room-to-grow-bnner

Μια ωδή στη νύχτα των αισθήσεων και των αντιθέσεων

της Γιώτας Αγαπητού   

Σκοτάδι, έξω ο ουρανός σιγά – σιγά προετοιμάζεται για τη Νύχτα που έρχεται, η οποία προμηνύεται βροχερή, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, γιατί η Νύχτα όπως και η Ζωή δεν πτοούνται, αλλά προχωρούν με σταθερά βήματα μέσα στο χρόνο. Αρέσκονται να τις αγαπούν, αλλά και ν’ αγαπάνε. Όμως έχουν μία σχέση αμφίδρομη, μιας και η μία συμπληρώνει την άλλη. Ωστόσο και οι δύο απευθύνονται σε απαιτητικούς ανθρώπους.

Τη Νύχτα οι άνθρωποι, κάτω από το αραχνοΰφαντο μαύρο πέπλο που σκεπάζει τα πάντα, νιώθουν ελεύθεροι.

Η Νύχτα λατρεύει την ελευθερία. Λατρεύει να ερωτοτροπεί με κάθε τι το σαγηνευτικό. Να βλέπει ερωτευμένα εφηβικά ζευγάρια που κάθονται στο φωτισμένο πάρκο, κάνοντας παιδιάστικες σκηνές ζηλοτυπίας, να δίνουν όρκους αιώνιας αγάπης.

Η Νύχτα λατρεύει κάθε τι το εφήμερο και λαμπερό, όπως τα φώτα που αναβοσβήνουν στις μαρκίζες των κλαμπ, που όμως με το πρώτο φως της αυγής θα χουν σβήσει.

Η Νύχτα είναι μία γνήσια επαναστάτρια που χαζεύει τις πορείες στους δρόμους, βλέποντας με θλίψη τα δακρυγόνα να πέφτουν στους αγανακτισμένους διαδηλωτές.

Η Νύχτα συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που απαιτεί οι άλλοι να κάνουν τα καπρίτσια της, όταν ακούει ονειροπολώντας ένα τραγούδι γραμμένο για κείνη από την Αφροδίτη Μάνου «Η Νύχτα μοιάζει με γυναίκα και ξεκινάει κατά της δέκα…» και στη συνέχεια την Ελένη Δήμου να τραγουδάει «Η ζωή είναι γυναίκα…» γιατί όπως και η νύχτα έτσι και η ζωή είναι γένους θηλυκού.

Η Νύχτα ξενυχτάει μαζί με τους εργαζόμενους της βάρδιας έντεκα – εφτά, έχοντας για παρέα ένα καφέ, πολλές έγνοιες, μα και όνειρα. Γιατί τη Νύχτα οι άνθρωποι ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά ακόμη και όταν είναι μόνοι, έχοντας για συντροφιά, ίσως αν είναι τυχεροί, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και νοσταλγική μουσική.

Η Νύχτα αγαπάει τις βόλτες με το αυτοκίνητο, παίζοντας παιχνιδιάρικα με τη μουσική στο ραδιόφωνο, καθώς φευγαλέα γλιστράει πάνω στο δρόμο και περνάει μπροστά από τα ελάχιστα σπίτια που έχουν ακόμα τα φώτα αναμμένα, με τους νυσταγμένους ενοίκους να καθηλώνονται πλήττοντας αφόρητα μπροστά από τις ανοιχτές τηλεοράσεις τους. Γι’ αυτό και απογοητευμένη ρίχνει κλεφτές ματιές μέσα από τα παράθυρα μαζί με το φεγγάρι, λίγο πριν συνεχίσει την πορεία της στο χρόνο, βλέποντας  μαθητές να διαβάζουν σχολικά βιβλία, θέλοντας να βάλουν τις βάσεις για το αύριο μέσα στο οποίο και η Νύχτα έχει τη θέση της. Ενώ πιο κάτω χαμογελάει τρυφερά βλέποντας τη νεαρή μάνα να θηλάζει το μωρό της πριν το βάλει στην κούνια του για ύπνο και χαθεί στην τρυφερή αγκαλιά του συντρόφου της.

Η Νύχτα κάνει χάζι μια παρέα φοιτητών στην παραλία, οι οποίοι παρά το κρύο έχοντας ανάψει φωτιά, με λίγες μπίρες και μια κιθάρα τραγουδούν για τον έρωτα, τη φιλία και το μέλλον, σιγοτραγουδώντας και αυτή μαζί τους. Άλλωστε είναι μια Νύχτα ζόρικη, καθώς πιο πέρα κοιτάζει με συμπόνια έναν ερωτευμένο άντρα κάτω από το σπίτι της αγαπημένης του, ο οποίος μη τολμώντας να χτυπήσει την πόρτα εξαιτίας ενός ασήμαντου καβγά στέκεται μέσα στο κρύο.

Μα και οι σειρήνες από τα περιπολικά και τ’ ασθενοφόρα κάνουν τη Νύχτα να μελαγχολεί ακόμα πιο πολύ από τον ανθρώπινο πόνο.

Σιγά – σιγά όμως έρχεται η ώρα να συντροφεύσει τις παρέες των ξενύχτηδων που γυρίζουν χαράματα στα σπίτια τους μυρίζοντας αλκοόλ και τσιγάρο.

Η Νύχτα πηγαίνει και κείνη για ύπνο, έχοντας αναλάβει την ευθύνη για όλα όσα έχουν συμβεί και θα συμβούν στο μέλλον.

Καλημέρα.

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο