alexis-800x140

Κράτα μία τελευταία ανάμνηση για μένα

της Γιώτας Αγαπητού

Η πόλη ξένη και απόμακρη για όσους ζουν τη ζωή τους χωρίς κανόνες, γιατί ποτέ δε συγχωρεί όσους αποφασίζουν να ζουν στο περιθώριο της. Ο Προκόπης ήταν ένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Γόνος εύπορης οικογένειας, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την εικόνα του, αλλά και την οικονομική του κατάσταση, δουλεύοντας περιστασιακά μόνο ως μοντέλο.

Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του ονειρευόταν ότι ο μοναχογιός του θ’ αναλάμβανε την οικογενειακή τους επιχείρηση. Δυστυχώς όμως ο εκείνος τον διέψευσε, δίνοντας τα ινία της επιχείρησης στη μεγάλη του αδερφή, την Κλειώ.

Ο Προκόπης, ένας άντρας γύρω στα εβδομήντα πέντε τώρα πια, έχοντας ζήσει μία ζωή μέσα στη χλιδή, στις γυναίκες, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ έμεινε άστεγος έχοντας για σπίτι του μερικά χαρτόκουτα και συντροφιά ένα μπουκάλι φτηνό αλκοόλ. Με την Κλειώ δεν ήθελε να έχει ιδιαίτερες σχέσεις, αν και κείνη του έδινε πολλές φορές χρήματα θεωρώντας το ως υποχρέωση της. Αυτό ήταν κάτι το οποίο εκείνος όταν ήταν νεότερος το εκμεταλλευόταν στο έπακρο. Δυστυχώς όμως ακόμα και τώρα που είχε φτάσει πια στη δύση της ζωής του δεν το είχε μετανιώσει. Έλεγε πως όταν κανείς καταφέρει να φτάσει στα γηρατειά μετανιώνοντας για τις επιλογές του είναι σαν να μετανιώνει για την ίδια του την ύπαρξη, γιατί ούτως ή άλλως ο άνθρωπος είναι τα βιωμένα του λάθη.

Ένα πρωινό του Νοέμβρη που το κρύο πάγωνε τα πάντα στο διάβα του και το σύμπαν είχε ξεχάσει ότι στους δρόμους του κόσμου ζουν χιλιάδες άστεγοι, άρχισε να βρέχει. Μια βροχή τόσο δυνατή που έκανε τα χαρτόκουτα των αστέγων μία άμορφη μάζα από πολτό, αναγκάζοντας τους ενοίκους τους ν’ αναζητήσουν κάποιο άλλο πρόχειρο κατάλυμα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Προκόπης που μοιράζονταν το ίδιο χαρτόκουτο με το Δήμο, έναν πενηντάχρονο αλκοολικό που το πάθος του για το ποτό τον είχε οδηγήσει σε δρόμους σκοτεινούς και δύσβατους. Έτσι, τώρα πια, χωρίς δικό του χαρτόκουτο, ο Προκόπης στράφηκε στο μοναδικό άνθρωπο που του είχε απομείνει, στην Κλειώ. Ύστερα από μερικές μέρες νοσηλείας όπου διαγνώστηκε πως ο Προκόπης αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, η αδερφή του κατάφερε να τον πείσει να φιλοξενηθεί σε κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων ατόμων, παρόλο που εκείνος στην αρχή έφερε αντιρρήσεις, θέλοντας να γυρίσει ξανά πίσω στους δρόμους.

Έτσι λοιπόν μία ασυνήθιστα βροχερή μέρα του Ιούλη ο Προκόπης πέρασε το κατώφλι του κέντρου φιλοξενίας όπου θα ζούσε τους τελευταίους μήνες της πολυτάραχης ζωής του. Μετά από παράκληση της αδερφής του του παραχωρήθηκε ένα μονόκλινο δωμάτιο στο κέντρο που θα διέμενε. Ο Προκόπης ήταν ένας ιδιαίτερα δύσκολος άνθρωπος. Οι πρώτες μέρες της προσαρμογής του δεν ήταν εύκολες ούτε για κείνον, αλλά ούτε και για το προσωπικό που τον φρόντιζε. Υπήρχαν στιγμές που λόγω έλλειψης αλκοόλ χανόταν στους εφιάλτες του με αποτέλεσμα να γίνεται δύστροπος με όλους, αλλά υπήρχαν και στιγμές φωτεινές που του άρεσε να τραγουδάει σκωπτικά τραγούδια κάνοντας τους υπόλοιπους ενοίκους και το προσωπικό να κοκκινίζουν από ντροπή.

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το πρωινό του Σεπτέμβρη όπου ήρθε να του δώσει τα χάπια μαζί με το πρωινό του η νεοπροσλαμβανόμενη στο κέντρο νεαρή κοπέλα με τα μακριά ξανθά μαλλιά, η Έλσα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ο ένας συμπάθησε τον άλλο, παρόλο που εκείνη δεν είχε ακούσει και τόσο κολακευτικά λόγια για τον Προκόπη. Η Έλσα βρήκε στο πρόσωπό του έναν καλό φίλο που την συντρόφευε στις ατέλειωτες στιγμές μοναξιάς της λόγω μίας ερωτικής απογοήτευσης, η οποία την έκανε να νιώθει μόνη μέσα στην απρόσωπη μεγαλούπολη. Όταν η δουλειά το επέτρεπε οι δυο τους μιλούσαν σχεδόν για τα πάντα. Ο Προκόπης της διηγούνταν στιγμές από τη  ζωή του που ήταν γεμάτη εμπειρίες. Για ταξίδια που είχε κάνει, τις γυναίκες που έφερνε από τη Λατινική Αμερική και σε συνεργασία με το εκεί γραφείο τις προωθούσε σε μπαρ και σε οίκους ανοχής της Ευρώπης. Για τα χρόνια που δούλευε ως μοντέλο και ως ζιγκολό, όπου πλούσιες κυρίες πλήρωναν ακριβά για ένα βράδυ μαζί του. Για το αλκοόλ και την κόκα, ιστορίες που έκαναν την Έλσα να τις ακούει γεμάτη απορία και εντύπωση. Ιστορίες αληθινές, αλλά ίσως και ψεύτικες, ποιος ξέρει; Γεμάτες με υπερβολή, αλλά κατάλληλα αρμονικά μπλεγμένες μεταξύ τους. Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό μπέρδευε την αλήθεια με το ψέμα εξαιτίας της έλλειψης αλκοόλ, αλλά και του δυνατού πόνου λόγο του καρκίνου που είχε διαγνωστεί ο Προκόπης. Η Έλσα, αν και δεν ήταν στα καθήκοντά της, τον συνόδευε στο νοσοκομείο για τις απαραίτητες εξετάσεις. Ο καρκίνος στο ήπαρ είχε κάνει γρήγορα μεταστάσεις και σε άλλα ζωτικά όργανα. Εκείνη όμως πάντα δίπλα του, του κρατούσε το χέρι τρυφερά και κείνος χαμογελώντας την αποκαλούσε «ξανθομαλλούσα μου». Ένα προσωνύμιο που της είχε δώσει από την πρώτη στιγμή που την είδε.

Όμως και η Έλσα όλο αυτό τον καιρό του μιλούσε για τη ζωή της, για το μεγάλο έρωτα που την πλήγωσε, κάνοντας τον Προκόπη να ζηλεύει γιατί πολύ θα ήθελε να ήταν νέος και να τον ερωτευόταν η Έλσα του. Όμως η Έλσα, η γλυκιά ξανθομαλλούσα του, είχε την ηλικία της κόρης που δεν απέκτησε ποτέ. Τώρα, στα τελευταία λεπτά της δικής του ώρας, στον κόσμο των θνητών, ο Προκόπης νοσταλγεί τη Χλόη, τον έρωτα των νεανικών του χρόνων, με την οποία θα μπορούσε να είχε αποκτήσει μία κόρη, μιας και στα δεκαέξι τους είχαν νοιώσει τον έρωτα ν’ αγκαλιάζει τις ψυχές τους. Ένας έρωτας πλατωνικός, αλλά τόσο μεγάλος, που λόγω της νεανικής επιπολαιότητας τους δεν του έδωσαν την ευκαιρία να ολοκληρωθεί και ν’ ανθήσει.

Ο Προκόπης τα διηγείται όλα αυτά σκουπίζοντας κρυφά τα δάκρυά του με το μαντίλι που έχει κρυμμένο στο μανίκι της πιτζάμας του, δώρο της Λάουρα, μιας βραζιλιάνας χορεύτριας που παντρεύτηκε μεθυσμένος και  φτιαγμένος από κόκα, για ένα φεγγάρι στο Παρίσι. Θέλει να προλάβει να πει όσα περισσότερα μπορεί για τη ζωή του στη γλυκιά του ξανθομαλλούσα. Θυμάται πως ένοιωσε όταν έμαθε ότι η Χλόη είχε πεθάνει χτυπημένη και κείνη από καρκίνο στα τριάντα της χρόνια, πριν καν προλάβει να νοιώσει τον έρωτα να κυριεύει την ψυχή και το σώμα της. Αυτό το γεγονός τον έκανε να θέλει να πιστεύει ότι ο νεανικός του έρωτας του έμεινε πιστός για πάντα. Όμως, ο Προκόπης ύστερα από τόσα χρόνια τώρα θρηνεί. Θρηνεί που φτάνει και κείνος στο τέλος.

Δεκέμβρης και το χιόνι αγκαλιάζει την πόλη όπως η τρυφερή ερωμένη τον εραστή της. Ο Προκόπης το τελευταίο διάστημα υποφέρει από έντονους πόνους. Οι γιατροί έχουν ενημερώσει την αδερφή του, η οποία όμως είναι παγερά αδιάφορη για την τελική έκβαση της αρρώστιας του αδερφού της. Η Έλσα όμως δε φεύγει στιγμή από το πλευρό του. Σε μία τελευταία πνευματική του αναλαμπή ο Προκόπης κοιτάζοντάς την στα μάτια της λέει:

  • Ξέρεις μικρή μου… στη ζωή μου γνώρισα αμέτρητες γυναίκες, αλλά μόνο εσύ μ’ έκανες να νοιώσω ότι μ’ αγαπάς και με νοιάζεσαι πραγματικά. Σ’ ευχαριστώ.

Πριν προλάβει να πει κουβέντα η Έλσα, ο Προκόπης με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό πήγε να συναντήσει τη Χλόη του που τον καλούσε κοντά της, ενώ έξω στην πόλη το σκοτάδι με το χιόνι συνέχιζαν να χορεύουν ένα παθιασμένο αργεντίνικο τάνκο.

Υ.Γ. Το κείμενο συνοδεύουν πίνακες του αργεντίνου ζωγράφου Fabian Perez. 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο