room-to-grow-bnner

Μια γυναίκα μιλάει για τις γυναίκες

γράφει η Γιώτα Αγαπητού

Ξημερώνει, ο ήλιος αρχίζει σιγά σιγά να φωτίζει τον κόσμο. Εκείνη για μία ακόμα μέρα πετάγεται απότομα από το δυνατό ήχο που κάνει το ξυπνητήρι. Ντύνεται και βάφει το πρόσωπό της, θέλοντας να δείχνει νέα και ξεκούραστη. Ίσως, αν έχει παιδιά, θα ετοιμάσει το πρωινό και το κολατσιό τους για το σχολείο. Φτάνοντας αλαφιασμένη στη δουλειά θα χτυπήσει την κάρτα της, θα καθίσει στο γραφείο, θα φορέσει τη στολή της προσπαθώντας να πιει την πρώτη και μοναδική γουλιά από τον καφέ της και θα περάσει οχτώ ώρες όπου κάθε άλλη της σκέψη θα πρέπει να μπει για λίγο στο περιθώριο, γιατί τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα εκεί έξω και το τέρας της ανεργίας καραδοκεί. Εκείνη όμως έχει να σκεφτεί το στεγαστικό της δάνειο που τρέχει και που πρέπει να ξεχρεώσει. Ίσως και στο σπίτι ο μισθός της να είναι το μοναδικό εισόδημα που υπάρχει, γιατί ο σύντροφος και πατέρας των παιδιών της είναι άνεργος από καιρό. Ενδεχομένως όμως και να χρειάζεται αυτά τα χρήματα για να κάνει πραγματικότητα τ’ όνειρο ενός μεταπτυχιακού ή ποιος ξέρει, ενός ταξιδιού στα πέρατα του κόσμου. Ίσως και να θέλει να βοηθήσει οικονομικά τους γέρους γονείς της, μιας και η πενιχρή σύνταξη δε φτάνει για να καλύψει τις βασικές τους ανάγκες.

Όμως πέρα απ’ όλα αυτά τώρα θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τον απαιτητικό και δύστροπο προϊστάμενο, τους πελάτες, τους ασθενείς που συνεχώς απαιτούν, έχοντας ως όπλο ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα βαμμένα της χείλη. Θα τους εξυπηρετήσει γεμάτη ευγένεια και υπομονή, καθώς το βλέμμα της σαν κλέφτης θα πέφτει στο κρεμασμένο ρολόι του τοίχου. Μπορεί όμως σε κάποιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου εκείνη να φροντίζει ένα άρρωστο αγαπημένο της πρόσωπο, καρδιοχτυπώντας με κάθε του κίνηση από φόβο και αγωνία για την υγεία του.

Ο χρόνος περνά, εκείνη σχολάει επιτέλους από τη δουλειά της. Γυρνάει στο σπίτι κουρασμένη. Θα ετοιμάσει το τραπέζι για να φάει με την οικογένειά της. Μπορεί όμως να προσέχει τη διατροφή της. Ίσως πάλι και όχι, γιατί μέσα από το φαγητό πιθανόν να τρώει τους φόβους και τις ανασφάλειές της. Όμως αν μένει μόνη θα ξεκουραστεί και αργότερα θα προγραμματίσει τη βραδινή έξοδό της με φίλες, ελπίζοντας ότι μπορεί σε κείνη τη βόλτα να γνωρίσει το μελλοντικό σύντροφό της.

Ωστόσο, αν έχει παιδιά θα τρέξει αλαφιασμένη να τα διαβάσει και στη συνέχεια να τα πάει στις διάφορες απογευματινές εξωσχολικές τους δραστηριότητες, προσπαθώντας να κρύψει την κούρασή της και το πόσο ανάγκη έχει για ένα διάλλειμα. Να βγει ξανά ραντεβού σαν να είναι η πρώτη φορά και κείνος παρέα μ’ ένα ποτήρι ακριβό και εκλεκτό αλκοόλ να την φλερτάρει και πάλι κάτω από το φως των κεριών. Όμως μπορεί και αυτός,  πνιγμένος από την καθημερινότητα, να  μην έχει διάθεση για ρομαντισμούς.

Ενδεχομένως εκείνη στα βιαστικά να τηλεφωνήσει στις φίλες της, που μπορεί να έχουν τώρα παιδιά και να μιλήσουν για θέματα που σχετίζονται με αυτά. Μπορεί όμως ανάμεσα στις κουβέντες τους ν’ ανατρέξουν στα καταπιεσμένα όνειρα τους που δεν έγιναν πραγματικότητα και στη συνέχεια  ονειροπολώντας να θυμηθούν τις παλιές ξέγνοιαστες στιγμές.

Κάπου αλλού την ίδια ώρα εκείνη ίσως και να θρηνεί μία απώλεια, ένα θάνατο στο παγερό δωμάτιο. Το τέλος ενός έρωτα που την πλήγωσε και τα μάτια της πλημυρισμένα να γεμίζουν από δάκρυα απόγνωσης γι’ αυτό που χάνει. Θρηνώντας στην ουσία τη χαμένη παιδιάστικη εικόνα που κρυβόταν στην τρυφερή αγκαλιά του μπαμπά, ο οποίος ήταν ο δικός της ήρωας του παραμυθιού.

Ίσως όμως και να φέρνει στον κόσμο η ίδια ένα παιδί. Ενώ σε κάποιες σκοτεινές γωνιές του πλανήτη κάποια άλλη να κλαίει πάνω από το άψυχο σώμα ενός αγαπημένου προσώπου που σκοτώθηκε σ’ έναν ακόμα παρανοϊκό πόλεμο εξουσίας. Μπορεί όμως και να διώκεται για τα πολιτικά και θρησκευτικά της πιστεύω και σιδηροδέσμια να οδηγείται στη φυλακή.

Πιθανόν και να μετράει τα λιγοστά κέρματα που ξέμειναν στο πορτοφόλι της με τα οποία θα μπορέσει ν’ αγοράσει κάτι για να ξεγελάσει την πείνα των παιδιών της.

Σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο κάποια άλλη θα φτιασιδώνεται για να πουλήσει αργότερα το κορμί της για λίγα χρήματα, κάνοντας πιάτσα, γιατί είναι θύμα εμπορίου λευκής σαρκός και ο νταβατζής της την περιμένει στη γωνία για να της αρπάξει το μεροκάματο. Όμως υπάρχουν κι αυτές που δίνουν τους δικούς τους αγώνες για ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα.

Καθώς η μέρα περνάει, εκείνη ίσως ξαπλωμένη στον καναπέ της δεν έχει τη δύναμη να κάνει απολύτως τίποτε, γιατί παλεύει κρυφά με την κατάθλιψη, καθώς δε μπορεί να διαχειριστεί τόσα γεγονότα, μα ντρέπεται να ζητήσει βοήθεια.

Είναι Γυναίκα και απαιτούνε από αυτήν μέσα από το πέρασμά της στην ανθρώπινη ιστορία να είναι και να δείχνει δυνατή, τρυφερή, όμορφη, ευαίσθητη και σκληρή σαν σπάνιο λουλούδι της ερήμου. Αυτή όμως, καθώς η μέρα δίνει για μία ακόμα φορά τη θέση της στη νύχτα, θα γυρίσει επιτέλους στο σπίτι της μετά από ένα γεμάτο στιγμές και γεγονότα κουραστικό εικοσιτετράωρο. Εκεί μπορεί και να χαθεί ταξιδεύοντας στις νότες μελοποιημένων αγαπημένων στίχων ή στις σελίδες ενός καλού βιβλίου. Αν έχει παιδιά θα τα βάλει αργότερα για ύπνο, φιλώντας τους τρυφερά το μέτωπο και θα χαθεί στην αγκαλιά του συντρόφου και συνοδοιπόρου της, ακούγοντάς τον να της αφηγείται τα όσα έζησε τη μέρα που πέρασε.

Αν ζει μόνη της θ’ αφήσει να την παρασύρει ο ρομαντισμός μίας ταινίας, κάνοντάς τη να ονειρεύεται τον τέλειο σύντροφο που υπάρχει μόνο στις χολιγουντιανές ταινίες. Ίσως λίγο πριν πάει για ύπνο να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη της και την ώρα που θα ξεβάφει επιτέλους το πρόσωπό της ν’ αντικρίσει την εικόνα της μάνας της που κάθε φορά που μιλάνε στο τηλέφωνο ή θα μαλώσουν ή θ’ αγαπηθούν. Εξάλλου, είναι και οι δύο γυναίκες, τόσο διαφορετικές μα και τόσο ίδιες, που στο πέρασμα του χρόνου παλεύουν καθημερινά να βγουν από τα δικά τους σκοτάδια. Ίσως και κείνη κάθε φορά που κλείνει το τηλέφωνο να μετανιώνει που δεν είπε «σ’ αγαπώ» στη μάνα της. Όμως, ένα κομμάτι από το χαρακτήρα της οφείλεται και σ’ αυτήν,  αλλά  και σε όλες τις καταστάσεις που βίωσε από την εφηβεία και μετά, διαμορφώνοντας την προσωπικότητά της.

Η ώρα πέρασε, θα πρέπει επιτέλους να πάει για ύπνο γιατί αύριο μία ακόμη μέρα γεμάτη προκλήσεις την περιμένει. Θα πρέπει και πάλι να ξυπνήσει πολύ πρωί όσο κουρασμένη κι αν νιώθει. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που το κάνει εδώ και αιώνες και ξέρει πώς να αντιμετωπίζει τις δύσκολες προκλήσεις του βίου. Αφού Μάνα της είναι η ίδια η Ζωή, η Αρχή και Πατέρας της ο Θάνατος, το Τέλος και Αυτή, η Γυναίκα, η Κόρη τους, που έμαθε από εκείνους πώς να στηρίζει  για να προχωρήσει μπροστά αυτός ο κόσμος.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο