alexis-800x140

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Ο ερωτισμός μέσα από την ανάκληση της μνήμης

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, ο οποίος θα γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863, θα χαρακτηριστεί για το έργο του ως ένας στοχαστικός, αλλά ταυτόχρονα ιστορικός και ερωτικός ποιητής. Τα εβδομήντα πέντε από τα 154 δημοσιευμένα ποιήματά του έχουν ερωτικό περιεχόμενο και αναφέρονται κυρίως στο παρελθόν. Τα έργα αυτά διαχωρίζονται στα λεγόμενα αφηγηματικά ή περιγραφικά και στα λυρικά ή εξομολογητικά ποιήματα στα οποία εκμυστηρεύεται τις ερωτικές του επιθυμίες, εξυμνώντας την ακμή του σώματος και τη νεανική ωραιότητα στην τελείωσή του απολλώνιου κάλλους.

Ωστόσο, το χαρακτηριστικό του ερωτισμού στην ποίηση του είναι ότι δεν υπάρχει ο έρωτας ως πράξη, αλλά κυρίως ως ανάμνηση. Στα ποιήματά του απουσιάζει η ευτέλεια της στιγμιαίας εμπειρίας. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις όποιες ερωτικές του ιδιαιτερότητες, υπερβαίνει την ατομικότητά του. Ο ποιητής άλλοτε σαν δερβίσης φαίνεται να χάνεται μέσα στη δύνη της έκστασης που του προκαλεί η ανάκληση των ηδονών που κάποτε βίωσε ως νέος και άλλοτε σαν ικέτης προσφεύγει στο ναό του σώματος για να ξαναθερμάνει το ξεθυμασμένο ήδη από το χρόνο ηδονικό σκίρτημα. Aς δούμε όμως ένα από τα χαρακτηριστικότερα λυρικά ποιήματά του το οποίο δημοσιεύτηκε στα 1912:

Κωνσταντίνος Καβάφης «Επέστρεφε»

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...

Στο σώμα επάνω του ποιητή, στο μυαλό του, ζει ακόμα η αίσθηση των απολαύσεων που δοκίμασε: «όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη […] κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι». Γι’ αυτό ενώ όλα έχουν αλλάξει, το δέρμα κρατά. Κάποιο κύτταρο ακόμη δεν έχει πεθάνει που κάποιο χάδι πέρασε κάποτε από πάνω του. Ο ποιητής επικαλείται επαναλαμβανόμενα, σχεδόν ικετευτικά τη μνήμη ώστε να επαναφέρει στο παρόν την ερωτική συγκίνηση: «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με».

Παρόλα αυτά, όπως θα δούμε στο επόμενο ποίημα, η αναπόληση του παρελθόντος οδηγεί κάποιες φορές τον ποιητή σε μία μεταμέλεια για τις απολαύσεις που δεν έζησε και έμειναν ανεκμετάλλευτες.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Επιθυμίες»

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τα ‘κλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά –
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Οι επιθυμίες που δεν ικανοποιήθηκαν μοιάζουν με ωραία σώματα νεκρών που δεν εγέρασαν μας λέει ο ποιητής, δηλώνοντας πως όσα ποθήσαμε παραμένουν στη μνήμη μας σταθερά, με την πρώτη τους λάμψη αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Ο χρόνος δεν έφθειρε τις εικόνες που ποθήσαμε, παρόλο που εμείς οι ίδιοι βιώνουμε το πέρασμά του από πάνω μας. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μας παραμένουν πάντοτε στη μνήμη όπως τις είχαμε πρωτοαντικρίσει ακμαίες και ποθητές. Ωστόσο, ο ποιητής ήδη στα 41 του χρόνια – το ποίημα γράφτηκε στα 1904 – δε βλέπει σε αυτές κανένα ίχνος ζωής. Παρομοιάζει τις επιθυμίες με σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν, που τώρα πια είναι κλεισμένες στο μαυσωλείο της ποιητικής του έκφρασης, διασώζοντας τες έτσι από τη φθορά του χρόνου.

Σε αντίθεση με αυτή την αίσθηση της απουσίας και του θανάτου στο αμέσως επόμενο ποίημα «Θυμήσου, Σώμα…» μέσα από την ανάκληση της μνήμης και την αναβίωση των παλιών επιθυμιών επέρχεται για τον ποιητή μία ψυχική λύτρωση.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Θυμήσου, σώμα…»

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Το ποίημα «Θυμήσου, Σώμα…» δημοσιεύτηκε στα 1918 και ανήκει όπως και τα δύο προηγούμενα στα λεγόμενα ηδονικά ή αισθησιακά ποιήματα του Καβάφη. Η αισθησιακή επίκληση του ποιητή στο σώμα μοιάζει σαν να συντελείται μέσα από μία μυστηριακή εσωτερική συνομιλία ανάμεσα σε μία συνείδηση που συνεχίζει να πάλλεται από επιθυμίες ανακαλώντας τη μνήμη, παρόλο που η ομορφιά του σώματος έχει παρέλθει και σ’ ένα σώμα γερασμένο: «Σώμα θυμήσου […] κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά […]».

Τώρα που ο ποιητής ξαναφέρνει στη μνήμη του αυτές τις επιθυμίες όπου κάποιο τυχαίο γεγονός τις ματαίωσε, φαίνεται να αισθάνεται μία στιγμιαία αίσθηση πληρότητας, αλλά και παρηγοριάς για ό,τι δεν έζησε: «μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες εκείνες σαν να δόθηκες».

Σε αντίθεση λοιπόν με όσους ξεχνούν, ο Καβάφης παρόλο που ενδύεται την προίκα το γήρατος που επιφυλάσσει ο χρόνος για όλους, συνεχίζει να θυμάται μένοντας πιστός στις επιθυμίες του, ακόμη και σε αυτές που έμειναν απραγματοποίητες.

Τα ποιήματά του αυτά, τα οποία ποτέ δεν εξέδωσε, αλλά τα τύπωνε χαρίζοντάς τα σε φίλους, ξεχειλίζουν, όπως θα γράψει ο Κώστας Ουράνης, από το κυριαρχικό, από το μοναδικό, αυτό της ζωής του πάθος. Τα ηδονιστικά του ποιήματα είναι μία θερμή εξύμνηση και μία νοσταλγική αναπόληση έντονων αισθησιακών απολαύσεων που τον ξανάφερναν πίσω στην άνθηση των ερώτων του.

Ο Καβάφης, ο μέγιστος υμνητής του αλεξανδρινού ελληνικού πνεύματος, θα φύγει από τη ζωή στις 29 Απριλίου 1933, τη μέρα των γενεθλίων του, τη μέρα που συμπλήρωνε τα 70 χρόνια της ζωής του.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο