room-to-grow-bnner

La Passion Fernet

της Γιώτας Αγαπητού 

Μάιος του 2020. Η Ελλάδα αρχίζει σιγά σιγά να βγαίνει από ένα πρωτοφανές ολοκληρωτικό εγκλεισμό. Οι άνθρωποι μουδιασμένοι με δυσκολία προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν τι έχει συμβεί; Ενώ τα νοσοκομεία βογκούν κάτω από το βάρος της παρατεταμένης κατάστασης που βιώνουν.

Η Έλενα, μία εικοσιεπτάχρονη νεαρή γυναίκα περνάει δειλά την κεντρική πύλη ενός από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της Αθήνας. Σε λίγη ώρα θα συναντήσει για πρώτη φορά το διευθυντή της κλινικής που θα πάρει την ειδικότητα. Τη σχολή της ιατρικής την τελείωσε σχεδόν με άριστα. Μία επιλογή που έκανε επειδή στο λύκειο ήταν υπόδειγμα αριστούχου μαθήτριας και γι’ αυτό το λόγο καθηγητές και γονείς την πίεσαν ν’ ακολουθήσει τη συγκεκριμένη  σχολή. Έτσι, απλά εκείνη έκανε το χατίρι των γονιών της. Δικό της όνειρο όμως ήταν η περιπέτεια. Από παιδί ήθελε να ταξιδέψει στον κόσμο και να καταγράψει μικρές και καθημερινές στιγμές ανθρώπων που ζούσαν στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα. Όμως προς το παρόν όλα αυτά ήταν όνειρα και έπρεπε να τοποθετηθούν ευλαβικά στο συρτάρι με τις επιθυμίες της.

Φτάνοντας στο ραντεβού της με το διευθυντή η ατμόσφαιρα ήταν άκρως τυπική. Ανταλλάξανε χειραψία και εκείνος της μίλησε για την κλινική. Στη συνέχεια τη σύστησε στους μελλοντικούς συναδέλφους της. Παρόλο που ήταν όλοι τους φιλικοί, η Έλενα ένοιωθε πάνω της το διαπεραστικό βλέμμα τους και άκουγε τους ψιθύρους καθώς εκείνοι απομακρύνονταν. Φεύγοντας από το νοσοκομείο ένοιωσε αφάνταστη ανακούφιση. Περπάτησε μέχρι το κέντρο της πόλης, στο μικρό δυαράκι όπου νοίκιαζε, αφήνοντας το μαγιάτικο αεράκι να χαϊδεύει τα μακριά καστανά μαλλιά της.

Στην Αθήνα ερχόταν για πρώτη φορά. Τη σχολή της την είχε τελειώσει στο τοπικό πανεπιστήμιο της πόλης που γεννήθηκε, διάλεξε όμως να έρθει στην πρωτεύουσα περισσότερο για να μπορέσει να ξεφύγει από την οικογένεια και τους φίλους της, που πολλές φορές την έπνιγαν. Φτάνοντας στο διαμέρισμά της στα Εξάρχεια τηλεφώνησε στους γονείς της για να μην ανησυχούν, όμως προτίμησε να μην τους πει τις σκέψεις της και τις πραγματικές εντυπώσεις από το νοσοκομείο γιατί δεν ήθελε να τους στενοχωρήσει, αφήνοντάς τους να πιστεύουν ότι όλα είναι καλά για την κόρη τους. Εξάλλου, είχε αποφασίσει να μην τους πει την αλήθεια καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικότητάς της, ελπίζοντας ότι ίσως και να μπορούσε ν’ αγαπήσει την ιατρική.

Πριν φύγει για την Αθήνα οι φίλοι της της πρότειναν να κάνει μία σελίδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να μπορεί να επικοινωνεί μαζί τους. Οι δυο γιαγιάδες της φρόντισαν εκτός των άλλων δώρων να της αγοράσουν ένα κινητό κι ένα Laptop τελευταίας τεχνολογίας. Έτσι λοιπόν, αφού έκλεισε το τηλέφωνο, η Έλενα άνοιξε το Laptop και μπήκε στη σελίδα της, στο Face Book. Διάβασε σχεδόν αδιάφορα τα μηνύματα των φίλων της μην έχοντας ωστόσο καμία διάθεση ν’ απαντήσει, στη συνέχεια όμως πρόσεξε ότι είχε πολλά αιτήματα φιλίας. Στην αρχή θέλησε να τα διαγράψει, αλλά μετά, ίσως και επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει, άρχισε να μπαίνει στα προφίλ τους. Ένα ένα άρχισε να τα’ απορρίπτει, φτάνοντας όμως στο προφίλ του τελευταίου ατόμου κάτι της έκανε εντύπωση.

Fabian Rodriguez. Πατρίδα του το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, της χώρας του ταγκό και του πάθους. Ζούσε στο Παρίσι και ήταν ιδιοκτήτης ενός μπαρ στη Μονμάρτη. Η σελίδα του ήταν γεμάτη από μαγευτικές φωτογραφίες του Παρισιού, αλλά και της Αργεντινής. Ενώ ακόμα υπήρχαν και φωτογραφίες από το μπαράκι. Η Έλενα γοητεύτηκε γιατί λάτρευε τη Γαλλία και ειδικά το Παρίσι, γι’ αυτό το λόγο είχε μάθει γαλλικά, ελπίζοντας κάποια στιγμή να το επισκεφτεί.

Χωρίς να το καταλάβει έμεινε αρκετή ώρα στη σελίδα του Fabian Rodriguez και ασυναίσθητα έκανε αποδοχή κλείνοντας τον υπολογιστή. Το υπόλοιπο της ημέρας της προτίμησε να το περάσει κάνοντας μία μεγάλη βόλτα από τα Εξάρχεια έως το Σύνταγμα. Όταν γύρισε πίσω στο μικρό δυαράκι της οδού Κομνηνών 42 είχε ήδη νυχτώσει, ενώ το γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι έπαιζε με τα κλαδιά των δέντρων που ήταν έξω από το μικρό μπαλκονάκι της κρεβατοκάμαράς της. Ένα μπαλκόνι που χωρούσε ίσα ίσα μία μικρή καρέκλα και είχε για θέα πορτοκαλιές, νεραντζιές και λεμονιές, δίνοντας μία αίσθηση νοσταλγίας στο τοπίο. Η Έλενα, παρόλο που ήταν κουρασμένη, δεν είχε καμία διάθεση να κοιμηθεί, αν κι έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς το πρωί. Άνοιξε τον υπολογιστή και κάθισε στο μπαλκόνι.

Σκέφτηκε πόσο πολύ θα ήθελε να είχε το θάρρος να παρατήσει την ιατρική που της ήταν εντελώς αδιάφορη. Μπήκε στη σελίδα της στο f.b. και είδε ότι ο Fabian της είχε στείλει σε προσωπικό μήνυμα ένα ευχαριστώ μαζί με την καλησπέρα του. Η Έλενα απάντησε στο μήνυμά του θεωρώντας την κίνησή του πολύ γλυκιά και όμορφη.

Η πρώτη μέρα που θα πήγαινε στη δουλειά ξημέρωνε. Η Έλενα ξύπνησε νευρική και αγχωμένη. Οι πρώτες ώρες στη δουλειά ήταν τυπικές, γεμάτες ευγένεια που σχεδόν τις περισσότερες φορές ήταν ψεύτικη.  Συστάσεις με το προσωπικό, κατανομή εργασιών, γνωριμία με τους πρώτους ασθενείς της. Ο χρόνος κυλούσε γρήγορα κι εκείνη ανυπομονούσε να γυρίσει στο δυαράκι της για ν’ αφήσει το βλέμμα της να χαθεί στις φυλλωσιές των δέντρων που ήταν έξω από το μπαλκόνι της.

Φτάνοντας στο σπίτι άνοιξε με ανυπομονησία τον υπολογιστή. Το πρώτο που είδε ήταν ένα μήνυμα από τον Fabian, της είχε στείλει μία φωτογραφία του Μπουένος Άιρες, γράφοντάς της ότι είναι η πόλη που γεννήθηκε. Η Έλενα τράβηξε μία φωτογραφία από το μπαλκόνι της  και του την έστειλε καλησπερίζοντάς τον. Αμέσως εκείνος πήρε το θάρρος και συνέχισε να της στέλνει μηνύματα. Όλο το βράδυ μιλούσαν απλά και αληθινά για τις ζωές τους, κάτι που τους έκανε να νοιώθουν οικία. Της είπε ότι γεννήθηκε πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια στο Μπουένος Άιρες, αλλά λόγω των δύσκολων πολιτικοκοινωνικών και οικονομικών συνθηκών έφυγε από την πατρίδα του όταν ακόμα ήταν δεκαοχτώ χρονών. Πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι οικονομικά. Όταν τελείωσε τις σπουδές του μ’ ένα σακίδιο στον ώμο, κάνοντας ωτοστόπ γύρισε από άκρη σ’ άκρη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κάνοντας παράλληλα δουλειές του ποδαριού. Όλα αυτά όμως μέχρι πριν από πέντε χρόνια, όπου αποφάσισε ίσως – ποιος ξέρει; – να μείνει για πάντα στο Παρίσι, την πόλη που λάτρευε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τον κόσμο. Έπιασε δουλειά σ’ ένα μπαράκι στη Μονμάρτη, στη γειτονιά όπου κάποτε σύχναζε όλη η αφρόκρεμα της διανόησης και του πολιτισμού του περασμένου αιώνα. Εκεί όπου η αύρα αυτών των ανθρώπων πλανάτε ακόμα και τώρα στην ατμόσφαιρα. Με την  προτροπή του αφεντικού του, ενός παθιασμένου φωνακλά άνδρα από τη Μασσαλία που έβγαινε στη σύνταξη, αποφάσισε να κάνει δικό του το μπαράκι του. Το ανακαίνισε παντρεύοντας την παθιασμένη ατμόσφαιρα της Αργεντινής με την κομψότητα και την καλαισθησία του Παρισιού, δίνοντάς του τ’ όνομα “La Passion Fernet”.

Η Έλενα διάβαζε προσεκτικά την κάθε του λέξη. Εκείνη του μίλαγε για τη ζωή της στη μικρή πόλη που γεννήθηκε, την οικογένειά της, την ιατρική και την πρώτη της ημέρα στο νοσοκομείο. Κόντευαν ξημερώματα, στέλνοντας το τελευταίο μήνυμα συμφώνησαν να ξαναμιλήσουν. Όλη αυτή η κουβέντα άφησε στις ψυχές και των δύο μια γλυκιά αίσθηση. Δειλά δειλά άρχισαν να επικοινωνούν καθημερινά. Εκείνος της μιλούσε για το ταγκό, την Αργεντινή και τις εμπειρίες από τα ταξίδια του. Ενώ η Έλενα του φωτογράφιζε με λέξεις τις όμορφες γωνιές της Αθήνας, αλλά και πολλές φορές του ανέφερε για την πίεση που βίωνε ως ειδικευόμενη γιατρός. Του έγραφε για την υποκρισία που ήταν έντονη στο χώρο εργασίας της, για τους γονείς και τους φίλους της, την απλή και μοναχική καθημερινότητά της. Συνεχίζοντας με τον καιρό ν’ ανταλλάσουν μηνύματα εκείνη άρχιζε σιγά σιγά να του ξετυλίγει τα πραγματικά της όνειρα. Ενώ εκείνος γινόταν όλο και πιο τρυφερός μαζί της.

Μέσα καλοκαιριού και ο Fabian ζήτησε από την Έλενα να μιλήσουν μέσω βιντεοκλίσης. Η Έλενα αν και στην αρχή ήταν διστακτική τελικά δέχτηκε. Οι πρώτες στιγμές για μία ακόμα φορά αμήχανες, δίνοντας όμως στην πορεία τη θέση τους στην οικειότητα. Ο Fabian με την κιθάρα του της έπαιζε παθιασμένα αργεντίνικα τάγκο. Ενώ πολλές φορές μέσω κάμερας την ξεναγούσε στα σοκάκια της Μονμάρτης, αλλά και στο μπαράκι του, που τ’ όνομά του το είχε πάρει από το αγαπημένο γλυκόπικρο λικέρ των αργεντίνων το fernet. Η Έλενα τον ταξίδευε μέσω του κινητού της στο Μοναστηράκι, στο Θησείο, στα Αναφιώτικα και στην Πλάκα.

Μέρα με τη μέρα δύο άνθρωποι που τους χώριζαν αρκετές χιλιάδες χιλιόμετρα ένοιωθαν όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Σιγά σιγά τους δημιουργήθηκε η ανάγκη να συναντηθούν από κοντά. Έτσι λοιπόν, η Έλενα πήρε την απόφαση να μιλήσει στους γονείς της. Στην αρχή εκείνοι ήταν διστακτικοί, όμως τον τελευταίο καιρό είχαν καταλάβει ότι το παιδί τους γινόταν όλο και πιο δυστυχισμένο λόγω της δουλειάς του, αν και δεν τους είχε πει τίποτα. Τώρα πια το μόνο που ήθελαν πραγματικά γι’ αυτήν ήταν να είναι ευτυχισμένη. Αν και ήταν πολύ επιφυλακτικοί για την τόσο ιδιαίτερη και εξ αποστάσεως πλατωνική σχέση της μ’ ένα μεγαλύτερο άντρα που δεν είχε συναντήσει ακόμα από κοντά. Παρόλα αυτά όμως στήριξαν την επιλογή της.

Φθινοπώριασε. Ο Fabian ζήτησε από την Έλενα να ταξιδέψει στο Παρίσι κι αν όλα πήγαιναν καλά μεταξύ τους εκείνη θ’ άφηνε την ιατρική για να κάνει μία νέα αρχή κοντά του στην Πόλη του Φωτός, κάνοντας πραγματικότητα τ’ όνειρά της.

Παραμονή του ταξιδιού και η Έλενα νοιώθει ταραγμένη, ενώ ο Fabian γεμάτος ανυπομονησία της υπόσχεται ότι όλα θα πάνε καλά.

Παρίσι. Σε λίγο το αεροπλάνο προσγειώνεται. Ο Fabian εδώ και ώρα περιμένει με αγωνία κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο για την Έλενα. Δύο άγνωστοι άνθρωποι μέχρι πριν λίγο καιρό, που γνωρίστηκαν τυχαία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι ζωής με την ευχή και την ελπίδα να πάνε όλα καλά.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο