Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 29ο

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

«To αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του Περικλή κατά την περίοδο της Αθηναϊκής ηγεμονίας»

  • Πότε θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε το ζενίθ της σταδιοδρομίας του;

Το ζενίθ της σταδιοδρομίας του Περικλή τοποθετείται ανάμεσα στο 445 με 431 π.Χ., καθώς την περίοδο αυτή εκλέγεται κάθε χρόνο στο αξίωμα του Στρατηγού. Ωστόσο, ο Πλούταρχος στους παράλληλους βίους του μας πληροφορεί πως ο Θουκυδίδης διηγείται με ακρίβεια τη δύναμη του Περικλή, ενώ αντίθετα, οι κωμικοί ποιητές τη διαστρέφουν με κακοήθεια. Επίσης τονίζει πως ο κωμικός ποιητής του 5ου αιώνα Τηλεκλείδης, που έδρασε στην Αθήνα, έλεγε πως οι Αθηναίοι του είχαν παραδώσει «απ’  τις πόλεις τους φόρους, τις ίδιες τις πόλεις να τις δένει ή να λύνει και πετρόχτιστα τείχη να χτίζει ή να ρίχνει, σπονδές, δύναμη, κράτος, ειρήνη και πλούτο και την κάθε ευτυχία». Και η απεριόριστη εξουσία του σε όλα αυτά δεν ήταν ένα πρόσκαιρο επεισόδιο, ούτε το ωρίμασμα και η άνθηση μιας περαστικής εποχής στην πολιτική του σταδιοδρομία. Επί σαράντα ολόκληρα χρόνια κράτησε τα πρωτεία ανάμεσα από άντρες, όπως ο Εφιάλτης, ο Λεωκράτης, ο Μυρωνίδης, ο Κίμων, ο Τολμίδης, ο Θουκυδίδης. Και μετά την πτώση και τον εξοστρακισμό του πολιτικού του αντίπαλου, του Θουκυδίδη από το δήμο Αλωπεκής – δεν πρέπει να τον συγχέουμε με τον ιστορικό Θουκυδίδη – εξακολούθησε επί δεκαπέντε σχεδόν χρόνια συνέχεια, με την κάθε χρόνο εκλογή του, να κατέχει το μοναδικό αξίωμα του στρατηγού και τη δύναμή του. Διαφύλαξε όμως τον εαυτό του άτρωτο από τα χρήματα.

«Καίτοι τὴν δύναμιν αὐτοῦ σαφῶς μὲν ὁ Θουκυδίδης διηγεῖται, κακοήθως δὲ παρεμφαίνουσιν οἱ κωμικοί, Πεισιστρατίδας μὲν νέους τοὺς περὶ αὐτὸν ἑταίρους καλοῦντες, αὐτὸν δ᾽ ἀπομόσαι μὴ τυραννήσειν κελεύοντες, ὡς ἀσυμμέτρου πρὸς δημοκρατίαν καὶ βαρυτέρας περὶ αὐτὸν οὔσης ὑπεροχῆς. ὁ δὲ Τηλεκλείδης παραδεδωκέναι φησὶν αὐτῷ τοὺς Ἀθηναίους πόλεών τε φόρους αὐτάς τε πόλεις, τὰς μὲν δεῖν, τὰς δ᾽ ἀναλύειν,λάινα τείχη, τὰ μὲν οἰκοδομεῖν τὰ δὲ τἄμπαλιν αὖ καταβάλλειν, σπονδάς, δύναμιν, κράτος, εἰρήνην, πλοῦτόν τ᾽ εὐδαιμονίαν τε. καὶ ταῦτακαιρὸς οὐκ ἦν οὐδ᾽ ἀκμὴ καὶ χάρις ἀνθούσης ἐφ᾽ ὥρᾳ πολιτείας, ἀλλὰ τεσσαράκοντα μὲν ἔτη πρωτεύων ἐν Ἐφιάλταις καὶ Λεωκράταις καὶ Μυρωνίδαις καὶ Κίμωσι καὶ Τολμίδαις καὶ Θουκυδίδαις, μετὰ δὲ τὴν Θουκυδίδου κατάλυσιν καὶ τὸν ὀστρακισμὸν οὐκ ἐλάττω τῶν πεντεκαίδεκα ἐτῶν διηνεκῆ καὶ μίαν οὖσαν ἐν ταῖς ἐνιαυσίοις στρατηγίαις ἀρχὴν καὶ δυναστείαν κτησάμενος, ἐφύλαξεν ἑαυτὸν ἀνάλωτον ὑπὸ χρημάτων, καίπερ οὐ παντάπασιν ἀργῶς ἔχων πρὸς χρηματισμόν,»

[Πλουτ. Περικλής 16.1 – 16.3]

Ο Θουκυδίδης μάλιστα θα επισημάνει πως ο Περικλής χωρίς περιστροφές και συναισθηματικές θεωρήσεις θα δηλώσει στην τελευταία του δημηγορία, η οποία εκφωνήθηκε στη διάρκεια του λοιμού στην Αθήνα και με την οποία προσπάθησε να ανυψώσει το ηθικό των συμπολιτών του από τις δοκιμασίες του πολέμου, τον άτεγκτο χαρακτήρα της αθηναϊκής ηγεμονίας – η πρώτη εκφωνήθηκε λίγο πριν την έναρξη του πολέμου, ενώ ο Επιτάφιος είναι η δεύτερη από τις τρεις δημηγορίες του Περικλή.

«Πρέπει, λοιπόν, ν’ αντιμετωπίζετε τον εχθρό όχι μόνο με υψηλό φρόνημα, αλλά και με περιφρόνηση. Αλαζονεία μπορεί να έχει κι ένας ανόητος ή και δειλός που σε κάποια επιχείρηση στάθηκε τυχερός, αλλά περιφρόνηση δεν έχει παρά μόνο εκείνος του οποίου η πεποίθηση υπεροχής επάνω στον εχθρό βασίζεται στην συνείδηση της δύναμής του, όπως συμβαίνει τώρα με σας. Άλλωστε, όταν οι πιθανότητες είναι ίσες, η συνείδηση της υπεροχής του στερεώνει στον άνθρωπο την τόλμη. Δεν στηρίζεται στην αόριστη ελπίδα στην οποία προσφεύγει κανείς όταν δεν έχει τίποτε άλλο για να στηριχθεί, αλλά στην γνώση της δύναμής του, που κάνει ασφαλέστερες τις προβλέψεις του. […] Δεν είναι πια καιρός να παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας αυτή, ακόμα κι αν μερικοί από σας από φόβο των κινδύνων θα το πρότειναν δείχνοντας το θάρρος τους αδρανώντας. Την ηγεμονία που έχετε, την ασκείτε πια σαν τυραννίδα, που η απόκτησή της θεωρείται άδικη, αλλά η παραίτηση απ’ αυτήν θα ήταν επικίνδυνη. Όσοι σκέπτονται έτσι, γρήγορα θα οδηγούσαν την πολιτεία στην καταστροφή αν έπειθαν και τους άλλους συμπολίτες τους ή αν είχαν κάπου αλλού να μετοικήσουν για να ζήσουν αυτόνομοι. Γιατί όσοι θέλουν την ησυχία τους, δεν μπορούν να σωθούν παρά εάν ακολουθούν τους θαρραλέους. Σε μια ηγεμονική πολιτεία, τέτοια δεν αρμόζουν. Αρμόζουν σε μια υπήκοο πολιτεία, για να ζει κάτω απ’ την ασφάλεια της δουλείας.»

«αὔχημα μὲν γὰρ καὶ ἀπὸ ἀμαθίας εὐτυχοῦς καὶ δειλῷ τινὶ ἐγγίγνεται, καταφρόνησις δὲ ὃς ἂν καὶ γνώμῃ πιστεύῃ τῶν ἐναντίων προύχειν, ὃ ἡμῖν ὑπάρχει. καὶ τὴν τόλμαν ἀπὸ τῆς ὁμοίας τύχης ἡ ξύνεσις ἐκ τοῦ ὑπέρφρονος ἐχυρωτέραν παρέχεται, ἐλπίδι τε ἧσσον πιστεύει, ἧς ἐν τῷ ἀπόρῳ ἡ ἰσχύς, γνώμῃ δὲ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων, ἧς βεβαιοτέρα ἡ πρόνοια. […] ἧς οὐδ᾽ ἐκστῆναι ἔτι ὑμῖν ἔστιν, εἴ τις καὶ τόδε ἐν τῷ παρόντι δεδιὼς ἀπραγμοσύνῃ ἀνδραγαθίζεται· ὡς τυραννίδα γὰρ ἤδη ἔχετε αὐτήν, ἣν λαβεῖν μὲν ἄδικον δοκεῖ εἶναι, ἀφεῖναι δὲ ἐπικίνδυνον. τάχιστ᾽ ἄν τε πόλιν οἱ τοιοῦτοι ἑτέρους τε πείσαντες ἀπολέσειαν καὶ εἴ που ἐπὶ σφῶν αὐτῶν αὐτόνομοι οἰκήσειαν· τὸ γὰρ ἄπραγμον οὐ σῴζεται μὴ μετὰ τοῦ δραστηρίου τεταγμένον, οὐδὲ ἐν ἀρχούσῃ πόλει ξυμφέρει, ἀλλ᾽ ἐν ὑπηκόῳ, ἀσφαλῶς δουλεύειν.»

[Θουκυδ. 2.62.4 – 2.63.3]

Ωστόσο αποτελεί ερώτημα ποια από όσα αναφέρονται στις δημηγορίες του αποτελούν θέσεις του ιστορικού και ποια λόγια που πράγματι ειπώθηκαν από τον Περικλή, καθώς είναι γνωστό πως ο Θουκυδίδης ήταν φιλολάκων και ανήκε στην αριστοκρατική τάξη. Ο ιστορικός επίσης δεν αποσιωπά την οργή των Αθηναίων εναντίον του Περικλή, ο οποίος παραδέχεται ότι ο δήμος τον μισεί για τις συμφορές τους από το λοιμό εξαιτίας του εγκλεισμού τους εντός των τειχών της πόλης.

«Ξέρω πως εξαιτίας της (πανδημίας) μ’ εχθρεύεστε ακόμα περισσότερο, αλλά αυτό είναι άδικο, εκτός εάν, όταν θα έχετε κάποιαν επιτυχία που δεν το περιμένετε, την αποδώσετε κι αυτήν σ’ εμένα.»

«καὶ δι᾽ αὐτὴν οἶδ᾽ ὅτι μέρος τι μᾶλλον ἔτι μισοῦμαι, οὐ δικαίως, εἰ μὴ καὶ ὅταν παρὰ λόγον τι εὖ πράξητε ἐμοὶ ἀναθήσετε.»

[Θουκυδ. 2.64.1]

Παρόλα αυτά δε διστάζει να υπερασπιστεί τον Περικλή και να εκφράσει πλατιά τον θαυμασμό του για τον άνθρωπο που είχε αφυπνίσει στην πολιτική ζωή τις πιο ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις. Θα τονίσει μάλιστα πως ο Περικλής είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη με το προσωπικό του κύρος και τη διανοητική του ικανότητα και γιατί είχε αναδειχθεί ολοφάνερα ανώτερος από χρήματα. Γι’ αυτό συγκρατούσε το λαό, χωρίς να περιορίζει τις ελευθερίες του. Δεν τον ρυμουλκούσε ο λαός, παρά αυτός τον καθοδηγούσε, γιατί δεν επεδίωκε να κερδίσει δύναμη με αθέμιτα μέσα, ώστε να είναι αναγκασμένος να μιλάει για να κολακεύει το πλήθος, αλλά στηριγμένος στην κοινή εκτίμηση είχε το σθένος να του αντιλέγει, ακόμη κι αν προκαλούσε την οργή του. Έτσι όταν καταλάβαινε ότι οι Αθηναίοι από έπαρση έδειχναν παράκαιρο θάρρος, τους μιλούσε με τέτοιον τρόπο, ώστε να τους τρομάζει και να τους φοβίζει, ενώ αντίθετα, όταν τους έβλεπε να φοβούνται χωρίς λόγο, τους έδινε πάλι θάρρος.

«αἴτιον δ’ ἦν ὅτι ἐκεῖνοςμὲν δυνατὸς ὢν τῷ τε ἀξιώματι καὶ τῇ γνώμῃ χρημάτωντε διαφανῶς ἀδωρότατος γενόμενος κατεῖχε τὸ πλῆθος ἐλευθέρως, καὶ οὐκ ἤγετο μᾶλλον ὑπ’ αὐτοῦ ἢ αὐτὸς ἦγε, διὰ τὸ μὴ κτώμενος ἐξ οὐ προσηκόντων τὴν δύναμιν πρὸς ἡδονήν τι λέγειν, ἀλλ’ ἔχων ἐπ’ ἀξιώσει καὶ πρὸς ὀργήν τι ἀντειπεῖν. ὁπότε γοῦν αἴσθοιτό τι αὐτοὺς παρὰ καιρὸν ὕβρει θαρσοῦντας, λέγων κατέπλησσεν ἐπὶ τὸ φοβεῖσθαι, καὶ δεδιότας αὖ ἀλόγως ἀντικαθίστη πάλιν ἐπὶ τὸ θαρσεῖν.»

[Θουκυδ. 2.65.8 – 2.65.9]

  • Ωστόσο ο Θουκυδίδης υποστήριζε πως δεν υπήρχε παρά μόνο κατ’ όνομα δημοκρατία, καθώς την εξουσία ασκούσε ο ίδιος ο Περικλής.

Ο Θουκυδίδης λόγω της ολιγαρχικής του αντίληψης φτάνει σε βαθμό να λανθάνει ως προς τα συμπεράσματά τα οποία εξαγάγει, μεταθέτοντας τα μεγάλα επιτεύγματα της δημοκρατίας στην προσωπικότητα του Περικλή, κάτι το οποίο δεν ίσχυε, καθώς οι πολλοί, δηλαδή ο δήμος αποφάσιζε για όλα τα θέματα τα οποία αφορούσαν την πόλη.

«ἐγίγνετό τε λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή»

[Θουκυδ. 2.65.9]

Απόδειξη ανατροπής αυτού του αίολου συμπεράσματος αποτελούν οι δικαστικές επιθέσεις και οι συκοφαντίες των ολιγαρχικών σε βάρος των φίλων του Περικλή – του Αναξαγόρα και του Φειδία – τους οποίους δεν κατάφερε τελικά ν’ αθωώσει, αλλά και η παραλίγο καταδίκη της συντρόφου του, της Ασπασίας, από λαϊκό δικαστήριο στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου, η οποία αθωώθηκε μετά από μία σπάνια συναισθηματική έκρηξη του ιδίου ενώπιων των δικαστών. Επίσης η καθαίρεση του Περικλή από τη στρατηγία και η επιβολή χρηματικού προστίμου σε βάρος του κατά το δεύτερο έτος του πολέμου – καθώς εξαιτίας του λοιμού, πολιορκώντας την Επίδαυρο δεν κατόρθωσε να την κυριεύσει – αποτελούν αποδείξεις της λανθασμένης εκτίμησης του Θουκυδίδη σε βάρος της Δημοκρατίας.

Ωστόσο δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τα μεγάλα ηγετικά χαρίσματα του Περικλή. Όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, αφού η πόλη δοκίμασε τους άλλους στρατηγούς και πολιτικούς για να συνεχίσουν τον πόλεμο, είδε ότι κανείς δεν είχε ανάλογη βαρύτητα και ικανό κύρος. Για το λόγο αυτό, ζητώντας συγνώμη του ανέθεσαν ξανά τη στρατηγία.

«Τῆς δὲ πόλεως πειρωμένης τῶν ἄλλων στρατηγῶν εἰς τὸν πόλεμον καὶ ῥητόρων, οὐδεὶς βάρος ἔχων ἰσόρροπον οὐδ᾽ ἀξίωμα πρὸς τοσαύτην ἐχέγγυον ἡγεμονίαν ἐφαίνετο· ποθούσης δ᾽ ἐκεῖνον καὶ καλούσης ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ τὸ στρατήγιον, […]ἀπολογησαμένου δὲ τοῦ δήμου τὴν ἀγνωμοσύνην τὴν πρὸς αὐτόν, ὑποδεξάμενος αὖθις τὰ πράγματα καὶ στρατηγὸς αἱρεθείς,»

[Πλουτ. Περικλής 37.1 – 37.2]

Ας αναλογιστούμε όμως, κατά πόσο λειτουργεί σήμερα η δημοκρατία στο βαθμό που θα έπρεπε σε όλα τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, εφόσον δεν δίνεται στις κοινωνίες το δικαίωμα ανάκλησης της επιλογής τους, ακόμη κι όταν εξαπατούνται από τους πολιτικούς ηγέτες τους, παρά μόνο όταν οι κυβερνώντες εξαντλήσουν το χρόνο για τον οποίο κλήθηκαν χωρίς κανένα θεσμικό έλεγχο από τους λαούς τους να τις κυβερνήσουν.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο