Μία απόφαση ζωής

της Γιώτας Αγαπητού                   

Απόγευμα Αυγούστου και στους δρόμους της Αθήνας τ’ αυτοκίνητα που κυκλοφορούν είναι ελάχιστα. Οι κάτοικοί της έχουν αφήσει για λίγο το  κλεινόν άστυ για να κάνουν την εξόρμηση τους από άκρη σ’ άκρη στην ελληνική επαρχία.

Στο κτίριο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 291 μία γυναίκα, που έχει περάσει πια την πρώτη νιότη της ζωής της, μπαίνει βιαστικά στην είσοδο και κατευθύνεται στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας. Εκεί όπου βρίσκονται τα γραφεία της τράπεζας σπέρματος και εξωσωματικής γονιμοποίησης «Life» για να συναντήσει τον Γιάννη Θεοδωσιάδη, εξειδικευμένο γυναικολόγο πάνω σε θέματα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και προβλημάτων. Πολλά ζευγάρια στην πάροδο των είκοσι χρόνων λειτουργίας του συγκεκριμένου κέντρου έχουν γίνει γονείς με την βοήθεια του έμπειρου και εξειδικευμένου προσωπικού του.

Η Έλσα σε λίγα λεπτά θα περάσει την πόρτα του γραφείου του γυναικολόγου για να κάνει σπερματέγχυση και αν όλα πάνε καλά σ’ εννέα μήνες θα κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της. Μόνο που η Έλσα δεν είναι σαν τις άλλες υποψήφιες μέλλουσες μαμάδες. Στην επίσκεψη αυτή, την τόσο σπουδαία για κείνη, είναι μόνη της χωρίς να τη συνοδεύει κάποιος σύντροφος. Παρόλα αυτά όμως είναι σίγουρη και αποφασισμένη για την απόφαση ζωής που έχει πάρει.

Οι στιγμές στην αίθουσα αναμονής κυλούν αργά και βασανιστικά. Απέναντί της ένα ζευγάρι σχεδόν συνομήλικό της, κρατιέται τρυφερά από το χέρι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές συμπόνιας και λύπησης στην Έλσα, ενώ εκείνη τους το ανταποδίδει μ’ ένα βλέμμα υπεροψίας. Ο χρόνος όμως δεν λέει να κυλίσει. Μετανιώνει που ήρθε πολύ νωρίτερα από το προγραμματισμένο της ραντεβού. Μέσα στο εξεταστήριο ο γιατρός ολοκληρώνει μία ακόμα διαδικασία μεταφοράς γονιμοποιημένων ωαρίων με την ελπίδα να μετατραπούν σε έμβρυο.

Στην αίθουσα αναμονής η Έλσα παρόλο που είναι ανήσυχη προσπαθεί να μη σκέφτεται και να είναι ήρεμη. Γνωρίζει καλά ότι είναι πολύ σημαντικό να παραμείνει ψύχραιμη. Προσπαθεί ν’ απασχολήσει το μυαλό της με ασήμαντες σκέψεις που δεν της προκαλούν ένταση και εκνευρισμό. Σκέφτεται τους γονείς της που την έχουν στηρίξει σε κάθε της απόφαση, σωστή ή λάθος.

Θυμάται τότε που ήταν είκοσι τριών χρονών, φοιτήτρια της Παντείου, όταν ένα βράδυ γνώρισε τον Βαγγέλη που δούλευε τα σαββατοκύριακα ως μπάρμαν σ’ ένα μπαράκι στο Γκάζι. Ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. Ο Βαγγέλης ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της και τις καθημερινές εργαζόταν όταν έβρισκε μεροκάματο στις οικοδομές. Μετά από λίγους μήνες γνωριμίας το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί. Από την πρώτη στιγμή πήγαν να ζήσουν μαζί με τους γονείς της Έλσας στο διαμέρισμα της ιδιόκτητης μονοκατοικίας που τους είχαν παραχωρήσει οι γονείς της.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, τελειώνοντας τη σχολή της έπιασε γρήγορα δουλειά σε μία μεγάλη διαφημιστική εταιρεία που της προσέφερε καλές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης. Ο Βαγγέλης από την πρώτη στιγμή για να κερδίσει τη συμπάθεια των πεθερικών του, που από την αρχή ήταν αντίθετοι σε αυτό το γάμο, σταμάτησε να δουλεύει στο μπαράκι.

Με την πάροδο των χρόνων η σχέση του ζευγαριού βούλιαζε ολοένα και πιο βαθιά στην κινούμενη άμμο της ρουτίνας. Είχαν φτάσει πια να ζουν συμβατικά και να περνάει ο ένας πολύ χρόνο μακριά από τον άλλο, ενώ δεν είχαν τη δύναμη να παραδεχτούν ότι η απόφασή τους να παντρευτούν ήταν λανθασμένη.

Η Έλσα βγαίνει για λίγο από τις σκέψεις της και μηχανικά κοιτάζει την ώρα στο κινητό της. Απέναντί της το ζευγάρι δείχνει αγχωμένο, αν και μιλάει χαμηλόφωνα. Εξάλλου, σε λίγο περιμένουν και κείνοι τη σειρά τους. Για μία ακόμα φορά τα βλέμματά τους συναντιούνται, όμως εκείνη γυρίζει απότομα το κεφάλι κοιτάζοντας αλλού, μιας και δεν έχει όρεξη για κουβέντες οίκτου, αλλά και κουτσομπολιού.

Κοιτάζει πάλι το κινητό της αμήχανα και μετά χάνεται στις σκέψεις της. Ο Βαγγέλης σαν ενοχλητικός επισκέπτης χτυπάει την πόρτα της μνήμης της. Ίσως τελικά αυτός ο γάμος ήταν ένα νεανικό καπρίτσιο. Μία ακόμα προσπάθεια για να δοκιμάσει τη συγκαταβατικότητα και την υπομονή των γονιών της. Άλλωστε, δεν τους ρίχνει ευθύνες που δεν στάθηκαν εμπόδιο σε αυτό το γάμο. Εξάλλου, όπως της αρέσει να λέει «Μαθαίνουμε από τα λάθη μας» θέλοντας να πιστεύει ότι έχει διδαχτεί καλά το μάθημά της.

2020 και η Έλσα με το Βαγγέλη μετρούν ήδη πάνω από δεκαπέντε χρόνια γάμου. Ένας γάμος χωρίς παιδιά, μιας και οι δυο τους προφασιζόμενοι ότι έχουν ακόμα χρόνο μπροστά τους, καθυστερούσαν να γίνουν γονείς. Ο Βαγγέλης τώρα πια κόντευε τα πενήντα πέντε, ενώ η Έλσα τα σαράντα.

Όταν η χώρα μπήκε σε καραντίνα λόγω της πανδημίας, εκείνος σταμάτησε να δουλεύει, αν και πριν έκανε μόνο μερικά μεροκάματα σε οικοδομές που χτίζονταν γύρω από την Αττική, ενώ η Έλσα συνέχισε να δουλεύει από το σπίτι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το ζευγάρι, επειδή περνούσε ατελείωτες ώρες μαζί μέσα στο σπίτι, να καυγαδίζει για ασήμαντους λόγους και αφορμές. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα ν’ ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους στη ζωή τους, χωρίζοντας σαν φίλοι.

Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη ο Βαγγέλης έφυγε από το σπίτι, εκεί όπου έζησε συμβατικά με μία γυναίκα που από χρόνια δεν τους ένωνε τίποτα. Η Έλσα τώρα πια με την απόφασή της αυτή ένιωθε ελεύθερη και χαρούμενη. Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν στιγμές όπου ασυναίσθητα άγγιζε τον παράμεσο του δεξιού χεριού της, πιστεύοντας ότι αγγίζει τη βέρα της. Ποτέ όμως δεν μετάνιωσε που χώρισε με το Βαγγέλη.

Οι γονείς της που είχαν περάσει τα εβδομήντα χρόνια ένιωθαν για την κόρη τους αφάνταστη θλίψη που ήταν τώρα πια μόνη, χωρίς να έχει αποκτήσει ένα δικό της παιδί. Όπως και η Έλσα, που τώρα πια αισθάνονταν έντονη την ανάγκη να γίνει μάνα. Όμως, ζώντας πολλά χρόνια μ’ έναν άνθρωπο, δεν είχε πια τη διάθεση να βάλει στη ζωή της έναν άλλο άντρα, που πιθανόν αν πήγαιναν όλα καλά θα γινόταν ο πατέρας του παιδιού που τόσο λαχταρούσε.

Εδώ και λίγο καιρό μέσω κάποιων συναδέλφων της στη δουλειά, αλλά και κάποιων δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο, είχε μάθει ότι στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό πολλές γυναίκες για την απόκτηση παιδιού κατέφευγαν στις τράπεζες σπέρματος, με σκοπό μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης να γίνουν μητέρες. Στην αρχή η σκέψη ν’ αποκτήσει παιδί με το σπέρμα ενός άγνωστου δότη την τρόμαζε, σιγά σιγά όμως άρχισε να θεωρεί πιθανή μια τέτοια επιλογή. Σε λίγο γινόταν σαράντα χρονών και οι πιθανότητες ν’ αποκτήσει παιδί μέσα από ένα γάμο δεν της φαινόταν πια καθόλου ενδιαφέρουσες. Το μόνο που τη φόβιζε ήταν πώς θα αντιδράσουν στο ενδεχόμενο απόκτησης παιδιού εκτός γάμου οι γονείς της. Εκείνοι όμως γνώριζαν καλά την κόρη τους και είχαν μάθει να τη στηρίζουν σε κάθε της βήμα. Η Έλσα μετά από έρευνες που έκανε σε διάφορα κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης ανακοινώσε στους γονείς της την απόφασή της, οι οποίοι για μία ακόμη φορά ήταν συγκαταβατικοί, αλλά και ταυτόχρονα επιφυλακτικοί.

Ιούλιος και η ζέστη στην Αθήνα είναι αφόρητη. Ο Άγγελος, ένας νεαρός εικοσιτριάχρονος  άντρας, αγχωμένος και μ’ ένα αίσθημα ντροπής βγαίνει από το κτίριο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας 291. Εκεί όπου βρίσκεται η τράπεζα σπέρματος «Life». Ο Άγγελος που είναι τελειόφοιτος του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναγκάζεται να δουλεύει ακόμα και τα καλοκαίρια για να μπορέσει να τελειώσει τις σπουδές του. Δεν θέλει να επιβαρύνει οικονομικά τους γονείς του, που λόγω της πανδημίας και των σκληρών μέτρων που επακολούθησαν αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Γι’ αυτό και κείνος κάνοντας δουλειές του ποδαριού προσπαθεί με νύχια και με δόντια να καλύψει τα έξοδά του.

Σε μία παρέα, από ένα άλλο φοιτητή του πανεπιστημίου έμαθε ότι θα μπορούσε, όπως κάνουν πολλοί νέοι άντρες ανώνυμα στην πόλη, να γίνει δωρητής σπέρματος μία φορά την εβδομάδα, με το αζημίωτο φυσικά. Εξάλλου, τα χρήματα ήταν καλά. Για αρχή θα έπρεπε να περάσει από ένα κέντρο και να δώσει συνέντευξη, κάνοντας τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις που θα επιβεβαίωναν ότι σωματικά και ψυχικά είναι υγιής. Αρχικά η σκέψη αυτή τον έκανε να ντρέπεται, λόγω των ηθικών του αναστολών. Όμως είχε πολύ ανάγκη τα χρήματα. Όταν πήρε την απόφαση να γίνει τελικά δότης σπέρματος στον μόνο άνθρωπο που το εκμυστηρεύτηκε ήταν στον κολλητό του φίλο, τον Άρη, ξορκίζοντας τον να μην το πει πουθενά. Έτσι, λοιπόν, αφού έκλεισε ραντεβού στη «Life» πέρασε από συνέντευξη, κάνοντας τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Το μόνο που σκεφτόταν και του έδινε θάρρος ήταν πως η δωρεά σπέρματος ήταν και κείνη μία δουλειά με  ιδιαιτερότητες. Ένας λόγος, πέρα από τον οικονομικό, που τον έκανε να προχωρήσει ήταν το γεγονός ότι εκείνο το διάστημα ήταν μόνος και αυτό διευκόλυνε την κατάσταση.

Τελευταίες μέρες του Ιούλη και η Έλσα επισκέπτεται για πρώτη φορά τη «Life» θέλοντας να ενημερωθεί για τη διαδικασία απόκτησης παιδιού από δότη σπέρματος. Στην πρώτη αυτή συνάντηση, μετά την ενημέρωση, της έδωσαν μία λίστα από μία σειρά ανώνυμων δοτών.  Εκείνη με βάση τα χαρακτηριστικά τους θα έπρεπε να διαλέξει ποιον ήθελε για πατέρα του παιδιού της. Οι επιλογές πολλές και ενδιαφέρουσες. Η Έλσα όμως διάλεξε εκείνο το νεαρό άντρα που δήλωνε ότι ήταν εικοσιτριών χρονών, χωρίς επιβαρημένο οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, τελειόφοιτο πανεπιστημίου της Αθήνας, με καταγωγή από την επαρχία, ο οποίος δήλωνε πως λάτρευε το διάβασμα, τα ταξίδια, τις καλές γεύσεις και τους αυθεντικούς ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά αυτά τα είχε δηλώσει στο βιογραφικό του ο Άγγελος όταν έδωσε συνέντευξη στη «Life». Το μόνο που σόκαρε την Έλσα ήταν η ηλικία του δότη. Για λίγο σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ήταν σχεδόν παιδί της. Όμως τώρα ο ανώνυμος αυτός δότης, αν όλα πάνε καλά, θα της χαρίσει ένα παιδί.

Τα λεπτά κυλούν. Η Έλσα μόνη πια στην αίθουσα αναμονής νιώθει  αφάνταστα ανυπόμονη. Σε λίγη ώρα ο γιατρός θα ολοκληρώσει τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του εξεταστηρίου.

  • Η κυρία Μπέκου; Εάν είστε έτοιμη ελάτε μέσα παρακαλώ.

Η Έλσα ακούγοντας τ’ όνομά της πετάχτηκε λες και την άγγιξε ρεύμα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Προχωρώντας προς το εξεταστήριο νιώθει  σίγουρη και αποφασισμένη για την απόφαση ζωής που πήρε. Αν όλα πάνε καλά σ’ εννέα μήνες θα κρατάει στην αγκαλιά το παιδί της.

Υ.Γ. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Την «Έλσα» τη γνώρισα πριν δέκα χρόνια στην Αθήνα, η οποία μου διηγήθηκε την ιστορία της.     

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο