὲ ἄκων προῃρεῖτο τὴν πολιτείαν διοικεῖν αὐτός. ἐποίησε δὲ καὶ μισθοφόρα τὰ δικαστήρια Περικλῆς πρῶτος, ἀντιδημαγωγῶν πρὸς τὴν Κίμωνος εὐπορίαν. ὁ γὰρ Κίμων ἅτε τυραννικὴν ἔχων οὐσίαν, πρῶτον μὲν τὰς κοινὰς λῃτουργίας ἐλῃτούργει λαμπρῶς, ἔπειτα τῶν δημοτῶν ἔτρεφε πολλούς. ἐξῆν γὰρ τῷ βουλομένῳ Λακιαδῶν, καθ´ ἑκάστην τὴν ἡμέραν ἐλθόντι παρ´ αὐτὸν ἔχειν τὰ μέτρια. ἔτι δὲ τὰ χωρία πάντα ἄφρακτα ἦν, ὅπως ἐξῇ τῷ βουλομένῳ τῆς ὀπώρας ἀπολαύειν. πρὸς δὴ ταύτην τὴν χορηγίαν ἐπιλειπόμενος ὁ Περικλῆς τῇ οὐσίᾳ, συμβουλεύσαντος αὐτῷ Δαμωνίδου τοῦ Οἴηθεν (ὃς ἐδόκει τῶν πολλῶν εἰσηγητὴς εἶναι τῷ Περικλεῖ· διὸ καὶ ὠστράκισαν αὐτὸν ὕστερον), ἐπεὶ τοῖς ἰδίοις ἡττᾶτο, διδόναι τοῖς πολλοῖς τὰ αὑτῶν, κατεσκεύασε μισθοφορὰν τοῖς δικαστηρίοις· ἀφ´ ὧν αἰτιῶνταί τινες χείρω γενέσθαι, κληρουμένων ἐπιμελῶς ἀεὶ μᾶλλον τῶν τυχόντων ἢ τῶν ἐπιεικῶν ἀνθρώπων.»

[Αριστ. Αθην. Πολιτ. 27]

Ωστόσο, παρά τις συκοφαντίες των ολιγαρχικών, ότι τα δικαστήρια έγιναν χειρότερα, επειδή οι πρώτοι τυχόντες βιάζονταν περισσότερο από τους έντιμους ανθρώπους να παραστούν στην κλήρωση (των δικαστών), ο Αριστοτέλης λίγο πιο κάτω ανατρέπει τις εν λόγω κατηγορίες των πολιτικών αντιπάλων του Περικλή, αναφέροντας πως όσο ο Περικλής ήταν αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης, το πολίτευμα λειτουργούσε όλο και πιο καλά. Όταν όμως πέθανε, τα πράγματα άρχισαν να χειροτερεύουν πολύ, γιατί για πρώτη φορά η δημοκρατική παράταξη είχε ως αρχηγό πρόσωπο, που δεν είχε την εκτίμηση χρηστών πολιτών.

Ἕως μὲν οὖν Περικλῆς προειστήκει τοῦ δήμου, βελτίω τὰ κατὰ τὴν πολιτείαν ἦν, τελευτήσαντος δὲ Περικλέους πολὺ χείρω. πρῶτον γὰρ τότε προστάτην ἔλαβεν ὁ δῆμος οὐκ εὐδοκιμοῦντα παρὰ τοῖς ἐπιεικέσιν· ἐν δὲ τοῖς πρότερον χρόνοις ἀεὶ διετέλουν οἱ ἐπιεικεῖς δημαγωγοῦντες.

[Αριστ. Αθην. Πολιτ. 27]

Με το μέτρο αυτό, λοιπόν, ο Περικλής αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων, οι οποίοι αδυνατούσαν έως πριν να συμμετέχουν στα ζητήματα της πόλης χωρίς να εργάζονται. Ο μισθός, που στην αρχή προοριζόταν μόνο για τους δικαστές, επεκτάθηκε μετά τη δημοκρατική επανόρθωση του 403 π.Χ. σε όλους όσοι παρίσταντο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου. Αργότερα ο Αριστοτέλης, θα παρατηρήσει ότι η καταβολή μισθού στους φτωχούς πολίτες για τη συμμετοχή τους σε συνελεύσεις του δήμου δεν επιλύει το πρόβλημα της φτώχειας. Εντούτοις, θα προτείνει τη συνέχιση της καταβολής του στις αναγκαίες συνελεύσεις, ενώ για τους πλούσιους την άμεση οικονομική συνεισφορά τους προκειμένου να μην επιβαρυνθεί το δημόσιο ταμείο [Αριστοτέλης, Πολιτικά 1320a 31-32]. Άλλωστε κατανοούσε πως η ευδαιμονία του καθενός χωριστά περνάει μόνο μέσα από την ευδαιμονία του συνόλου.  Δυστυχώς όμως στη νεοελληνική πραγματικότητα όχι μόνο δεν προέχει η αρχή του δημόσιου συμφέροντος προκειμένου ν’ αμβλυνθούν οι οικονομικές αντιθέσεις, αλλά και οι αποδοχές των πολιτικών αποτελούν πρόκληση για το σύνολο της κοινωνίας. Υπό την έννοια αυτή, κατά την Κλασική Περίοδο διαμορφώθηκε ένα νέο είδος πολίτη, ο οποίος είναι υπεύθυνος και υπόλογος για το μέλλον του. Ένα μέλλον το οποίο εξαρτάτε αποκλειστικά από τον ίδιο. Σε αντίθεση, βεβαίως, με ότι βλέπουμε να γίνεται στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όπου ο πολίτης και η κοινωνία εν γένει αντιμετωπίζεται από την πλευρά της εκάστοτε κυβέρνησης – η οποία έχει ενσαρκώσει το κράτος για τον εαυτό της – ως απειλή ή ως εάν βρίσκεται στο βρεφικό στάδιο της παιδικής της ηλικίας, με αποτέλεσμα πολλές φορές την επίδοση εξαντλητικών κυρώσεων σε βάρος της, οι οποίες πάντα, όπως δηλώνουν απροσχημάτιστα οι ίδιοι οι εντολοδόχοι της, γίνονται για το καλό της. Πρόσφατα μάλιστα όλες οι κοινωνίες και κυρίως η ελληνική, βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν τα επίχειρα του ανορθολογισμού της επιβολής ιατρικών πράξεων με την οικονομική εξόντωση των υγειονομικών, αλλά και τις αρνητικές συνέπειες των μακρόχρονων περιοριστικών μέτρων σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, με το πρόσχημα της δημιουργίας ενός μη εφικτού «τείχους προστασίας», εξαιτίας μίας «υγειονομικής απειλής», όπου το  ποσοστό θνητότητας κυμαίνεται μεταξύ 0,05 – 0,50%, και μέσο ηλικιακό όρο των καταληκτικών περιπτώσεων τα 79 έτη (με προσδόκιμο ζωής τα 80).

  • Επειδή στη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα τα πάντα συντείνουν προς την οικοδόμηση μίας κατά το δυνατόν τέλειας πολιτείας, θα ήθελα να σε ρωτήσω ποια κατά τη γνώμη σου ήταν η άποψή τους ως προς την ορθή σύλληψη της επιστημονικής αλήθειας;  

Ο ενεργός πολίτης του 5ου αιώνα δεν ήταν συναισθηματικά ή ιδεολογικά ενταγμένος σε κάποια πολιτική κίνηση, η οποία καθόριζε την πολιτική του χειραγώγηση. Η σχέση του με την πόλη ήταν ένα διαρκές σχολείο, όπως το είχε ορίσει ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο του στον Κεραμικό το 430 π.Χ.   «πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι» που κατέτεινε στη γνώση του αληθούς. Οδηγός επ’ αυτού αποτελεί το Σολωμικό λεχθέν «το έθνος ̟πρέπει να μάθει να θεωρεί Εθνικόν ό,τι είναι Αληθές» όταν ο ύμνος του ποιητή στο κάλλος (Ο Πορφύρας) θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του έθνους για κάτι εντελώς εθνικό. Ωστόσο, ο Σολωμικός αφορισμός ήταν προφητικός ως προς την αιτία της αλλοτρίωσης του Νεοελληνικού κράτους, καθώς η ιστορία δεν υπακούει σε βιολογικά εργαστήρια, αλλά σε πολιτιστικές αξίες. Η επιστήμη, λοιπόν, για τους αρχαίους, μέσα από τη διαρκή αναζήτηση τους προς την ανεύρεση της αλήθειας, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης, κατακτάται από την ορθή σύλληψη του γενικού δια της ερευνητικής παρατήρησης του ειδικού, αλλά και την επάρκεια των πρώτων αρχών και αιτιών, καθώς οι γενικότεροι νόμοι της δεν μπορούν να αποδειχθούν – για τον Αριστοτέλη είναι προτάσεις «πρωταρχικές και αναπόδεικτες» (Αναλυτικά ύστερα 71b27). Παρόλα αυτά οι ειδικοί σήμερα, ακολουθώντας τον ορισμό του ΠΟΥ, απεκδυόμενοι τον κοινό (ξυνό) ηρακλείτειο λόγο, μας λένε ότι όποιος θανών είχε διαγνωσθεί θετικός, ακόμη κι αν ήταν  υγιής φορέας του ιού, χωρίς χρονικό περιορισμό, θεωρείται νεκρός από τον ιό, κάτι το οποίο για τους πολίτες του 5ου αιώνα θ’ αποτελούσε τον ορισμό της γελοιοποίησης της επιστήμης λόγω της ανεπάρκειας τους ως προς την ανεύρεση της αλήθειας.  Δυστυχώς όμως σήμερα η επιστήμη από θεραπαινίδα κατάντησε μέσο εργαλειοποίησης και πολιτικής αντιπαράθεσης της  εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος των πολιτών, θέτοντας τον άνθρωπο στην υπηρεσία της τεχνολογίας και όχι το αντίστροφο, όπως θα όφειλε, σύμφωνα με τη βασική αρχή της ιατρικής βιοηθικής που στηρίζεται επάνω στο δικαίωμα του σεβασμού των επιλογών του ασθενούς, όταν αυτός είναι σε θέση ν’ αποφασίσει. Εξάλλου, για τους αρχαίους η ελευθερία αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας. Επ’ αυτού καλό θα ήταν να ξαναθυμηθούμε την Αριστοτελική ρήση στα «Ηθικά Νικομάχεια» πως ακόμα και η αρετή ως συνήθεια θα πρέπει να επιλέγεται ελεύθερα από τον άνθρωπο «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική».

Όταν, λοιπόν, επιμένουν να πιστεύουν ότι αποφασίζουν οι ίδιοι οι πολίτες για τη ζωή τους και τη διαχείρισή της, παίρνοντας στα σοβαρά τις προεκλογικές, χωρίς θεσμικό έλεγχο, δεσμεύσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων, θα πρέπει να γνωρίζουν πως στο μόνο σημείο που μπορούν να συναντηθούν με αυτές είναι στο πεδίο της ιδιωτείας και των πελατειακών σχέσεων που οι ίδιες αναπαράγουν υπερασπιζόμενες τα συμφέροντά τους.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο