Μια συνέντευξη με τον αγωγό του ελληνικού πολιτισμού, τη Δημοκρατία – Μέρος 17ο

«Το κύριο χαρακτηριστικό ανάπτυξης του Ελληνικού Πολιτισμού»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Στην προηγούμενη συνέντευξή μας αναφέρθηκες στο θεσμό της δουλείας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της δομής και ανάπτυξης των ελληνικών πόλεων, όπως σε άλλους πολιτισμούς. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει είναι στο πού εν τέλει στηρίχτηκε ο Ελληνικός Πολιτισμός και ποια η κύρια διαφορά του μέσα στη διαχρονία με τον υπόλοιπο κόσμο;

Ο ελληνικός πολιτισμός στηρίχτηκε στο δημοκρατικό πολίτευμα, βάση του οποίου είναι η γνώση και η ελευθερία και ελευθερία για τους έλληνες είναι η εναλλαγή στην εξουσία. Το άρχειν και άρχεσθαι, δηλαδή το ίδιο πρόσωπο να περνάει πρώτα από το άρχεσθαι  και μετά από το άρχειν. Η άσκηση της εξουσίας για τους Έλληνες αποτελούσε σχολείο. Ο Έλληνας καθηγητής και συγγραφέας Αλέξανδρος Κόντος, ο οποίος δίδαξε Γενική Γλωσσολογία, Σημασιολογία και Μαθηματική Λογική στη Φιλοσοφική Σχολή του Οράν, Αλγερία, στο έργο του «Δημοκρατία ένα άγνωστο πολίτευμα» ορθώς αναφέρει πως η λέξη σχολή που σήμαινε τον ελεύθερο χρόνο στην αρχαία ελληνική γλώσσα κρατάει την ίδια σημασία με τη μορφή σχόλη στη νέα γλώσσα, που γρήγορα πήρε τη γνωστή σημασία  με την οποία και έχει διεθνοποιηθεί σαν ecole, school, scuola κλπ., επειδή η Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον ελεύθερο χρόνο, για να μαθαίνουν, να συμμετέχουν στα κοινά, στη διαχείριση της εξουσίας, μιας και θεωρούσαν πως η παιδεία θα τους έκανε σωστούς πολίτες, εισάγοντας τους στη γνώση της διαχείρισης των κοινών.

Όσον αφορά την ελευθερία, η οποία δεν υπόκειτο σε κανενός είδους καταναγκασμό σε βάρος των πολιτών, καθώς όλοι οι πολίτες συμμετείχαν στην άσκηση της εξουσίας, διαμορφώνοντας οι ίδιοι το δικό τους μέλλον, είχε  χαρακτήρα συλλογικό και φυσικό, όπως για  παράδειγμα το φυσικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και δεν εκλαμβάνονταν απλώς, όπως γίνεται σήμερα σε όλο τον κόσμο, ως ατομικό δικαίωμα.

Συγκεκριμένα η ελευθερία, η οποία αποτέλεσε τη βάση της Δημοκρατίας για τους αρχαίους έλληνες, συνθέτεται από τρεις ελλείψεις:

α. Την έλλειψη ιερού βιβλίου.

β. Την έλλειψη ισόβιων αρχηγών, οπότε δεν μπορεί κανένας να καβαλήσει το καλάμι της εξουσίας – παρακαλώ τα καλάμια στην έξοδο, θα έλεγε ο Αριστοφάνης. Αν υπάρχει αρχηγός ή βασιλιάς που έχει μία ορισμένη σκέψη και την επιβάλλει, πολλές φορές με την συγκατάθεση της θρησκευτικής εξουσίας δια του χρίσματος (τελετουργική έκχυση λαδιού ή επάλειψη στο κεφάλι και το σώμα κάποιου ανθρώπου) απαγορεύει στους άλλους να σκέφτονται. Ας μην ξεχνάμε πως ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει το χρίσμα στο τυπικό ανάληψης της βασιλικής εξουσίας (Μεσσίας = χρισμένος με λάδι). Με το χρίσμα ο βασιλιάς καθίσταται εντολοδόχος του θεού και φορέας του πνεύματός του (Α Σαμ 9,16. 10,1. 16,13). Επίσης ο αρχιερέας (Εξ 29,7. Λευ 8,12 κ.ά.), οι ιερείς (Εξ 28,41. 30,30. 40,15. Αρ 3,3), ακόμη και προφήτες (Α΄Βας 19,16) αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους δια χρίσματος. Τέλος, αντικείμενα αφιερωμένα στο Θεό χρίονται, όπως οι ιερές στήλες, η σκηνή, τα θυσιαστήρια, κλπ.

γ. Την έλλειψη απαγορεύσεων, ταμπού. Οι Έλληνες ακόμη και τους χρησμούς τους χρησιμοποιούσαν όπως αυτοί θέλανε, όπως για παράδειγμα ο Θεμιστοκλής με τα ξύλινα τείχη. Εξάλλου είναι γνωστή η φράση «Η Πυθία φιλιππίζει».

Τι εννοείς με την έλλειψη ιερού βιβλίου;

Εάν υπάρχει ιερό βιβλίο δεν μπορείς να σκεφτείς πέρα από αυτά που λέει το ιερό βιβλίο, όπως η Βίβλος (Παλαιά και Καινή διαθήκη) για τους εβραίους και τους χριστιανούς. Μάλιστα ο όρος διαθήκη δηλώνει κατά κυριολεξία την τελευταία έκφραση της βούλησης ενός προσώπου, αλλά στην Αγία Γραφή χρησιμοποιείται για την απόδοση μιας εβραϊκής λέξης που σημαίνει «συνθήκη», «συμμαχία», «σύμβαση» ή «συμφωνία». Εκτός όμως από το νόημα που μπορεί να έχει για τις ανθρώπινες σχέσεις, ο όρος χρησιμοποιείται ειδικότερα για να δηλώσει την ιδιότυπου χαρακτήρα συμφωνία που διέπει τη σχέση του Θεού με άτομα (Γεν 9,8εξ. 15,18. 17,1 εξ) ή το λαό του Ισραήλ (Εξ κεφ. 19-24) και στοχεύει στη δημιουργία προϋποθέσεων για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η πρωτοβουλία για τη συνομολόγηση της διαθήκης ανήκει στο Θεό, ο οποίος καθορίζει το περιεχόμενο και τους όρους της.

Επίσης και το κοράνι, το ιερό βιβλίο του ισλαμισμού «Τουρκ. Kuran, αραβ. Gur’ an = ανάγνωσμα» κατά την παράδοση των μουσουλμάνων περιέχει το λόγο του Θεού που δόθηκε στον Μωάμεθ με τον αρχάγγελο Γαβριήλ, για το λόγο αυτό αποτελεί και θεόπνευστο βιβλίο, το οποίο δεν επιδέχεται από τους πιστούς του καμία αμφισβήτηση.

Πάντως κι ο Μίνωας έπαιρνε κάποιους νόμους από το Δία ανεβαίνοντας στο όρος Ίδη, το ιερό σπήλαιο της Κρήτης.

Σωστά. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει πως κάθε εννέα χρόνια τους άλλαζε, γιατί η γνώση και η φιλοσοφία στην αρχαία Ελλάδα ήταν φιλοσοφία πολιτών, που αναπτύσσονταν στην αγορά,  ωθώντας τους πολίτες να προσεγγίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την αλήθεια των πραγμάτων. Ενώ αντίθετα η φιλοσοφία στην Αίγυπτο, στην Ινδία, στην Κίνα και αλλού, παρέμεινε ως μυστική γνώση στα πλαίσια του ιερατείου ή γύρω από την αυλή του μονάρχη.

Κατά τον Τζόναθαν Χάρρις, λέκτορά Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, η ανώτατη παιδεία στο Βυζάντιο προσφερόταν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, την οποία απολάμβανε μόνο μία μικρή μερίδα των κατοίκων της Αυτοκρατορίας. Έχει υπολογιστεί ότι σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή της μέσης βυζαντινής περιόδου (843 – 1204) αυτού του είδους την εκπαίδευση την παρακολουθούσαν κατά μέγιστον διακόσιοι έως τριακόσιοι προνομιούχοι. Αυτή η ομάδα κατέληγε να αποτελεί ένα είδος κλειστής κάστας, η οποία διαφοροποιούνταν από τον υπόλοιπο πληθυσμό λόγω της ανώτερης μόρφωσής τους. «Τζόναθαν Χάρρις, Το Βυζάντιο και οι Σταυροφορίες, σελ. 54»

Αντίθετα ο Ελληνικός πολιτισμός ήταν ένας πολιτισμός του άστεως, γι’ αυτό και η καλλιτεχνική δραστηριότητα συνδέονταν στενά με τη ζωή της πόλης. Άλλωστε, τα περισσότερα κτίρια που ήταν άξια λόγου (ναοί, βωμοί, πύλες, θέατρα, βουλευτήριο) ήταν κτίρια δημόσια. Ασφαλώς δεν έλειπαν τα εκτός πόλεως ιερά, αλλά η πόλη ήταν ο κατά προτίμηση χώρος των δημόσιων έργων.

Εξάλλου, οι Έλληνες μέσα από τη φιλοσοφία επιδίωκαν, πέρα από τη γνώση του σύμπαντος ή τη γνώση του εαυτού τους και την τελείωση της κοινωνίας, υιοθετώντας νόμους που συμβάδιζαν με την φύση και το περιβάλλον για μία πιο βιώσιμη συνέχεια της ζωής. Τοιουτοτρόπως, αντιμετώπιζαν τη φύση όχι ως κτίσμα κάποιου εξωκοσμικού θεού που τη δημιουργεί, για να ζουν μέσα  σε αυτήν και να τη χαίρονται οι άνθρωποι, αλλά ως συνέχεια του ίδιου τους του εαυτού και της κοινωνίας μέσα στην οποία συμβιώνουν. Ακριβώς  γι’ αυτό το λόγο και τα ιερά άλση στην αρχαία Ελλάδα. Η φύση, λοιπόν, για τους Έλληνες αποτελεί την ταυτότητα του θείου,  η οποία έχει και νου και σκέψη γιατί είναι αυτή η ίδια η ουσία του Όντος.

Άλλωστε γνώριζαν ότι, πέρα απ’ όλα όσα μας ανέφερες, πως κινητήριος δύναμη της ίδιας της ζωής και της δημιουργίας είναι η ερωτική έλξη, γι’ αυτό και λάτρευαν το θεό έρωτα.

Οι Έλληνες ως πολίτες που μπορούσαν να στοχάζονται ελεύθερα στα δημοκρατικά πλαίσια της πόλης τους, συμπεριφέρονταν ερωτικά προς τα πάντα, διότι θεωρούσαν τον έρωτα ως υπέρτατο δημιουργικό θεό. Γι’ αυτό και τιμούσαν με τα έργα τους το κάλλος και την ομορφιά, θεωρώντας ότι και η λογική στηρίζεται στο κάλλος και την ομορφιά της συμμετρίας, αλλά και της ισορροπίας ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Σε αντίθεση όμως με την κλασική εποχή, κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα έχουμε τα αυστηρά, επιβλητικά και ανέραστα έργα των χριστιανών καλλιτεχνών, οι οποίοι, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, περιορίζονται καλλιτεχνικά μέσα στα δογματικά πλαίσια του χριστιανισμού, στην αποφυγή του φωτός ως αποκάλυψη του κάλλους και στη δισδιάστατη μορφική απεικόνιση. Ο Έλληνας, λοιπόν, στην κλασική εποχή ως ελεύθερος πολίτης στον καθημερινό του βίο και όχι ως δούλος ή ποίμνιο, όπως στην Αίγυπτο, τη Ρώμη ή το Βυζάντιο,  αποθεώνει το κάλλος ως αποκαλυπτική αισθητική έκφραση της αλήθειας, εναρμονίζοντας την αισθητική τελειότητα με την ηθική ακεραιότητα και αμφότερα με το ωφέλιμον της ψυχής, κάτι που θα κάνει πολύ αργότερα το Φρίντριχ Νίτσε να διακηρύττει με ιδιαίτερη θέρμη την αισθητική ως την ηθική του μέλλοντος.

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο