Μία συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 21ο

«Το Ελληνικό Αλφάβητο ως βασικός πυλώνας της Δημοκρατίας  και του Πολιτισμού»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

  • Το αλφάβητο πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην λειτουργία της εκκλησίας του δήμου, αλλά και μετέπειτα στην εξέλιξη του πολιτισμού;

Πολύ καλή ερώτηση, εδώ θα πρέπει να σου πω ότι για να λειτουργήσει η Εκκλησία του Δήμου κατά την περίοδο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας γινόταν προανακοίνωση όσων έμελε να συζητηθούν, αλλά και των ψηφισμάτων, όπου θα έπρεπε να πάνε από πριν όλοι οι πολίτες και να ενημερωθούν, οπότε η αλφαβητική γραφή ήταν απαραίτητη για την ενημέρωση των πολιτών. Έτσι από την ιερογλυφική γραφή και αργότερα τη Γραμμική Ά και Β΄, που ήταν κατά βάση συλλαβικές, οι Έλληνες εφεύραν τη φωνητική γραφή, το φθογγόγραμμα, στο οποίο υπάρχει αντιστοιχία φθόγγου και σχήματος γράμματος, μία ανάγκη η οποία εξαρτιόνταν από οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς και γλωσσικούς παράγοντες. Θα πρέπει όμως να τονίσουμε πως υπάρχουν τρεις τρόποι γραφής:

α. Τα Ιδεογράμματα, δηλαδή σημείο ή γράμμα που εκφράζει ολόκληρη έννοια.

β. Τα συλλαβογράμματα, δηλαδή γραφικό σημείο που παριστάνει μια συλλαβή.

γ. Και η αλφαβητική γραφή.

Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός του λόγου και ο πανάρχαιος θησαυρός της Ελληνικής γλώσσας φαίνεται από τον πλούτο των γλωσσικών λημμάτων που περιέχει. Κανένας άλλος πολιτισμός απ’ όσο ξέρουμε δεν είχε ανακαλύψει αλφαβητική γραφή παρά μόνο ο Ελληνικός. Οι Αιγύπτιοι για παράδειγμα χρησιμοποιούσαν τα ιερογλυφικά. Η ιερατική γραφή, η οποία συμπίπτει σχεδόν με την ανακάλυψη των ιερογλυφικών, επιτρεπόταν μόνο στους ιερείς και αποτέλεσε προνόμιο μίας κλειστής ιερατικής κάστας, εξυπηρετώντας τα συμφέροντά της, η δε χρήση της ήταν περιορισμένη για κείμενα στις πυραμίδες και άλλα αιωνόβια μνημεία, ενώ οι Κινέζοι είχαν τα Ιδεογράμματα. Η δε δημώδης αιγυπτιακή γραφή ήταν σύστημα γραφής που χρησιμοποιήθηκε στην αρχαία Αίγυπτο από τον 7ο αι. π.Χ.. Εξελίχτηκε βεβαίως από την ιερατική γραφή. Ωστόσο, η δημώδης γραφή, η οποία ομοιάζει με τη σύγχρονη Αραβική και γραφόταν επίσης από αριστερά προς τα δεξιά, ήταν δύσκολη στην ανάγνωση επειδή τα γράμματα άλλαζαν με την πάροδο του χρόνου και συχνά παρουσίαζαν μεγάλη ομοιότητα μεταξύ τους. Για το λόγο αυτό και το πιο γνωστό κείμενο, η στήλη της Ροζέττας, μία πέτρινη πλάκα από γρανοδιορίτη, που χρονολογείται το 2ο αιώνα π.Χ., περιέχει μια εγχάρακτη επιγραφή του βασιλιά Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς στα Ελληνικά και Αιγυπτιακά για να γίνει κατανοητή σε όλους τους υπηκόους του βασιλείου του. Εντούτοις, επί Πτολεμαίων η χρήση της δημώδους γραφής περιορίστηκε λόγω της εξάπλωσης της Ελληνικής γραφής, ενώ επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εξαφανίστηκε εντελώς, και εγκαταστάθηκε το κοπτικό αλφάβητο με βάση το Ελληνικό.       Από την άλλη οι Κινέζοι, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα ιδεογράμματα, ενώ είχανε ανακαλύψει το χαρτί γύρω στο 120 π.Χ., και το 600 μ.Χ. την τυπωτική τέχνη, ο τρόπος γραφής τους  δεν τους βοήθησε παρά στην εκτύπωση ελαχίστων έργων, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν την τυπογραφική τέχνη για να τυπώνουν κυρίως χαρτονομίσματα. Όσοι περάσανε όμως από την ελληνική επίδραση χρησιμοποίησαν το αλφάβητο, όπως οι λαοί της δυτικής Ευρώπης και οι σλαβικοί λαοί.

  • Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι η αναγέννηση είναι προϊόν της τυπογραφίας;

Σ’ ένα βαθμό η αναγέννηση είναι προϊόν της τυπογραφίας, όπου μαζί με το χαρτί βρήκε το τρίτο στοιχείο που της έλλειπε και που ήταν απαραίτητο. Αυτό το τρίτο στοιχείο είναι το ελληνικό αλφάβητο, με αποτέλεσμα την εκτύπωση όλων των διασωθέντων αρχαίων ελληνικών έργων και τη δημιουργία του κινήματος του διαφωτισμού σε όλη την Ευρώπη. Όμως χωρίς τη δημοκρατική γραφή, δηλαδή τη γνώση η οποία περιήλθε στην εμβέλεια του πλήθους, η ανθρωπότητα δε θα μπορούσε να κάνει το άλμα προς το διαφωτισμό.

  • Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να πούμε πως η συνεισφορά της ελληνικού πολιτισμού στην εξέλιξη της ανθρωπότητας ήταν τεράστια.

 Η ελληνική γλώσσα, αλλά και η μετέπειτα εξέλιξη της παρέδωσε στην ανθρωπότητα μία τεράστια φιλολογική και φιλοσοφική πνευματική κληρονομιά. Όπως ορθός επισημαίνει ο συγγραφέας, κριτικός και νομικός Δημήτρης Σιατόπουλος (1917-2001), σε κείμενό του γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, ο πολιτισμός κάθε λαού καθρεφτίζεται στη γλώσσα του. Πάνω στη συνεισφορά της ελληνικής γλώσσας στηρίχτηκαν όλες οι ανθρώπινες δημιουργίες. Η Αττική διάλεκτος στη διαχρονική της διαδρομή ταξίδεψε πάνω στα φτερά της Αλεξανδρινής κοσμοκρατορίας ως τα πέρατα του γνωστού κόσμου. Από το τέλος σχεδόν του 4ου αιώνα π.Χ. από τη Σικελία μέ­χρι τον Ινδό ποταμό όλα πλέον έχουν αποχρώσεις ελληνικές. Η ελληνική γλώσσα έχει γίνει η πρώτη διεθνής γλώσσα της Ιστορίας. Και στην βυζαντινή πορεία της εδραιώθηκε μέσα από τη διαπάλη της με τη λατινική γλώσσα (μία γλώσσα η οποία δημιουργήθηκε στη Χαλκίδα περίπου τον 8ο αιώνα π.Χ. και μεταφέρθηκε από αποίκους της Κύμης της Ευβοίας στην Ιταλία και από εκεί με μικρές διαφοροποιήσεις στους Ετρούσκους) την οποία χρησιμοποιούσε η επίσημη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την ελληνική που μιλούσε ο λαός της και στην οποία γράφτηκαν τα χριστιανικά θρησκευτικά κείμενα. Όμως όλα τ’ αλφάβητα είναι παραλλαγές του χαλκιδικού και του ιωνικού αλφαβήτου, το οποίο καθιερώθηκε επίσημα από τους Αθηναίους το 404 π.Χ.. Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε πως η τεράστια ελευθερία την οποία προσέφερε η ελληνική γλώσσα με την ανάπτυξη της διαλεκτικής και του ελεύθερου στοχασμού κατά την περίοδο της αθηναϊκής δημοκρατίας περιορίστηκε, καθώς με την εδραίωση του χριστιανισμού κλίθηκε να δογματίσει, κάτω υπό το πρίσμα της απολυτότητας της νέας θρησκείας «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή», με αποτέλεσμα την πολυαρχία των αιρέσεων, όπως εύστοχα θα σημειώσει ο Έλληνας φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, στο έργο του «φιλοσοφία και ζωή» και συγκεκριμένα στο κείμενό του «Ελλάς και οικουμένη» – ένα κείμενο το οποίο απομαγνητοφωνήθηκε από ομιλία του, η οποία διεξήχθη στο λόφο της Πνύκας τον Ιούνιο του 1964. Και ας μη ξεχνάμε πως με την επικράτηση του ελληνόφωνου οικουμενικού χριστιανισμού, πέραν της περιφρονήσεως κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας που δε σχετιζόταν με τις επαγγελίες του, ακόμη και τα ονόματα «Έλλην» και «Ελληνικός» απέκτησαν θρησκευτικό περιεχόμενο και ταυτίστηκαν με την έννοια του ασεβούς, του ειδωλολάτρη, με αποτέλεσμα να  αποκλείονται για 1500 και πλέον χρόνια από το δημόσιο βίο επί ποινή θανάτου. (Αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Βαλεντιανός προς Ισίδωρον, Έπαρχο Πραιτωρίου, 14 Νοεμβρίου 435 μ.Χ. – Ιουστινιάνειος Κώδικας 1.11: αυτοκράτωρ Κωνστάντιος Α’ προς Ταύρο. Έπαρχον του Πραιτωρίου, Δεκέμβριος 534 μ.Χ. κλπ.)

  • Παρόλα αυτά η ελληνική γλώσσα είχε τη δική της γλωσσική φόρμα σε κάθε περιοχή κατά την αρχαιότητα.

 Όπως σωστά επισήμανες οι πρωτοέλληνες στη νότια Βαλκανική ήταν απομονωμένοι και διασκορπισμένοι σε διάφορους ορεινούς όγκους και περιοχές, διαμορφώνοντας τη δική της γλωσσική φόρμα. Γιατί και τα ελληνικά εκείνα φύλλα ήταν χωρισμένα σε Γένη, τις λεγόμενες φυλές, όπως των Αχαιών, των Δαναών, των Αιολών, των Δωριέων, των Ιώνων κλπ. Ωστόσο, γνωρίζουμε πως επικράτησαν βασικά τρεις διάλεκτοι: η Δωρική, η Αιολική  και η Ιωνική ή Αττική  διάλεκτος, στην οποία γράφονταν όλα σχεδόν τα έργα στην Ελλάδα και αυτό γιατί ήταν η μόνη διάλεκτος με την επικρατέστερη αρτιότητα και κομψότητα. Παρόλα αυτά δεν ήταν σπάνιες οι παρεμβολές κυρίως μέσα στις τραγωδίες και κωμωδίες και άλλων ιδιωματικών στοιχείων.

Ο Όμηρος μεταχειρίζεται μία γλώσσα μεικτή, συχνά από τον ιωνικό των Αχαιών κι τον αιολικό των Τρώων, ιδιωματικό λόγο. Για την ομορφιά της οποίας (της γλώσσας) σε επιδέξια χείλη ο ποιητής αναφέρει τα παρακάτω:

«Σηκώθηκε ο γλυκόλαλος Νέστωρας των Πυλίων,

Που από τη γλώσσα του έτρεχε γλυκιά φωνή σα μέλι,» (Ι.Α 248-9)

Για την διαφορά δε των διαλέκτων, αρκεί ν’ αναφέρουμε ένα στοίχο της Ιλιάδος:

«Πολλοί στην πόλη οι σύμμαχοι, την άξια του Πριάμου

Κι οι άνθρωποι εκεί οι μακρόφτεροι, μ’ άλλη ο καθένας γλώσσα» (Ι.Β 803-4)

Ενώ για τον προσδιορισμό των λαών που δε μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, οι οποίοι πολέμησαν στο πλευρό των Τρώων, ο Όμηρος τους αποκαλεί  βαρβαρόφωνους (δηλαδή, ξενόγλωσσους).

«Κάρες τους βαρβαρόφωνους, ο Νάστης κυβερνούσε» (Ι.Β 867)

Παρόλα αυτά, ορθός και πάλι θα επισημάνει ο συγγραφέας και κριτικός Δημήτρης Σιατόπουλος, τη γενικότερη φροντίδα και ανησυχία για τη γλώσσα και τη σύνθεση του λόγου την οποία οι αρχαίοι Έλληνες φανέρωσαν σ’ ένα διαχρονικό προβληματισμό.

Ο Αριστοτέλης, ο οποίος έθεσε τις βάσεις της αποδεικτικής διαδικασίας, στην Ακαδημία θα μυηθεί στη ρητορική και τη διαλεκτική αντιπαράθεση. Στα «Ηθικά Νικομάχεια» κάνει λόγο για τις αρετές που υπαγορεύουν τον ορθό λόγο, αλλά και στον τρόπο που καλυτερεύουν οι άνθρωποι με τη διαλεκτική, οι οποία αποτελεί και τη βάση της δημοκρατίας.

Ο Αριστοτέλης ξεκινά τη συλλογιστική του με το σκεπτικό πως κάθε τι που λέμε, κάθε τι που κάνουμε προκαλεί μία θέση, που το ίδιο το σύμπαν γεννά μέσα της την αντίθετή της. Άρα όλοι είμαστε πιασμένοι στα δίχτυα της διαλεκτικής. Θα πρέπει, λοιπόν, να σταματά κανείς σε ορισμένα «αξιώματα» ή  αρχές, για να οδηγηθεί σε μία τεκμηριωμένη αποδεικτική διαδικασία, η οποία πρέπει ν’ αποτελεί και τη βάση της επιστήμης, η οποία πρώτιστος οφείλει να  προασπίζεται την ελευθερία του ανθρώπου, όταν αυτή βεβαίως δεν υπηρετεί τα συμφέροντα της ολιγαρχίας, κυρίως σε περιόδους ιστορικής εξέλιξης όπου οι κοινωνίες βρίσκονται εκτός του πολιτικού συστήματος όπως σήμερα. Αυτά τα τέσσερα βασικά αξιώματα είναι:

Η αρχή της ταυτότητας. Δηλαδή Α=Α, η έννοια ισούται με τα γνωρίσματα της.

«Δει παν το αληθές αυτό εαυτό ομολογούμενον είναι πάντη» (Αναλυτ. Προτ. Α΄ 32)

Αρχή της αντίφασης. Δεν μπορεί κάποιος να λέει για ένα θέμα ή πράγμα ότι είναι και δεν είναι, ότι υπάρχει και δεν υπάρχει.

«το αυτό άμα υπάρχειν τε και μη υπάρχειν αδύνατον, τω αυτώ και κατά το αυτόν» (Μεταφυς. Γ΄, 3, 1005, β, 19)

Αρχή του αποκλεισμού τρίτης εκδοχής. Ή είναι Α ή δεν είναι Α, π.χ. το διαστημόπλοιο Χ ή είναι ή δεν είναι επανδρωμένο. Δεν μπορεί να είναι και οι δύο εκδοχές ψευδείς. Αν η μία είναι αληθής, τότε η άλλη είναι υποχρεωτικά ψευδής χωρίς άλλο περιθώριο.

«παν ή φάναι ή αποφάναι αναγκαίον, ανάγκη της αντιφάσεως θάτερον είναι μόριον αληθές, αδύνατον γαρ αμφότερα ψευδή είναι» (Μεταφυς. Γ΄, 8, 012, β, 10,11)

Αρχή της επαρκούς αιτίας ή του αποχρώντος λόγου, ότι δηλαδή για κάθε τι αναζητείται λογικά η αιτία του. Ισχύοντας έτσι η αρχή «ουδέν γίνεται άνευ αιτίας».

«Επίστασθαι δε οιόμεθ΄ έκαστον απλώς, όταν την της΄ αιτίαν οιώμεθα γινώσκειν, δι΄ ην το πράγμα εστιν, ότι εκείνο αιτία εστι και μη ενδέχεσθαι τουτ΄ άλλως έχειν» (Αναλυτ. Ύστερ. Α΄- Ζ΄, 71 β΄-9)

Επίσης αξίζει επιγραμματικά ν’ αναφέρουμε την πολυτιμότητα της ελληνικής γλώσσας για την αναίρεση των όποιων αντιφάσεων, την οποία τονίζει ο Ξενοφώντας στην «Κύρου Ανάβαση». Ενώ στην τεράστια σημασία της και στη διδαχή της αναφέρεται και ο Πλάτωνας στο «Αλκιβιάδη».

Ο δε Νίτσε διαγιγνώσκοντας την τεράστια αξία της ελληνικής γλώσσας ως προς την εξέλιξη του πολιτισμού, στη «Γένεση της τραγωδίας» θα γράψει πως: «Η αξία ενός λαού, καθώς άλλωστε και η αξία ενός ανθρώπου, μετριέται ακριβώς με την ικανότητά του να μπορεί να σημειώνει με τη σφραγίδα της αιωνιότητας τα γεγονότα της ύπαρξής του».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο