room-to-grow-bnner

Μία Ιστορία ενός σκοτεινού παρελθόντος

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Φίλιππος γεννήθηκε και ανδρώθηκε σ’ ένα χωριό της Μακεδονίας, εκεί που κάποτε ο Εμφύλιος ξεκλήριζε ολόκληρες οικογένειες. Ο πατέρας του, ο Πολύκαρπος, αναγκάστηκε να διαφύγει σε χώρα του Ανατολικού μπλοκ, χωρίς να μάθει ποτέ κανείς νέα του.

Ο Φίλιππος με την αδερφή του ελάχιστα γνώριζαν για τον πατέρα τους και αυτά όλο κι όλο από κάποια μισόλογα της μάνας και της θείας τους, που τους μεγάλωσαν με χίλια βάσανα. Ο Πολύκαρπος ήταν Καπετάνιος στους αντάρτες από τους πιο ξακουστούς, αλλά και τους πιο αδίστακτους, εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις της εποχής. Συνεργάστηκε κρυφά με τον Εθνικό Στρατό – με το αζημίωτο φυσικά – μαζεύοντας λίρες που έστελναν οι σύμμαχοι για τη συνέχιση της αντίστασης.

Ο Καπεταν Αστέρης, αυτό ήταν τ’ όνομα του στην αντίσταση, όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν για κείνον, εξαφανίστηκε μια μέρα ξαφνικά, στέλνοντας γράμμα στη γυναίκα και την αδερφή του παρακαλώντας τες να μην τον αναζητήσουν γιατί θα έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, αλλά και τις ζωές των παιδιών τους. Τους έγραφε ότι θα περνούσε στο παραπέτασμα για να σωθεί, γιατί τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν οι αντάρτες, αλλά και ο Εθνικός Στρατός. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι όταν τα πράγματα θα άλλαζαν, εκείνος θα ερχόταν από μόνος του να τις βρει. Μέσα στο γράμμα είχε γράψει όμως και κάτι ακόμα: υποδείκνυε το σημείο όπου είχε κρύψει τις χρυσές λίρες, λέγοντας χαρακτηριστικά: «για να μην πεινάσετε εσείς και τα παιδιά».

Ο Καπετάν Αστέρης πριν φύγει είχε ήδη δύο μικρά παιδιά με τη γυναίκα του, τη Σπυριδούλα, που λάτρευε. Την έκλεψε από το σπίτι της, όταν εκείνος ήταν εικοσιπέντε χρονών και κείνη δεκαεφτά. Ο πατέρας της δεν τον ήθελε για γαμπρό του, γιατί όπως έλεγε ήταν κουμουνιστής και δεν συμπαθούσε τους κουμουνιστές. Ο γάμος έγινε κρυφά και αμέσως μετά ο Πολύκαρπος σκάρωσε στη Σπυριδούλα δύο παιδιά, το ένα πίσω από το άλλο, μόνο και μόνο για να πάει κόντρα στον πεθερό του που ως το τέλος της ζωής του δεν αποδέχτηκε ποτέ τον Πολύκαρπο για γαμπρό του. Ο πατέρας της Σπυριδούλας εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του από τους γερμανούς ναζί που έκαψαν το χωριό ως αντίποινα για μία δολοφονία ενός γερμανού αξιωματικού, κάτι που σημάδεψε τόσο τη Σπυριδούλα όσο και τον άντρα της, που πήρε εκδίκηση γι’ αυτό το έγκλημα.

Ο Φίλιππος με τη μικρή του αδερφή την Πολυξένη λάτρευε ν’ ακούει ιστορίες για έναν πατέρα που σχεδόν δεν είχαν γνωρίσει ποτέ και ωστόσο η μάνα τους τον είχε ηρωοποιήσει στα μάτια τους. Όταν εκείνος έφυγε για τις χώρες με το σιδηρούν προσωπείο, ο Φίλιππος ήταν έξι χρονών, ενώ η αδερφή του τεσσάρων. Τα δύο παιδιά μεγάλωσαν με τη φροντίδα των δύο μοναδικών προσώπων που τους είχαν απομείνει στη ζωή, τη μάνα τους και τη θεία τους, την Αργυρώ. Μια γυναίκα που πριν καλά καλά προλάβει να βγάλει τα στέφανα του γάμου από το κεφάλι της, ο άνδρας της ο Χρήστος κατατάχθηκε στον Εθνικό Στρατό. Ένα βράδυ του Σεπτέμβρη της έφεραν πεσκέσι έξω από την πόρτα του σπιτιού ένα κουτί που μέσα είχε το κεφάλι του αγαπημένου της συζύγου, από τότε η Αργυρώ μίσησε όσο τίποτε άλλο τους αντάρτες, αλλά και τον Εθνικό Στρατό που χωρίς λόγο σκοτώνονταν για τα συμφέροντα των μεγάλων, διχάζοντας οικογένειες που μέχρι πριν ζούσαν αδερφωμένα.

Κουνιάδα και νύφη, αφού βρήκαν τις λίρες στο σημείο που είχε υποδείξει ο Καπετάν Αστέρης, συνέχισαν να ζουν λιτά και φτωχικά κρατώντας καλά κρυμμένο το οικογενειακό μυστικό τους, αν και στο μικρό χωριό ψιθυρίζονταν διάφορα.

Ο Φίλιππος έξυπνο παιδί, μεγαλώνοντας αγάπησε τα γράμματα, αλλά και το χρήμα. Αναζητώντας τον έρωτα στην εφηβεία του κατάφερε να τον  γνωρίσει από μία πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα που τον μύησε στα μυστήρια αυτού του μικρού, αλλά τόσο ισχυρού θεού, έτσι όπως ποτέ καμιά άλλη δεν θα το έκανε. Εκείνος ήταν τότε στα δώδεκα και κείνη μεγαλοκοπέλα στα είκοσι οχτώ. Στο γυμνάσιο ο Φίλιππος διέπρεψε για τις επιδόσεις του στα μαθήματα, μα και για την προσωπικότητα του. Ήταν λαμπερός όσο τ’ αστέρια και σκοτεινός όσο η άβυσσος. Όμως δεν ήταν πάντα αυτό που έδειχνε, αν και ήθελε να είναι αγαπητός σε όλους, μα και το επίκεντρο της παρέας. Αμέσως μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών και με βαθμό αριστούχου κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει ως εκπαιδευτικός. Στο πανεπιστήμιο γνώρισε μία συμφοιτήτρια του, τη Λένα, μία κοπέλα φωτεινή και καλόκαρδη σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Παντρεύτηκαν όσο ακόμα σπούδαζαν γιατί ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος και παθιασμένος. Όταν τελείωσαν τις σπουδές τους, η Λένα θέλησε να μείνουν στην Αθήνα, αλλά ο Φίλιππος απαίτησε να γυρίσουν πίσω, κοντά στους δικούς του. Το ζευγάρι έζησε έξι χρόνια έντονου έρωτα, αλλά και βίας, σωματικής και λεκτικής, μιας και ο Φίλιππος ήταν πάντα κυκλοθυμικός. Έτσι, ύστερα και από τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, χώρισαν.

Ο Φίλιππος διορίστηκε δάσκαλος σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στη γενέτειρα του. Ήταν πάντα βίαιος προς τους μαθητές του, όπως ήταν και με τη γυναίκα του. Πολλοί μαθητές του δεν θα ξεχνούσαν ποτέ τις προσβολές, αλλά και τη βέργα από μουριά με την οποία τους χτυπούσε. Το θέμα του έφτασε μετά από καταγγελίες κάποιων γονέων στη διεύθυνση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία και φρόντισε να τον μετατάξει. Εκεί ο Φίλιππος άρχισε ν’ ασχολείται παρασκηνιακά με την πολιτική, όμως η ταραγμένη ψυχή του γαλήνευε με τη φιλοσοφία. Βρήκε απάγκιο στην αλληγορική και σκοτεινή  Ηρακλείτεια σκέψη, τίποτα όμως δεν μπορούσε να τον κάνει να ξεχάσει τον πατέρα του. Έτσι λοιπόν κάνοντας τις ανάλογες επαφές με το κόμμα κατάφερε να τον βρει. Ο Πολύκαρπος ζούσε σε μία μικρή κωμόπολη της Τσεχοσλοβακίας μόνος και απόμακρος απ’ όλους. Αρνήθηκε να συναντήσει την οικογένειά του και στο γράμμα που τους έστειλε τους έγραψε ότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Το μόνο που τους ζήτησε ήταν να τον θυμούνται και να τον αγαπούν όπως εκείνος. Αυτό έκανε τον Φίλιππο να βουτήξει ακόμη πιο βαθιά στα νερά του μίσους προς τους άλλους ανθρώπους.

1989, τ’ αυταρχικά κομουνιστικά καθεστώτα ένα ένα αρχίζουν να μπαίνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Ήταν η ώρα λοιπόν ο Πολύκαρπος ή Καπετάν Αστέρης μετά από σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια να γυρίσει στο σπίτι του, μόνο που βρήκε την οικογένειά του τσακισμένη από το χρόνο. Η γυναίκα του ήταν τόσο κουρασμένη που η λάμψη των ματιών της είχε σβήσει. Η κόρη του είχε μεγαλώσει και είχε ήδη δύο μεγάλα παιδιά. Ο γιος του, ο Φίλιππος, που πάλευε με τους δικούς του δαίμονες, είχε παντρευτεί για δεύτερη φορά μία γυναίκα χωρίς προσωπικότητα και λάμψη, απλή, αλλά δοσμένη στον άντρα της και το νοικοκυριό της.

Ο Φίλιππος ζούσε μέσα στις αρρωστημένες διαστροφικές του φαντασιώσεις που δεν μπορούσε να τις εξομολογηθεί σε κανένα. Λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα του είχε κλειστεί στα βιβλία του και στους στοχασμούς του. Τα βράδια μέσα στον ύπνο του η Τούλα, η γυναίκα του, τον άκουγε να φωνάζει τ’ όνομα της Λένας, της μοναδικής γυναίκας που αγάπησε. Εξάλλου η Λένα και η Τούλα ήταν τώρα πια οι πιο κοντινοί του άνθρωποι για πολλούς λόγους. Αυτή είναι η ιστορία του Φιλίππου, μία ακόμα ιστορία ενός παιδιού που ο εμφύλιος στιγμάτισε τόσο έντονα, βίαια και καθοριστικά .

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο