Μια συνέντευξη με τη Δημοκρατία – Μέρος 13ο « Η σχέση του Βυζαντίου με τον Κλασικό Ελληνισμό»

Μιας και αναφερθήκαμε στον τρόπο ανάπτυξης και εξέλιξης των πόλεων στη Δύση, αλλά και στο ρόλο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας σε σχέση με την κοσμική εξουσία, θα ήθελα να σε ρωτήσω για το ποια κατά τη γνώμη σου ήταν η σχέση του Βυζαντίου με τον Κλασικό Ελληνισμό.

Καταρχήν θα πρέπει να επισημάνουμε πως όλοι στο Βυζάντιο – ένας όρος που δόθηκε από τους Γάλλους όταν δημοσίευσαν τα αρχαία κείμενα, επειδή η Πόλη χτίστηκε επάνω στα ερείπια της πόλης του Βύζαντος κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ.  – ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους και ποτέ Έλληνες και ο αυτοκράτοράς, μέχρι και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «βασιλεύς των Ρωμαίων». Η ιδέα αυτή της Ρωμαϊκής συνέχειας με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη από το Μ. Κωνσταντίνο, το 324 μ.Χ., η οποία φέρει τ’ όνομά του, συνδέθηκε στην πορεία με την επίδραση της Ανατολής και του Χριστιανικού μυστικισμού.

Είναι χαρακτηριστικές οι επευφημίες από τους Δήμους της πρωτευούσης (Πράσινοι και Βένετοι) προς τον Νικηφόρο Φωκά, όταν αυτός έφτασε στην Πόλη, ήδη πειθόμενος από τον ανιψιό του Ιωάννη Τσιμισκή, στην Καισαρεία, στις 2 Ιουλίου του 963 μ.Χ., ν’ αναλάβει το αξίωμα του βασιλέως. Ο Τσιμισκής δείχνοντας στο θείο του την επιστολή του Ιωσήφ Βρίγγλα, παρακοιμώμενου ευνούχου του πρώην βασιλέως Ρωμανού Β΄, που τον παρότρυνε να συλλάβει τον Φωκά ως στασιαστή και να τον παραπέμψει στην Κωνσταντινούπολη, έπεισε τον τελευταίο, ο οποίος ανευφημήθη βασιλεύς υπό όλων των ταγμάτων και των λοιπόν του στρατού  ηγεμόνων.

«Καλώς ήλθες, ανέκραξαν οί δήμοι, άνδρειότατε νικήτα, άεισέβαστε, καλώς ήλθες, δι’ ού ύπετάγησαν έθνη. Διά σου ’Ισμαήλ ήττηθείς κατεπτώθη, διά σου τά σκήπτρα Ρωμαίων κρατύνονται. ’Έντεινε ούν καί κατευοδού καί βασίλευε. Ήλέησεν ο Θεός τον λαόν αύτού, άναδείξας σε, Νικηφόρε, βασιλέα αυτοκράτορα Ρωμαίων. Εύφραίνου τοίνυν πόλις ή τών Ρωμαίων ύπόδεξαι τον Οεόστεπτον Νικηφόρον ήλθε γάρ όντως λαμπών τήν ύφήλιον πάσαν.» «Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 4ος, σελ. 130».

Ορθός, λοιπόν, θα επισημάνει ο συγγραφέας Μιχόπουλος Στυλιανός Δ.  στο έργο του «Βυζάντιο Αυτοκράτορες Κλήρος και Ελληνισμός, σελ. 460» το έντονα Ρωμαϊκό κλίμα της εποχής:

«Τα σκήπτρα Ρωμαϊκά, ο βασιλεύς είναι αυτοκράτωρ Ρωμαίων και η Κωνσταντινούπολη είναι πόλη Ρωμαίων. Εμείς όμως θα υποστηρίζουμε σταθερά ότι το Βυζάντιο εξελληνίστηκε!»

Τι σήμαινε, λοιπόν, η λέξη Έλλην για την Ανατολική ρωμαϊκή Αυτοκρατορία;

Η λέξη Έλλην ήδη φορτισμένη μ’ ένα θρησκευτικό χαρακτήρα, πριν ακόμη τη μεταφορά της Ρώμης στην Ανατολή, ταυτίστηκε με τη λέξη ειδωλολάτρης. Ένας όρος υποτιμητικός για τους Έλληνες, ο οποίος συνδέθηκε με την έννοια του ασεβούς. Η Βασιλεύουσα, με την επιβολή της νέας θρησκείας γίνεται η Νέα Ιερουσαλήμ, ποτέ όμως η Νέα Αθήνα. Η Αθήνα για την Αυτοκρατορία είναι η «κατ’ είδωλον» (γεμάτη είδωλα) πόλη. Οι ειδωλολάτρες έπρεπε, λοιπόν, να εξαφανιστούν. Ας μην ξεχνάμε τις διώξεις κατά των Ελλήνων  οι οποίοι επιθυμούσαν ν’ ακολουθήσουν τις παραδόσεις τους. Διώξεις που εφαρμόστηκαν σύμφωνα με τους Ιουστινιανούς και Θεοδωσιανούς κώδικες «Προς ειδωλολάτρας, ή τελούντες θυσίες εις ναούς».

Ο Ιουστινιανός (527-565) δείχνει υπέρμετρο ζήλο για την προστασία και προώθηση του χριστιανισμού. Ορίζει, λοιπόν, ότι οι χριστιανοί που υιοθετούν εθνικές θρησκευτικές πρακτικές θα υποβληθούν άμεσα στην εσχάτη των ποινών (Ι.Κ. 1.11.9). Αντίστοιχα Το 435 ο Θεοδόσιος και ο Βαλεντινιανός απαγορεύουν στους Έλληνες να τηρούν τις παραδόσεις τους με την ποινή του θανάτου (Θ.Κ. 16.10.25).

Οι χριστιανοί αυτοκράτορες επιβάλλουν στους εθνικούς (παγανιστές)  υπηκόους τους πρόστιμα και εξορίες και τους στερούν προνόμια, τίτλους, αξιώματα, πολιτικά δικαιώματα, τις περιουσίες τους και ενίοτε ακόμη και τη ζωή τους.

Αξίζει επίσης να επισημάνουμε από τον ακάθιστο ύμνο, τον οποίο η  παράδοση αποδίδει στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό, την ακολουθία της γ’ Στάσης των χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο:

«Χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπόσα

Χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα»

Η Παναγία αφού διέσπασε τις πλοκές των σοφών προγόνων μας Αθηναίων, κατέστησε τους αγραμμάτους αλιείς ιχθύων σε αλιείς ανθρώπων,  γεμίζοντας  με ψυχές νεοφωτίστων τα δίχτυα των αποστόλων.

Παρ’ όλα αυτά η Ελληνική γλώσσα δεν αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο εξελληνισμού της Αυτοκρατορίας;

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως είναι χαρακτηριστική η δήλωση που δίδει ο Γεννάδιος Σχολάριος (1400 – 1473) πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης μετά την άλωση της Πόλης, για την ταυτότητά του επί της εθνικής του συνείδησης, η οποία καθίσταται καταφανής.

«Έλλην ων τηι φωνήι, ουκ αν ποτέ φαίην Έλλην είναι, δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ οι Έλληνες, αλλ’ από της ιδίας μάλιστα θέλω ονομάζεσθαι δόξης. Και ει τις έροιτό με τίς ειμι, αποκρινούμαι Χριστιανός είναι». (Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη).

Ομιλεί, λοιπόν, ελληνικά, αλλά δεν φρονεί όπως φρονούσαν οι Έλληνες. Θέλει να ονομάζεται συμφώνως με την πίστη του, δηλαδή χριστιανός. Η λιτή αυτή φράση συνοψίζει την ταυτότητα του Βυζαντίου κάτω υπό το φως της ορθοδοξίας.

Ο συγγραφέας Στυλιανός Μιχόπουλος επιχειρώντας να δώσει τη δική του απάντηση επί του θέματος της εξελληνίσεως του Βυζαντίου θα γράψει:

«Πρέπει να δεχτούμε ότι το Βυζάντιο εξελληνίστηκε από το γεγονός και μόνο ότι οι δημόσιοι λειτουργοί του και οι Ιεράρχες υιοθέτησαν και χρησιμοποίησαν, εκτός από την λατινική και την ελληνική γλώσσα; Αν είναι έτσι τότε πρέπει να δεχτούμε ότι και οι σημερινοί σύνεδροι του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, που μιλούν αγγλικά ή γαλλικά, έχουν εκγαλλισθή και εξαγγλισθή. […] Το θρήσκευμα και η γλώσσα μόνα δεν δεικνύουν την εθνικότητα του ανθρώπου. Ο Έλλην, εκτός από τη θρησκεία του, πιστεύει και σε άλλα πολύ σημαντικά λ.χ. στην Πατρίδα, στην πνευματική ελευθερία, στην πολιτική ελευθερία, στην ελευθερία της συνειδήσεως κλπ. προ πάντων δε δεν αρνείται να ονομάζεται Έλλην» «Βυζάντιο Αυτοκράτορες Κλήρος και Ελληνισμός, σελ. 674 – 675»

Για τον ιστορικό Κ. Παπαρρηγόπουλο ο εξελληνισμός βεβαίως απέβη φυσικότατος (παρά τις διώξεις και τους αναθεματισμούς να ξεχάσουν τ’ όνομα την καταγωγή και το παρελθόν τους) αρχίζοντας από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου και δεν έπαυσε να διεξάγεται καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο. Αλλά, όπως λέει, το αίσθημα και η έννοια της πατρίδος χάριν του οποίου μεγαλούργησε ο αρχαίος ελληνισμός δεν υπήρχαν, διότι ήδη είχαν εκλείψει ήδη από την περίοδο της Μακεδονικής Δυναστείας. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 3ος, σελ. 26-27»

Σε πολιτικό επίπεδο ποιες είναι για σένα οι διαφοροποιήσεις των Ελλήνων από τους λεγόμενους Βυζαντινούς;

Οι Έλληνες, όπως έχουμε ήδη πει, θεωρούσαν τους εαυτούς τους πολίτες και όχι υπηκόους. Η πολιτικοποίηση τους συντελούνταν συνειδητά και εκούσια στα πλαίσια της Πόλεως. Ο Δήμος, ο Λαός, ήταν η μοναδική πηγή εξουσίας. Ενώ η ισότητα των πολιτών διασφαλίζονταν με την κλήρωση. Οι πολίτες συμμετείχαν και στα τρία μόρια της εξουσίας: στη Νομοθετική, τη Δικαστική και  την  Αρχική ή Εκτελεστική εξουσία, όταν ασκούσαν κάποια αρχή που τους είχε απονεμηθεί.

Σε αναντιστοιχία, λοιπόν, με τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι δεν υπόκειντο σε γραπτούς θεϊκούς νόμους, λατρεύοντας τους Έλληνες Θεούς χωρίς αυτό να τους αποστερεί την πνευματική τους ελευθερία, οι βυζαντινοί υπήκοοι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – όπως αυτή ονομάστηκε μετά το θάνατο του Θεοδοσίου το 395 π.Χ. – δεν ήσαν πολιτικώς, οικονομικώς  και πνευματικώς ελεύθεροι. Ήσαν δούλοι του επουράνιου και επίγειου Ελέω Θεού βασιλέως. Αξιοσημείωτοι δε είναι οι αβάστακτοι φόροι των υπηκόων υπό των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων.

Ο Π. Καλλιγάς στο έργο του «Μελέται και Λόγοι,  σελ. 268, 281 – 283) σημειώνει πως κανένα έθνος στην ιστορία δεν έδειξε τέτοια έπαρση ότι κατέχει τη σοφία του κόσμου όσο οι βυζαντινοί και κανένα άλλο δεν υπέστη τόση ταλαιπωρία. Η αλαζονεία αυτή ικανοποιούνταν δια της απειροπληθίας των «Νεαρών». Αλλά συνήθως όπου κακή διοίκηση εκεί και πολλοί νόμοι προς θεραπεία. Ενώ αλλού μας λέει πως ήταν αδύνατον να αναχαιτίσει οποιοσδήποτε τους αυτοκράτορες από πάσης τυρρηνικής πράξεως, οι οποίοι εξαντλούσαν τους υπηκόους τους με αβάσταχτους φόρους. Τονίζει επίσης πως το 964 μ.Χ. ο Νικηφόρος Φωκάς απαγόρευσε να δωρίζονται πλέον κτήματα σε μονές και εκκλησίες, λόγω ελλείψεως γης, αλλά είπε να δίδωνται οικέται, βόες, ποίμνια […] (Νεαρά 19).

Το 476 μ.Χ., με την εκθρόνιση του Αυτοκράτορα της Δύσεως, Ρωμύλου Αυγουστύλου,  από έναν Βάρβαρο Γερμανό αρχηγό τους στρατού ονόματι Οδόακρο, έχουμε και πάλι σε όλη την Αυτοκρατορία μόνον έναν Αυτοκράτορα, τον Ζήνωνα. «Α. Α. Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Τόμος 1ος, Σελ. 144»

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε, καταδεικνύοντας τη μεγάλη διαφοροποίηση σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ του Ελληνισμού και του Βυζαντίου, πως σύμφωνα με τον Ιστορικό Κ. Παπαρρηγόπουλο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 4ος, σελ. 5-6» στο βυζάντιο η Βασιλεία θεωρείτο απόλυτος μοναρχία, ακριβώς όπως και προγενέστερα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου το δημόσιο δίκαιο έλεγε ότι «ο βασιλεύς τοις νόμοις ουχ υπόκειται» και «όπερ αρέ­σει τον βασιλεί νόμος έστίν». Καθώς, αν και στο Βυζάντιο υπήρχαν νόμοι περί των καθηκόντων και δικαιωμάτων των βασιλέων, τι σημαίνει ο βασιλεύς να εκτελεί τους νόμους όταν δύναται κατά το δοκούν να τους τροπολογεί;  ή τι πρακτική αξία έχουν οι περί των καθηκόντων και των δικαιωμάτων του βασιλέως νόμοι, εφόσον ουδεμία αρχή δικαιούμενη υπήρχε ώστε να του ζητήσει άμεσα ή έμμεσα το λόγο.

Ο δε συγγραφέας Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του «Βασανιστήρια και Εξουσία σελ. 206 – 306» μας πληροφορεί για σωρεία φρικτών βασανιστηρίων και εγκλημάτων εχθρών της εξουσίας και αντιφρονούντων, από πηγές της εποχής, όπως: ρυμοτομίες, εξορύξεις οφθαλμών, αποκοπή γεννητικών μορίων, ακρωτηριασμούς άκρων κλπ., καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ενδεικτικά, ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος «Τω Δεκεβρίω μηνί […] πάντων των κρατηθέντων των μεν τας ρίνας και τα ώτα απέτεμε» «Οι μετά τον Θεοφάνη, σελ. 754»

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως ήταν φυσικό επακόλουθο η ενότης της αυτοκρατορίας, η οποία δε γνώριζε την ανοχή προς τους υπηκόους της, να εξασφαλιστεί υπό το τρίπτυχο μία Αρχή, μία Θρησκεία,  ένας Νόμος.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο