Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 26ο

« Η συνέχεια της μεταρρυθμιστικής πολιτικής του Θεμιστοκλή και η ενίσχυση της ισχύος των Θητών έναντι της ολιγαρχίας»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

 Δέκα χρόνια μετά τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένους παρατηρούμε ένα πιο ξεκάθαρο τοπίο να διαδραματίζεται στην πολιτική σκηνή της Αθήνας μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων. Πού οφείλεται αυτό κατά τη γνώμη σου; 

 Ουσιαστικά την εποχή εκείνη οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, που προέρχονταν από τους κόλπους των ευγενών, έριζαν γύρω από το ζήτημα της ουδετερότητας ή όχι των ελληνικών πόλεων για το αν θα πρέπει να βοηθήσουν τις αδελφές ιονικές πόλεις που είχαν επαναστατήσει και ταυτόχρονα να καταστείλουν τον επερχόμενο περσικό κίνδυνο. Οι δημοκρατικοί με τη βοήθεια της Εκκλησίας του Δήμου πέτυχαν να στείλουν μία μικρή βοήθεια  με είκοσι πλοία. Ωστόσο, αυτό στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί μία πόλωση μεταξύ των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών, η οποία ανέδειξε νέες πολιτικές προσωπικότητες στην πολιτική σκηνή. Στην δημοκρατική παράταξη το 493 π.Χ. εκλέγουν άρχοντα τον Θεμιστοκλή, ο οποίος με την πολιτική του σηματοδότησε την αρχή του τέλους της περσικής παρουσίας στη Μεσόγειο.

Δύο χρόνια αμέσως μετά τη μάχη του Μαραθώνα, το 490 π.Χ., οι Αθηναίοι, υπό το φόβο κατάλυσης του πολιτεύματος από επίδοξους τύραννους, έβαλαν σ’ εφαρμογή τη διαδικασία του οστρακισμού, ενώ ταυτόχρονα, θέτοντας και τους ιππείς στο προσκήνιο, άλλαξαν το σύστημα ανάδειξης των αρχόντων, που έως τότε γινόταν με εκλογή, διά της κληρώσεως. Έτσι ο πολιτικός λόγος της δημαγωγίας και οι ανεξέλεγκτες πελατειακές σχέσεις – όπως στη νεοελληνική περίπτωση – μεταξύ των ευγενών, αλλά και των αρχόντων με το λαό, έλαβαν τέλος. Αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα ν’ ανοίξει ο δρόμος για την εφαρμογή της πολιτικής του Θεμιστοκλή, ο οποίος καλύπτοντας το κενό που άφησε ο θάνατος του αντιπάλου του, του Μιλτιάδη, μετέβαλλε την Αθήνα σε μεγάλη ναυτική δύναμη, στηριζόμενος στη βοήθεια του απλού λαού. Ορθός, λοιπόν, θα επισημάνει ο συγγραφέας Χρήστος Γ. Ρήγας στο έργο του «Δημοκρατία του Εφιάλτη» πως οι ολιγαρχικοί έβλεπαν τη συνέχεια και την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του Κλεισθένους στο σχέδιο του Θεμιστοκλέους. Καθώς,  ενώ ο πρώτος είχε αποκόψει τους ευγενείς από τα γένη τους, ο δεύτερος τους απέκοπτε τώρα από την πηγή ισχύος τους, τη γη, δίνοντας προτεραιότητα στη θάλασσα. Αυτό βέβαια στάθηκε και η αιτία αντιπαράθεσής του με τον Αριστείδη και τον Ξάνθιππο, οι οποίοι αν και ανήκαν στην δημοκρατική παράταξη πέρασαν στην πλευρά των ολιγαρχικών, καλύπτοντας το πολιτικό κενό που υπήρχε στην παράταξή τους. Εντούτοις, ο Αριστείδης, το 485 π.Χ.,  θα καταφέρει να εξορίσει τον Ξάνθιππο, μένοντας ως ο μόνος ουσιαστικά αντίπαλος του Θεμιστοκλή.

  • Πώς μπόρεσε ο Θεμιστοκλής να πείσει τους Αθηναίους ν’ ακολουθήσουν το μεγαλόπνοο αυτό σχέδιό, το οποίο εν τέλει οδήγησε στη μεγαλειώδη νίκη τους το 480 π.Χ., με τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας;

Όπως μας διασώζει ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία», όταν επώνυμος άρχων ήταν ο Νικόδημος ανακαλύφθηκε στη Μαρώνεια του Λαυρίου μία νέα φλέβα αργύρου αξίας 100 ταλάντων. Ο Πλούταρχος μας ενημερώνει ότι οι Αθηναίοι είχαν τη συνήθεια να μοιράζονται μεταξύ τους την πρόσοδο από τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου. Μόνος ο Θεμιστοκλής τότε τόλμησε να παρουσιαστεί στην εκκλησία του δήμου και να πει ότι πρέπει ν’ αφήσουν τη διανομή και με τα χρήματα αυτά να κατασκευάσουν τριήρεις για να τις χρησιμοποιήσουν στον πόλεμο που είχαν με τους Αιγινήτες, χωρίς όμως να τους πει τίποτε για την επικείμενη απειλή των Περσών, εκμεταλλευόμενος μόνο την αντιζηλία που είχαν με τους πρώτους. Εμπόδιο σε αυτή του την πρόταση στάθηκε ο Αριστείδης, που εναντιώθηκε, γιατί επιθυμούσε τα χρήματα να μοιραστούν ως αργομισθία. Τότε ο Θεμιστοκλής πρότεινε και πέτυχε τον οστρακισμό του Αριστείδη, ενώ τα χρήματα δόθηκαν αποκλειστικά στους θήτες, οι οποίοι με την κατασκευή των πλοίων – υποχρέωση την οποία είχαν επωμιστεί εκατό πλούσιοι Αθηναίοι που είχαν δανειστεί από ένα τάλαντο για την κατασκευή τους – αφενός απέκτησαν εργασία στα ναυπηγεία, καταργώντας έτσι την ανορθολογική διαχείριση των πόρων – κάτι που συνήθως συμβαίνει στη νεοελληνική πραγματικότητα με την κατασπατάληση των δανείων από την Ε.Ε. – και αφετέρου κατάφεραν να κατασκευάσουν εκατό πολεμικά πλοία, τα οποία αργότερα χρησιμοποίησαν για να πολεμήσουν τον Ξέρξη και κατ’ επέκταση ν’ αποκτήσουν τη ναυτική ηγεμονία στην Ελλάδα. Λίγο πριν τη ναυμαχία ο Θεμιστοκλής ζήτησε από την Εκκλησία του Δήμου την επιστροφή όσων είχαν εξοστρακιστεί, μεταξύ αυτών και του Αριστείδη, στον οποίον, παρά τις διαφορές τους, αναγνώριζε το ήθος και την  τιμιότητά του χαρακτήρα του, ώστε να βοηθήσουν μαζί με τους άλλους πολίτες ό,τι ήταν καλύτερο για την Ελλάδα.

  • Εδώ όμως εγείρεται το ερώτημα για τι ποιος ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο οι ολιγαρχικοί προτιμούσαν να μην αναπτυχθεί το ναυτικό; Θα ήθελα να μου πεις δυο λόγια γι’ αυτό.  

Βεβαίως. Για τους ολιγαρχικούς το ζήτημα ήταν για το ποιος θα κατέχει την εξουσία; Όπως, ορθός θα επισημάνει ο συγγραφέας Αλέξανδρος Κόντος στο βιβλίο του «Δημοκρατία ένα άγνωστο πολίτευμα», η ολιγαρχική ηγεσία προτιμούσε να μην αναπτυχθεί το ναυτικό, γιατί σ’ αυτό υπερίσχυαν ο Δήμος με τη στενή έννοια του όρου, οι θήτες, το λαϊκό φτωχοπλήθος, που αποτελούσε τα δύο τρίτα του αθηναϊκού εκλογικού σώματος, ενώ στο πεζικό υπερίσχυαν οι πλουσιότερες τάξεις, οι ολιγαρχικοί. Έτσι, ενώ ο Αριστείδης πρότεινε να τρέφονται οι πολλοί από τα κοινά χρήματα που προέρχονταν από τη φορολόγηση των συμμάχων, ο Θεμιστοκλής και αργότερα ο Περικλής, όπως αναφέρεται στην «Αθηναίων Πολιτεία» ήθελαν να υπάρχει ετοιμοπόλεμος στόλος. Αυτό σήμαινε αυτομάτως πως κυρίως οι θήτες, από την μία πληρώνονταν από τα χρήματα της συμμαχίας, ενώ από την άλλη εξασφάλιζαν την προστασία των πόλεων, κωπηλατώντας οκτώ περίπου μήνες το χρόνο περιπολώντας στο Αιγαίο και αλλού, για το φόβο των Περσών. Παράλληλα, με τα χρήματα αυτά δόθηκε η δυνατότητα στους αθηναίους να γίνουν και τα σπουδαία έργα στην Ακρόπολη ή όπου αλλού, προσφέροντας εργασία στην τάξη των θητών, που όπως είπαμε εξασφάλιζε την ασφάλεια όλων των πόλεων, ακόμη και αυτών που δεν είχαν καθόλου ναυτική δύναμη. Σε ότι αφορά δε τα μεγάλα έργα της εποχής, ελάχιστοι δούλοι εργάστηκαν σ’ αυτά, αλλά και όσοι εργάστηκαν πληρωνόντουσαν κανονικά,  όπως όλοι οι πολίτες. Δυστυχώς για την Ελλάδα, απ’ ότι μαθαίνω η Ακρόπολη έφτασε σήμερα να περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το περιοδικό economist, στη λίστα των κατεστραμμένων μνημείων. Αυτοί, λοιπόν, οι γενικευμένοι χαρακτηρισμοί που ακούγονται πολλές φορές ακόμα και από πολιτικούς ή διανοούμενους, πως εξαιτίας δηλαδή των δούλων κτίστηκαν όλα τα σπουδαία μνημεία κατά την Κλασική Περίοδο, δεν είναι τίποτε άλλο από μία ανέντιμη προσπάθεια ανθρώπων με ολιγαρχική αντίληψη ώστε να πλήξουν τη δημοκρατία, προβάλλοντας τις κυρίαρχες απόψεις της κομματοκρατίας, η οποία μονίμως προτάσσει τον κοινοβουλευτισμό ως το τελειωτικό στάδιο της δημοκρατίας, εγκλωβίζοντας έτσι τις κοινωνίες στη λογική της ηγεμονίας του λιγότερου χειρότερου, χωρίς βεβαίως το δημοκρατικό δικαίωμα της ανάκλησης.

  • Ωστόσο δεν είναι λίγο παράδοξο το γεγονός πως οι ευγενείς, ακόμη και μετά τη Σαλαμίνα, αλλά και την αύξηση της ισχύος των Αθηναίων έναντι των υπολοίπων, συνέχισαν ν’ αντιμάχονται το Θεμιστοκλή;

       Απεναντίας. Μάλιστα θα έλεγα πως η ολιγαρχική παράταξη θεωρούσε πως η πολιτική του Θεμιστοκλή υπέσκαπτε βαθύτατα τα θεμέλια της πολιτικής κυριαρχίας τους για το μέλλον, καθώς υποβάθμιζε την αγροτική οικονομία και το στρατό ξηράς που αποτελούσαν τη βάση ισχύος τους. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης μετά τους Περσικούς πολέμους ήταν να διαδώσουν οι ευγενείς πως η βουλή του Αρείου Πάγου και όχι ο Θεμιστοκλής ήταν η αιτία ναυτολόγησης των ατόμων στην ναυμαχία της Σαλαμίνας, ώστε να μειώσουν το κύρος του. Ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία» μας λέει ότι η Βουλή του Αρείου Πάγου κατάφερε να μοιράσει από οκτώ δραχμές σε κάθε άτομο και τους επιβίβασε στα πλοία. Ωστόσο ο ιστορικός Κλείδημος, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, λέει πως αυτό οφείλονταν σ’ ένα τέχνασμα του Θεμιστοκλή, ο οποίος διέδωσε ότι όταν οι Αθηναίοι κατέβαιναν στον Πειραιά χάθηκε το κεφάλι της Γοργόνας από το άγαλμα της Αθηνάς. Ο Θεμιστοκλής τότε κάνοντας πως το αναζητεί απέσπασε από τις αποσκευές των πλουσίων πολλά χρήματα τα οποία και έδωσε στους ναυτολογηθέντες.

Ο Θεμιστοκλής μετά τα κατορθώματά του αποφάσισε να περιτειχίζει την πόλη της Αθήνας, αλλά και του Πειραιά, εκμεταλλευόμενος τα φυσικά πλεονεκτήματα που είχαν τα λιμάνια του. Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε την απόφασή του. Παρόλα αυτά, θέλοντας να μειώσει το κύρος του, ανέθεσε στον ίδιο την επίβλεψη των έργων, ενώ στον Αριστείδη ανέθεσε τις διαπραγματεύσεις με τα νησιά του Αιγαίου και τις Ιωνικές πόλεις και στον Κίμωνα, που τον έκαναν στρατηγό, την εκδίωξη των Περσών από τις πόλεις της Ιωνίας.

Εντούτοις, αυτή η πολιτική του Θεμιστοκλή, προσκόλλησης της πόλης με τη θάλασσα, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, ερχόταν σε αντίθεση με την παράδοση που είχαν οι παλαιοί βασιλείς των Αθηναίων. Εκείνοι, καθώς λέγεται, προσπαθούσαν ν’ αποσπάσουν τους πολίτες από τη θάλασσα και να τους συνηθίσουν να ζουν όχι σαν ναυτικοί παρά σαν αγρότες και γι’ αυτό άφησαν να διαδοθεί ο θρύλος για την Αθηνά πως, όταν φιλονίκησε μαζί της ο Ποσειδώνας, αυτή παρουσίασε την ιερή ελιά στους δικαστές και τον νίκησε.

Αντίθετα, όπως μας βεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ο Θεμιστοκλής έδεσε την Αθήνα με τον Πειραιά και τη στεριά με τη θάλασσα. Έτσι και τα δικαιώματα των απλών ανθρώπων του λαού τ’ αύξησε έναντι των αριστοκρατικών και τους  γέμισε  θάρρος, γιατί την πολιτική εξουσία την πήραν στα χέρια τους οι ναύτες και οι καπετάνιοι και οι καραβοκύρηδες.  Γι’ αυτό το λόγο και το βήμα που είχε στηθεί στην Πνύκα έτσι, ώστε να βλέπει προς τη θάλασσα, αργότερα οι τριάντα τύραννοι το έστρεψαν προς την ξηρά, γιατί νόμιζαν ότι ἡ θαλάσσια κυριαρχία είναι η μάνα της δημοκρατίας, ενώ ἡ ολιγαρχία είναι λιγότερο δυσάρεστη στους γεωργούς.

  • Πώς κατάφεραν εν τέλει οι ολιγαρχικοί να εξοστρακίσουν το Θεμιστοκλή;  

Οι  ολιγαρχικοί στην προσπάθειά τους ν’ απαλλαγούν από το Θεμιστοκλή φρόντιζαν να μεγαλοποιούν τις επιτυχίες του Κίμωνος, επισκιάζοντας τη φήμη   και τη δόξα την οποία δικαίως είχε αποκτήσει και από τη φύση του επιδίωκε,  όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος. Έτσι οι συμπολίτες του άρχισαν να δέχονται ευχάριστα τις διαβολές εναντίων του. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, παρασυρμένος ίσως και από τις διαδόσεις που κυκλοφορούσαν οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι έψαχναν με κάθε τρόπο ευκαιρία να τον εξοντώσουν,  φέρει αναμεμειγμένο στο κίνημα του Εφιάλτη και τον Θεμιστοκλή, παραβλέποντας το γεγονός πως ο Θεμιστοκλής εκείνη την περίοδο ήταν ήδη εξόριστος. Έτσι, ενώ πολλοί από τους απλούς θήτες που τον στήριζαν βρισκόταν ήδη με τα πλοία στις εκστρατείες που είχε οργανώσει ο Κίμων, το 471 π.Χ., οι ολιγαρχικοί βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία ώστε να προκαλέσουν οστρακοφορία μεταξύ του Κίμωνος και του Θεμιστοκλή, πετυχαίνοντας την εξορία του.

Παρόλα αυτά θα πρέπει να τονίσουμε πως ο Θουκυδίδης, αν και ολιγαρχικός, χαρακτηρίζει τον Θεμιστοκλή ως έναν άνθρωπο με εξαιρετικά φυσικά χαρίσματα, προικισμένο με φυσική ευφυΐα και έμφυτη σύνεση, που μπορεί να έχει την καλύτερη γνώμη τόσο για τα παρόντα όσο και αυτά που μπορούσαν να συμβούν στο μέλλον και από αυτή την άποψη ήταν περισσότερο από κάθε άλλον εξαιρετικά αξιοθαύμαστος. (Θουκ. Α΄ 138, 3)

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο