Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 27ο

«Το ριζοσπαστικό δημοκρατικό κίνημα του Εφιάλτη»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

 Στην προηγούμενη συνέντευξή είχες αναφερθεί στην πολιτική προσκόλλησης της Αθήνας με τη θάλασσα, στην οποία είχε εστιάσει ο Θεμιστοκλής και που βεβαίως οδήγησε στην μεγαλειώδη νίκη των Ελλήνων επί των Περσών το 480 π.Χ. στη Σαλαμίνα. Ωστόσο, ένα χρόνο αργότερα άρχισε να διαμορφώνεται μία νέα πραγματικότητα, δίνοντας στο λαό ένα αίσθημα υπεροχής έναντι των ευγενών. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου;

 Η χρονική περίοδος από το 479 π.Χ. και εντεύθεν, όπως ανέφερες,  έδωσε στον απλό λαό της Αθήνας ένα αίσθημα ανωτερότητας. Οι ολιγαρχικοί που έβλεπαν στο σχέδιο του Θεμιστοκλέους τη συνέχεια και την ολοκλήρωση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής του Κλεισθένους, κατάφεραν και πέτυχαν, το 471 π.Χ., να τον εξοστρακίσουν. Εντούτοις, ήδη ο Θεμιστοκλής με τη μεταρρυθμιστική του πολιτική, πέραν της αποκοπής των ευγενών από τα γένη τους, την οποία είχε πετύχει ο Κλεισθένης, έδινε τώρα προτεραιότητα στα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα που ζούσαν αποκλειστικά από τη θάλασσα και το εμπόριο και δε μπορούσαν ως πριν να εκφράσουν τις παραγωγικές τους δυνάμεις κάτω από το δουλοκτητικό καθεστώς των γαιοκτημόνων ευγενών.

Όπως μάλιστα σημειώνει ο Χρήστος Γ. Ρήγας στο έργο του «Δημοκρατία του Εφιάλτη», η ναυπήγηση και η επάνδρωση των εμπορικών και πολεμικών πλοίων έδινε δουλειά σε χιλιάδες χειρώνακτες Αθηναίους και μικρούς καλλιεργητές, που η γη τους δεν επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών των οικογενειών τους. Η μεγάλη σημασία που είχε ο στόλος για την άμυνα της χώρας και την κυριαρχία στη θάλασσα, αλλά και η μεγάλη οικονομική πρόοδος που σημειώθηκε χάρη σε αυτόν, έδωσαν στο ναυτικό λαό της Αθήνας ένα αίσθημα υπεροχής.

Παρόλα αυτά όμως, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία», μετά τα Μηδικά, για δεκαεπτά χρόνια, τα οποία δυστυχώς δε φωτίζονται ιδιαίτερα από τους ιστορικούς της εποχής, δηλαδή από το 479 π.Χ., έως το 462 π.Χ., το πολίτευμα παρέμεινε το ίδιο, με ανώτατη διοίκηση τον Άρειο Πάγο, που όμως σιγά σιγά έφθινε, δίνοντας της θέση του στις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες έθεσαν υπό αμφισβήτηση το καθεστώς του Αρείου Πάγου. Καθώς, λοιπόν, ο λαός αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη δύναμη, έγινε αρχηγός της δημοκρατικής μερίδας ο Εφιάλτης, γιος του Σοφωνίδη, που είχε τη φήμη τίμιου και δίκαιου προς το καθεστώς και ο οποίος στράφηκε εναντίον της βουλής του Αρείου Πάγου.

«Ἡ μὲν οὖν τροφὴ τῷ δήμῳ διὰ τούτων ἐγίγνετο. ἔτη δὲ ἑπτακαίδεκα μάλιστα μετὰ τὰ Μηδικὰ διέμεινεν ἡ πολιτεία προεστώτων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, καίπερ ὑποφερομένη κατὰ μικρόν. αὐξανομένου δὲ τοῦ πλήθους, γενόμενος τοῦ δήμου προστάτης Ἐφιάλτης ὁ Σοφωνίδου, δοκῶν καὶ ἀδωροδόκητος εἶναι καὶ δίκαιος πρὸς τὴν πολιτείαν, ἐπέθετο τῇ βουλῇ.» (Αθηναίων Πολιτεία, 25)   

 Με ποιον τρόπο κατάφερε να εξουδετερώσει τις εξουσίες του Αρείου Πάγου;  

Ο Άρειος Πάγος έως τότε  απαρτίζονταν από ισόβια μέλη των δύο ανώτερων κοινωνικών τάξεων και κατείχε διευρυμένες εξουσίες. Ο Εφιάλτης που έβλεπε ότι το κύριο εμπόδιο διεύρυνσης της δημοκρατίας ήταν οι εξουσίες του Αρείου Πάγου, όταν το 462 π.Χ. το λαϊκό κίνημα απέκτησε δύναμη, θα επιτύχει τη συρρίκνωση των εξουσιών του με το να μεταφέρει τις πολιτικές, ελεγκτικές και δικαστικές αρμοδιότητες, όπως μας πληροφορεί ο Αριστοτέλης, άλλες στη Βουλή των Πεντακοσίων, άλλες στα δικαστήρια της Ηλιαίας και άλλες στην Εκκλησία του Δήμου, διατηρώντας μόνο σε αυτόν τις αρμοδιότητες που σχετίζονταν με την εκδίκαση περιπτώσεων προμελετημένης ανθρωποκτονίας και την άσκηση εποπτείας σε ζητήματα λατρείας. Συνέπεια αυτών των μέτρων, ήταν η εξουσία να ασκείτε αποκλειστικά από το δήμο, δηλαδή από τους Αθηναίους πολίτες.

Ο Εφιάλτης για να εξουδετερώσει την εξουσία των Αρεοπαγιτών χρησιμοποίησε τα δικαστήρια της Ηλιαίας, τα οποία είχε θεσπίσει ο Σόλων από 6000 κληρωμένους και ορκισμένους Αθηναίους άνω των 30 ετών, δικάζοντας όλους τους αρεοπαγίτες με την κατηγορία της κακοδιοίκησης. Η δικαστική εξουσία που παραχώρησε αρχικώς ο Σόλων στο λαό της εποχής του, όπως μας πληροφορεί και πάλι ο Αριστοτέλης «τοῖς δὲ τὸ θητικόν τελοῦσιν ἐκκλησίας καὶ δικαστηρίων μετέδωκε μόνον» [Αριστ. Αθην. Πολ. 7.3] δε θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο θήτης δεν είχε απαλλαγεί ακόμη από την ομάδα του γένους του και τους αρχηγούς που τον εκπροσωπούσαν. Εκ των υστέρων όμως, φάνηκε ως κάτι πολύ σπουδαίο, καθώς άνοιξε το δρόμο της συμμετοχής όλων των πολιτών στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας.

Ο Αριστοτέλης μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο Έλληνας διανοητής Κορνήλιος Καστοριάδης στο έργο του «Η αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, σελ. 17», υπογραμμίζει ότι υπήρχε  συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιο είναι και για το ποιο πρέπει να είναι το πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή ο πολίτης ως άτομο που οφείλει και μπορεί να μετέχει «κρίσεως και αρχής». Ο Αριστοτέλης, από τον οποίο προέρχεται και η φράση, προτάσσει τη συμμετοχή στην κρίση (δηλαδή τη συμμετοχή στη δικαστική εξουσία), από τη συμμετοχή στην αρχή (δηλαδή τη συμμετοχή στην κυβέρνηση), κι αυτό γιατί στην Αθήνα του 4ου αιώνα, η δικαστική εξουσία τείνει να γίνει η πρώτη εξουσία, γιατί έχει τη δυνατότητα να επικυρώνει ή να αναιρεί στην πράξη ακόμα και αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Φυσικά, πρόκειται όχι για επαγγελματικά αλλά για λαϊκά δικαστήρια που απαρτίζονταν από τους ίδιους τους πολίτες».

«Πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής.» [Αριστ. Πολιτ. 1274b20]

Μεταφρ.: «Ο πολίτης δι’ ουδενός άλλου χαρακτηριστικού στοιχείου ορίζεται επί τω βέλτιστον, ή διά του ότι μετέχει της δικαστικής κρίσεως και της αρχής.»

Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει αντιληπτό πως ο Εφιάλτης λειτούργησε ως ηγέτης του λαϊκού κινήματος για την κατάλυση της εξουσίας των ευγενών και όχι του δημοκρατικού κόμματος, όπως προσπαθούν να τον παρουσιάσουν, αποσκοπώντας ν’ αποκρύψουν την χειραφέτηση του λαού ώστε να διαχειρίζεται ο ίδιος το παρόν και το μέλλον του. Εξάλλου, όπως γνωρίζουμε, σε αντίθεση με τις θεοκρατικές κοινωνίες της αρχαίας Αιγύπτου, της Περσίας και αλλού, οι οποίες λειτουργούσαν με νόμους θεόπνευστους που δεν επιδέχονταν αμφισβήτησης, στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο το δίκαιο που οικοδομείται, παρουσιάζεται με τη μορφή κοινωνικών θεσμών, ανθρώπινων συμπεριφορών και σκέψεων με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, οι οποίοι αυτοκαθορίζονται στα πλαίσια της πόλης.

Για να ξαναεπιστρέψουμε όμως στο θέμα μας, στο κίνημα αυτό ο Αριστοτέλης φέρει αναμεμιγμένο και τον Θεμιστοκλή, ενδεχομένως για να μειώσει το κύρος του Εφιάλτη, παραγνωρίζοντας το γεγονός πως εκείνη την περίοδο ο Θεμιστοκλής βρισκόταν στην εξορία, ενώ μετά την επιτυχή έκβαση του κινήματος ο Θεμιστοκλής δεν επέστρεψε στην Αθήνα, προφανώς επειδή δεν ήταν υπέρ ενός τόσο ριζοσπαστικού επαναστατικού δημοκρατικού κινήματος που έδινε την αποκλειστική εξουσία στο λαό. Αντίστοιχα και ο ιστορικός των Αλεξανδρινών χρόνων Ιδομενέας ο Λαμψακηνός (325 -270) αναφέρει ότι ήταν τόσο μεγάλη η φήμη και η δόξα του Εφιάλτη, ώστε προκάλεσε το φθόνο του Περικλή, τον οποίο κατηγορεί ότι ενέχεται στην δολοφονία του τελευταίου, κάτι το οποίο απορρίπτει ο Πλούταρχος, θεωρώντας ότι αυτές οι απόψεις δεν απηχούσαν παρά τις διαδόσεις που κυκλοφορούσαν οι κύκλοι των δολοφόνων. Εντούτοις, οι ολιγαρχικοί με αυτές τις διαδόσεις θέλανε να ταυτίσουν τη δημοκρατία με το πρόσωπο του Περικλή, ώστε ν’ αλλοιωθεί η ουσία της δημοκρατίας και κατά προέκταση να αμαυρώσουν το κύρος του.

Όταν, λοιπόν, ο Κίμων, αρχηγός των ολιγαρχικών, το 462 π.Χ., θα κληθεί να βοηθήσει τους σπαρτιάτες ενάντια στους είλωτες, οι οποίοι κατάφεραν να επαναστατήσουν (Γ΄ Μεσσηνιακός πόλεμος), ώστε να ξεφύγουν από τον ζυγό των Σπαρτιατών και να οχυρωθούν στο φρούριο της Ιθώμης, μετά από ένα καταστροφικό σεισμό που έγινε το 464 π.Χ. και   έπληξε τις κατοικίες τους, ο Εφιάλτης εκμεταλλευόμενος την απουσία του Κίμωνα, που βρισκόταν για το λόγο αυτό με πολύ στρατό στη Μεσσηνία, ενώ αντίθετα ο στόλος που υποστήριζε το δημοκρατικό κίνημα ήταν αγκυροβολημένος στο λιμάνι του Πειραιά, θα καλέσει το λαό της Αθήνας στην Εκκλησία του Δήμου, ζητώντας με πρόταση που θα κάνει από κοινού μαζί με τον Αρχέστρατο την κατάλυση της εξουσίας των ευγενών.

Η μόνη ελπίδα, λοιπόν, των ολιγαρχικών ήταν η επάνοδος του Κίμωνος.

Σωστά. Στην επικράτηση όμως της αντιλακωνικής δημοκρατικής παράταξης βοήθησε η αποτυχημένη, λόγω της Σπαρτιατικής καχυποψίας, εξέλιξη της Αθηναϊκής βοήθειας προς τη Σπάρτη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του Θουκυδίδη για το συγκεκριμένο περιστατικό, ο οποίος μεροληπτώντας υπέρ των ολιγαρχικών, καλύπτει στο έργο του το λαϊκό κίνημα του Εφιάλτη, την κατάλυση της εξουσίας των ευγενών και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας,  την οποία αποκαλεί νεωτεροποιΐα, δηλαδή, καινούργιο θεσμό, μόνο με μία παράγραφο, χωρίς ν’ αναφέρει τις πολιτικές μεταβολές που συνέβησαν στην Αθήνα:

«καὶ διαφορὰ ἐκ ταύτης τῆς στρατείας πρῶτον Λακεδαιμονίοις καὶ Ἀθηναίοις φανερὰ ἐγένετο. οἱ γὰρ Λακεδαιμόνιοι, ἐπειδὴ τὸ χωρίον βίᾳ οὐχ ἡλίσκετο, δείσαντες τῶν Ἀθηναίων τὸ τολμηρὸν καὶ τὴν νεωτεροποιίαν, καὶ ἀλλοφύλους ἅμα ἡγησάμενοι, μή τι, ἢν παραμείνωσιν, ὑπὸ τῶν ἐν Ἰθώμῃ πεισθέντες νεωτερίσωσι, μόνους τῶν ξυμμάχων ἀπέπεμψαν, τὴν μὲν ὑποψίαν οὐ δηλοῦντες, εἰπόντες δὲ ὅτι οὐδὲν προσ δέονται αὐτῶν ἔτι.»

[Θουκ. 1.102.3]

Μεταφρ.: «Στην εκστρατεία αυτή – γράφει ο Θουκυδίδης – δημιουργήθηκε για πρώτη φορά φανερή διάσταση μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών. Όταν φάνηκε ότι η Ιθώμη δεν θα έπεφτε με έφοδο, οι Σπαρτιάτες φοβήθηκαν μήπως, αν μείνουν εκεί πολύ καιρό οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν τολμηροί και προοδευτικοί και ανήκαν σε άλλη φυλή, παρασυρθούν από τους πολιορκημένους της Ιθώμης και επιχειρήσουν κανένα πραξικόπημα. Γι᾽ αυτό τους απομάκρυναν, μόνους αυτούς απ᾽ όλους τους συμμάχους. Δεν τους φανέρωσαν τις υποψίες τους, αλλά τους είπαν μόνο ότι δεν τους είχαν πια ανάγκη.»

Ο Θουκυδίδης ανιχνεύοντας της βασικές αιτίες του Πελοποννησιακού πολέμου θεωρεί πως εκτός από το δέος για την αυξανόμενη ναυτική δύναμη  της Αθήνας, η οποία βεβαίως αποτελούσε κίνδυνο και για τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων, τους Κορινθίους, προσθέτει την καχυποψία που προκαλούσε στους συμμάχους της Σπάρτης η τόλμη και η  νεωτεροποιΐα της Αθήνας σε αντίθεση με την αδράνεια και την απραξία της ηγέτιδας δύναμης της πελοποννησιακής συμμαχίας.

Για να επανέλθουμε όμως στα γεγονότα τα οποία εξελίχθηκαν με την κατάλυση της εξουσίας των ευγενών και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο Κίμων, στον οποίο είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους οι ολιγαρχικοί, επιστρέφοντας στην Αθήνα όχι μόνο δεν κατόρθωσε να αλλάξει την κατάσταση, αλλά αντιθέτως οι αντίπαλοί του, λόγω της αποτυχημένης επιχείρησής του  στη Μεσσηνία, και της φιλολακωνικής του πολιτικής πέτυχαν την εξορία του το 461 π.Χ. για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Μάλιστα όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, το 462 π.Χ., όταν ξέσπασε η επανάσταση που συντέλεσε στο να λάβει η δημοκρατία την τελειωτική της μορφή, ο Κίμων όταν επανήλθε θέλησε να υπερασπιστεί τις αρμοδιότητες του Αρείου Πάγου και να επαναφέρει την αριστοκρατία στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν επί εποχής Κλεισθένη, οι προσπάθειές του όμως διόγκωσαν την αντιπάθεια του δήμου προς τον ίδιο, κατηγορώντας τον για φιλολακωνισμό, καθώς το πολιτικό κλίμα είχε ήδη αλλάξει.

«διὸ καὶ τοῦ Κίμωνος, ὡς ἐπανῆλθεν, ἀγανακτοῦντος ἐπὶ τῷ
προπηλακίζεσθαι τὸ ἀξίωμα τοῦ συνεδρίου, καὶ πειρωμένου πάλιν ἄνω τὰς δίκας ἀνακαλεῖσθαι καὶ τὴν ἐπὶ Κλεισθένους ἐγείρειν ἀριστοκρατίαν, κατεβόων συνιστάμενοι καὶ τὸν δῆμον ἐξηρέθιζον»   [Πλουτ. Κίμων, 15.2.]

Με την εξορία του Κίμωνος η αριστοκρατική παράταξη έχασε ξαφνικά τον αρχηγό της χωρίς τη δυνατότητα, όπως φαίνεται να τον αντικαταστήσει. Για πολλούς μελετητές ωστόσο, αυτή η ριζοσπαστική και θεμελιώδη δημοκρατική πολιτική υπήρξε τόσο ανατρεπτική που οδήγησε τους ολιγαρχικούς και αριστοκρατικούς κύκλους στο να δολοφονήσουν, το 461 π.Χ., με μισθωμένο πιθανότατα όργανό τους,  κατά τον Αριστοτέλη, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, από τον Αριστόδικο τον Ταναγραίο (Πλουτ. Περικλ. 10.8), το δημιουργός της, τον Εφιάλτη.

Αυτή η ριζοσπαστική δημοκρατική μεταρρύθμιση, που άφησε πίσω της ένα λαμπρό πολιτισμό, διατηρήθηκε έως το 322 π.Χ., με την παράδοση της Αθήνας στον διάδοχο του Αλέξανδρου, Αντίπατρο, και την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, επιβάλλοντας ένα συγκεντρωτικό πολιτικό και διοικητικό μοντέλο σε όλες τις κατεκτημένες επικράτειες.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο