Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 18ο

«Το κοινωνικό φάσμα εκπροσώπησης των πολιτών στη Δημοκρατία και η διαπαιδαγώγηση τους»  

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Η δημοκρατία σε ποιο κοινωνικό φάσμα πολιτών απευθύνετε;

Η δημοκρατία απευθύνεται σε όλο το κοινωνικό φάσμα των πολιτών και ειδικά στο Μέσο Άνθρωπο. Η κλήρωση αντιπροσωπεύει το Μέσο Άνθρωπο, τον Κοινό Νου. Τουλάχιστον από όσο ξέρουμε, τα βιβλία της βιολογίας λένε ότι το 98% των ανθρώπων αντιπροσωπεύουν τον Κοινό Νου, ο  οποίος είναι πολύ ικανότερος από τον όποιο κοινά νομίζει  κάτι διαφορετικό, όπως πιστεύει η σύγχρονη ολιγαρχία και οι πολιτικοί μας που την αντιπροσωπεύουν.

Στην αρχαία Ελλάδα, λοιπόν, κυριαρχεί ο Θερσίτης, που είναι ο απλός οπλίτης στον Όμηρο και αργότερα ο Θήτας, ο οποίος είναι εκπρόσωπος του δήμου. Για το λόγο αυτό και στους κλασικούς χρόνους στη δημοκρατική Αθήνα η συνέλευση αρχίζει με έναν κήρυκα που ρωτάει «ποιός θέλει να αγορεύσει, να μιλήσει;» «Τις αγορεύειν βούλεται;». Οπότε το βήμα στις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου ήταν ελεύθερο για όλους τους πολίτες και ο λόγος ανεμπόδιστος.

-Για να συμπληρώσω τη σκέψη σου θα ήθελα να σου θυμίσω πως και ο Εφέσιος φυσικός φιλόσοφος Ηράκλειτος (περ. 544 – 484 π.Χ.) στο  μοναδικό σύγγραμμα που γνωρίζουμε ότι άφησε πίσω του με τίτλο “Περί Φύσεως” και διαιρούνταν σε τρία μέρη που αφορούσαν το σύμπαν, την πολιτική και τη θεολογία, διευκρίνιζε, τουλάχιστον από τα λίγα αποσπάσματα που μας έχουν διασωθεί από μεταγενέστερους συγγραφείς, κάπου 111 αυθεντικά και μερικά ακόμη αμφισβητούμενα, ότι η φρόνηση είναι κοινή σ’ όλους.

«ξυνόν ἐστι πᾶσι τὸ φρονέειν.»

Ακριβώς! Ωστόσο θα πρέπει να έχουμε υπόψιν πως το έργο αυτό θεωρείται για πολλούς πως γράφτηκε με πολλές αινιγματικές και διφορούμενες έννοιες. Για το λόγο αυτό και ο Ίων φιλόσοφος ονομάστηκε «Σκοτεινός». Εντούτοις το έργο του  μπορεί να γίνει κατανοητό τουλάχιστον σε όσους έχουν εξασκηθεί πάνω στα μεγάλα διαλεκτικά δίπολα της ζωής που συνέχουν και συνιστούν το άπαν του αισθητού και νοούμενου κόσμου, αλλά ακόμη και του δυνητικά δυνάμενου να νοηθεί. Ο Ηράκλειτος αφιέρωσε το βιβλίο του στο ιερό της Εφεσίας Αρτέμιδος, το οποίο δυστυχώς χάθηκε μετά την πυρπόληση του ναού από τον Ηρόστρατο το 356 π.Χ., που με αυτό τον τρόπο θέλησε να περάσει στην ιστορία. Ενώ η λατρεία της θεάς, παρά την καταστροφή και πάλι του ιερού το 262 μ.Χ. από τους Γότθους, διατηρήθηκε έως το 395 μ.Χ., με την οριστική απαγόρευση της λατρείας της από τον Θεοδόσιο. Από πηγές όμως γνωρίζουμε πως ο Σωκράτης διάβασε το έργο του Ηρακλείτου λέγοντας: «αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ωστόσο χρειάζεται να είσαι ένας δεινός κολυμβητής σαν αυτούς από τη Δήλο για να μην πνιγείς μέσα στο βιβλίο του». [Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, Σωκράτης, 22].

Για να επανέλθουμε όμως στο θέμα μας, μιας και αναφέρθηκες στον Ηράκλειτο, σ’ ένα άλλο απόσπασμα που μας έχει διασωθεί λέει ότι σ’ όλους τους ανθρώπους έχει δοθεί η αυτογνωσία και η σωφροσύνη.

«ἀνθρώποισι πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν.»

Και αλλού συνεχίζει λέγοντας ότι:

 «Γι’ αυτό πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τον κοινό λόγο, γιατί το κοινό είναι συμπαντικό. Ενώ όμως ο λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να έχουν μια ιδιαίτερη φρόνηση.»

«διὸ δεῖ ἕπεσθαι τῷ (ξυνῷ, τουτέστι) τῷ κοινῷ· ξυνὸς γὰρ ὁ κοινός· τοῦ λόγου δ᾽ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἱδίαν ἔχοντες φρόνησιν.»

Εξάλλου μέσα από τη κυκλώπεια ματιά του Ηράκλειτου ο κόσμος  μας είναι ενιαίος και νοήμον, τονίζοντας πως:

 «Αφού ακούσετε όχι εμένα αλλά το λόγο, είναι σοφό να ομολογήσετε πως τα πάντα είναι ένα.»

 «οὐκ ἐμοῦ, ἀλλὰ τοῦ λόγου ἀκούσαντας ὁμολογεῖν σοφὸν ἐστίν ἕν πάντα εἶναι.»

Μιας και αναφερθήκαμε στον «ξυνό λόγο» του Ηρακλείτου, ένα θέμα που θα ήθελα να δούμε, λόγο της σημαντικότητας του, είναι το πώς στην αρχαία Ελλάδα η δημοκρατική πολιτεία εκπαίδευε τους πολίτες της;

Η βασική εκπαίδευση της δημοκρατίας στηρίζεται στη μέγιστη κοινή διαπαιδαγώγηση των παιδιών χωρίς καμία διάκριση, σε αντίθεση με σήμερα που τα δημόσια προγράμματα σπουδών σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας προσανατολίζονται και καθοδηγούνται κατά παραγγελία, ανάλογα με τις ανάγκες των ισχυρών ιδιωτών, με αποτέλεσμα τη φτηνή παροχή εργασίας. Ενώ η δυνατότητα ανώτερης εκπαίδευσης σε ακριβά σχολεία και πανεπιστήμια του εξωτερικού αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των λίγων πλουσίων και μορφωμένων οικογενειών, οι οποίες συνεχίσουν την οικογενειακή, επιχειρηματική, επιστημονική ή πολιτική παράδοση.

Ο καθηγητής και συγγραφέας Αλέξανδρος Κόντος στο έργο του «Δημοκρατία ένα άγνωστο πολίτευμα» θα επισημάνει πως το πρόσωπο που έχει  πολύ περισσότερες δυνατότητες σε πλούτο, δύναμη ή γνώσεις, για τους αρχαίους Έλληνες διαπράττει ύβρη, κυρίως όταν ο κάτοχός του δεν προσφέρει αυτή του την υπεροχή για το συμφέρον του συνόλου, προσβάλλοντας το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Οι αργοναύτες δε δέχτηκαν τον Ηρακλή μαζί τους, γιατί ακριβώς ήταν πολύ πιο δυνατός από τους άλλους.

Γι’ αυτό και σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η εκπαίδευση πρέπει να είναι κοινή για όλους τους πολίτες, μιας και οι ίδιοι οι πολίτες είναι αυτοί οι οποίοι θα ωφελήσουν στο μέλλον την πόλη. Εξάλλου, η λέξη Ελίτ, υπό την έννοια της κοινωνικής κάστας, είναι άγνωστη στην Κλασική Ελλάδα. Έτσι, ο Μέσος Άνθρωπος, το Πλήθος, ο Δήμος κυριαρχεί στην οργανωμένη δημοκρατικά πόλη, καθώς η άσκηση της εξουσίας για τους προγόνους μας θεωρείτο γνώση, η οποία θα πρέπει να διαχέεται σε όλους. Η κορύφωση  αυτού του εγχειρήματος βρήκε την πραγμάτωσή του στη δημοκρατική Αθήνα στο ότι έδινε την εξουσία σε όλους τους πολίτες και όλοι ήταν ισόβιοι νομοθέτες, χωρίς η καταγωγή τους ν’ αποτελεί κώλυμα στη μετοχή των αξιωμάτων. Καθώς, όπως μας λέει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, πραγματική δημοκρατία υπάρχει όταν την εξουσία κατέχουν οι ελεύθεροι και φτωχοί που είναι περισσότεροι, αντίθετα, ολιγαρχία υπάρχει όταν κυριαρχούν οι πλούσιοι και ευγενείς που είναι λιγότεροι.

Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε την πολιτική από τις τέχνες;

Θεωρώ πως δε μπορούμε να διαχωρίσουμε την πολιτική στην αρχαία Ελλάδα από την τέχνη, γιατί η αρχαιολογική αξιολογία της υπεροχής (αριστείας) διείπε το αρχαίο αθηναϊκό δημοκρατικό σύστημα σε όλους τους τομείς και οδήγησε στη δημιουργία του Κλασικού ως κριτηρίου τελειότητας, καθολικά και διαχρονικά. Για παράδειγμα οι μουσικές μελωδίες, όπως μας λέει και πάλι ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του:

«…είναι από μόνες τους μιμήσεις ηθών (40) κι αυτό είναι φανερό από τη φύση των αρμονιών, που όταν αλλάξουν, αλλάζουν μαζί τους και τα συναισθήματα των ακροατών, ώστε από την ακρόασή τους να διεγείρονται διάφορα πάθη, ανάλογα με την καθεμιά, στις ψυχές των ακροατών».

 «…ἔστι μιμήματα τῶν ἠθῶν (καὶ τοῦτ’ ἐστὶ φανε-(40) ρόν· εὐθὺς γὰρ ἡ τῶν ἁρμονιῶν διέστηκε φύσις, ὥστε ἀκούοντας ἄλλως διατίθεσθαι καὶ μὴ τὸν αὐτὸν ἔχειν τρόπον πρὸς ἑκάστην αὐτῶν, ἀλλὰ πρὸς μὲν ἐνίας ὀδυρτικωτέρως.»

Ενώ ο Πλάτων ορίζει το ρυθμό δια της αφαίρεσης, ως την τάξη της κινήσεως.  [Πλάτων, Νόμοι Β’, 665Α]

«τη δή της κινήσεως τάξει ρυθμός όνομα είη»

Επίσης δε μπορούμε να διαχωρίσουμε και τη γλυπτική από την τραγωδία, εφόσον και οι δύο αυτές τέχνες ασκούν επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, παρασταίνοντας ψυχικές και σωματικές καταστάσεις. Ακόμη, για παράδειγμα δε μπορούμε να διαχωρίσουμε και την πολιτική από την τραγωδία, διότι και οι δύο θα πρέπει να συντείνουν στη διαμόρφωση του ήθους και της ψυχής. Αλλά και η αρχιτεκτονική αποτελούσε για τους Έλληνες την μέγιστη έκφραση της εσωτερικής αρμονίας της ψυχής, η οποία προεκτείνονταν στην αρμονική δόμηση της Πόλης, σε αντίθεση με σήμερα που η κακοτεχνία και η ασχήμια  στις μεγαλουπόλεις έχει καταστήσει την ζωή των νεοελλήνων αβίωτη.

Η δε εξάσκηση στη φιλοσοφία και τη ρητορική κατά την κλασική περίοδο φαίνεται να θεωρείται ως μία από τις ωραιότερες και σπουδαιότερες τέχνες, καθώς βλέπουμε πως ο Πλάτων στον Μένωνα παρουσιάζει το Σωκράτη να συγκρίνει τον πλούτο του Πρωταγόρα με τον πλούτο του Φειδία,  λέγοντας πως ο Πρωταγόρας με τα μαθήματα «σοφίας» που παρέδιδε κέρδιζε περισσότερα απ’ όσα κέρδιζε ο Φειδίας δημιουργώντας καταφανώς ωραία έργα τέχνης και άλλοι δέκα ακόμη γλύπτες μαζί. (Μένων, 91d). Ενώ αντίστοιχα ο Αριστοτέλης στο ερώτημα που ο ίδιος θέτει σε τι συνίσταται η σοφία, παρατηρεί ότι «στις τέχνες αποδίδουμε την ιδιότητα της σοφίας σε όσους κατέχουν άριστα την τέχνη τους» χαρακτηρίζοντας τον Φειδία ως σοφό γλύπτη και τον Πολύκλειτο τον Αργείο, τον δεύτερο κορυφαίο γλύπτη του 5ου αιώνα π.Χ., ως σοφό αγαλματοποιό, μη δηλώνοντας με τη σοφία τίποτε άλλο στις περιπτώσεις αυτές παρά μόνο την τελειότητα της τέχνης τους. (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1141a).

«Τὴν δὲ σοφίαν ἔν τε ταῖς τέχναις τοῖς ἀκριβεστάτοις τὰς τέχνας ἀποδίδομεν, οἷον Φειδίαν λιθουργὸν σοφὸν καὶ Πολύκλειτον ἀνδριαντοποιόν, ἐνταῦθα μὲν οὖν οὐθὲν ἄλλο σημαίνοντες τὴν σοφίαν ἢ ὅτι ἀρετὴ τέχνης ἐστίν·»

Εντούτοις, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως η μεγάλη  τέχνη είναι  δημιουργική έμπνευση, η οποία κατέρχεται στον άνθρωπο από τις Μούσες, έχοντας μέσα της τη σπίθα της θείας δημιουργίας. Αρκεί να θυμηθούμε το Σοφοκλή, ο οποίος μιλώντας για την ποιητική έμπνευση του Αισχύλου δέχεται πως αυτή συμβαίνει σε κατάσταση μέθης.

«Ως μεθύων ο Αισχύλος εποίει τα δέοντα, αλλ’ ουκ ειδώς γε».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο