Καταγγελίες για ακραία βασανιστήρια στα σύνορα από ελληνοτουρκικές δυνάμεις ασφαλείας

Την απαγωγή και σεξουαλική της κακοποίηση διηγήθηκε η συγγραφέας κουρδικής καταγωγής Meral Şimşek
Διαψεύδει ο Υπουργός Μετανάστευσης Νότης Μηταράκης

 

Τις σκηνές τρόμου που εκτυλίσσονται στα ελληνοτουρκικά σύνορα αποκαλύπτει η ανατριχιαστική μαρτυρία της διακεκριμένης συγγραφέα κουρδικής καταγωγής, Meral Şimşek, που όπως αναδεικνύουν με δημοσιεύματά τους το τουρκικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Bianet, καθώς και το gazeteduvar.com, καταγγέλλει πως ξυλοκοπήθηκε, παρενοχλήθηκε και βασανίστηκε σε ακραίο βαθμό όταν έπεσε στα χέρια των ελληνικών αρχών, στην προσπάθειά της να αποδράσει από την Τουρκία.

Σύμφωνα με τα δύο δημοσιεύματα, η ιστορία της ξεκινά στις 29 Ιουνίου, περίπου στις 8 το βράδυ, όταν η ίδια μαζί με την Dicle, μια γυναίκα από τη Συρία, που πλέον φαίνεται πως έχει σταλεί σε στρατόπεδο προσφύγων, διέσχισε τον ποταμό Έβρο. «Αφού περάσαμε το ποτάμι, περπατήσαμε για μιάμιση ώρα. Η ελληνική συνοριακή αστυνομία άρχισε να μας ακολουθεί. Καταφέραμε να την αποφύγουμε σχεδόν 17 φορές. Τότε φτάσαμε σε ένα δάσος και κολλήσαμε σε έναν βάλτο εκεί. Περιμέναμε επί ώρες σε αυτόν τον βάλτο με τη Dicle. Προφανώς είχαμε βρεθεί σε μια ερημική περιοχή» διηγείται η Meral Şimşek. «Περίπου στις 04:00 το πρωί, μας δόθηκε μια τοποθεσία μέσω τηλεφώνου, μας είπαν “Θα πάτε στο Ferez, οι δικηγόροι θα σας περιμένουν”. Καταφέραμε να να ξεφύγουμε από τις αλεπούδες και τους αγριόχοιρους, ακόμη και από τους “στρατιώτες απέλασης” που βλέπαμε όλη την ώρα. Μας είχαν συμβουλεύσει να μην τους αφήσουμε να μας πιάσουν, γιατί θα μας απελάσουν αμέσως» συμπληρώνει.

Φτάσαμε στον κεντρικό δρόμο περίπου στις 7:50. Εκείνη την ώρα, ένα ελληνικό αστυνομικό όχημα εμφανίστηκε και τους εξήγησα την κατάστασή μου για να μπορέσουν να με βοηθήσουν. Τους είπα ότι είμαι συγγραφέας, μέλος της PEN, και ότι εκκρεμούν δικαστικές υποθέσεις εναντίον μου στην Τουρκία. Τους εξήγησα ότι έχουμε περπατήσει για δεκαπέντε ώρες, ότι πεινούσαμε και ότι δεν είχαμε πιει νερό. Ήμασταν σε άθλια κατάσταση.

«Πήραν τα δελτία ταυτότητάς μας και τα ανέφεραν κάπου. Οι δικηγόροι προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Εκείνη την ώρα, ένα άλλο αστυνομικό όχημα έφτασε. Και ξαφνικά το μέρος ήταν γεμάτο με αστυνομικούς» αναφέρει η συγγραφέας, ενώ στη συνέχεια η ιστορία αποκτά ακόμη πιο τρομακτικές διαστάσεις, με τις γυναίκες να υποβάλλονται σε βασανιστήρια ακραίου μεγέθους από την ελληνική αστυνομία, η οποία όπως αναδεικνύεται από τα αναλυτικά δημοσιεύματα των δύο τουρκικών μέσων, φέρεται να κατέσχεσε όλα τους τα υπάρχοντα και να προχώρησε κυριολεκτικά σε απαγωγή των δύο γυναικών.

Πήραν όλες τις ηλεκτρονικές μας συσκευές, τα πορτοφόλια και τα επίσημα έγγραφά μας. Στη συνέχεια έφτασε ένα άλλο αστυνομικό όχημα, άσπρο και χωρίς πινακίδες. Μια γυναίκα και ένας άνδρας αστυνομικός βγήκαν από το δεύτερο όχημα. Μηχανοκίνητα οχήματα άρχισαν επίσης να διασχίζουν το δρόμο.

Η αστυνομικίνα μας έγδυσε επιτόπου και βρισκόμασταν γυμνές μπροστά σε όλους στη μέση του δρόμου ενώ μας έκανε σωματική έρευνα. Έψαξε μέχρι και στους κόλπους μας. Εν τω μεταξύ, τα τηλέφωνά μας, που ήταν στα χέρια τους, χτυπούσαν συνεχώς.

Έφεραν ένα μεγαλύτερο όχημα χωρίς πινακίδα κυκλοφορίας και μας έβαλαν εκεί μέσα. Το όχημα μύριζε αίμα, υπήρχαν παντού λεκέδες αίματος. Προφανώς είχαν μεταφέρει αρκετά άτομα με αυτόν τον τρόπο. Υπήρχαν παντού διασκορπισμένα ούρα και κόπρανα.

Σκεφτόμουν ότι στη χειρότερη περίπτωση, θα μας πήγαιναν στο κέντρο απέλασης και οι δικηγόροι θα μας έβρισκαν. Το όχημα κινούταν πολύ γρήγορα, και το έδαφος ήταν τραχύ. Εν τω μεταξύ ο οδηγός άλλαξε δύο φορές, το είδαμε μέσα από ένα μικρό κενό που έμεινε στην πόρτα. Εκείνη την ώρα είπα στον εαυτό μου ότι θα μας σκοτώσουν.

«Μας μετέφεραν έτσι για τουλάχιστον μια ώρα και κάποια στιγμή σταμάτησαν. Μας ανάγκασαν να κατεβούμε από το όχημα. Όταν κοίταξα γύρω μου, είδα ότι βρισκόμασταν στην όχθη ενός ποταμού. Γύρω μας υπήρχαν αξιωματούχοι, με ή χωρίς κουκούλες. Σκέφτηκα ξανά ότι σκόπευαν να μας σκοτώσουν και να μας ρίξουν στο νερό. Προσπάθησα να εξηγήσω την κατάστασή μου στα τουρκικά. Άρχισα να ικετεύω λέγοντας ότι αυτό που έκαναν ήταν παραβίαση των δικαιωμάτων, παρακαλώντας τους να μην το κάνουν» αναφέρει η Meral Şimşek.

«Βρέθηκα γυμνή και πεταμένη στη φυλακή Edirne»

«Τη στιγμή που δεκδίκησα τα δικαιώματά μου, η συνοριακή αστυνομία άρχισε να με δέρνει με γκλοπ. Ήμουν φρικτά χτυπημένη» αναφέρει στη συνέχεια και διηγείται πως οι αστυνομικοί πέταξαν την Dicle και την ίδια σε μια βάρκα, στην οποία υπήρχαν δύο Αφρικανοί, που κοιτούσαν τη διαδικασία με τρόμο. Ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που είχαν μαζί τους κατασχέθηκαν επίσης από την αστυνομία. «Η αστυνομία δεν μας επέστρεψε τις τσάντες μας αλλά πέταξε τα σακίδιά μας στο σκάφος. Πεταξαν και εμένα στη βάρκα. Τότε είδα τους Τούρκους στρατιώτες από την άλλη πλευρά. Ήμασταν στα μισά του δρόμου όταν ένας από τους ανθρώπους στην απέναντι ακτή έκανε ένα σήμα σε έναν από τους δύο Αφρικανούς, και ξαφνικά βρέθηκα στο νερό. Αλλά κατάφερα να πιάσω ένα από τα κουπιά στο σκάφος. Ενώ προσπαθούσαν να μου πάρουν το κουπί, προσπαθούσα να έρθω πιο κοντά στην ακτή. Κατάφεραν να με απομακρύνουν από το κουπί και έφυγαν. Πήρα τα πόδια μου και έφτασα στην ακτή. Με συνέλαβαν εκεί για παραβίαση της διεθνούς απαγόρευσης μετακίνησης και με έστειλαν στη φυλακή Edirne. Η Dicle παρέμεινε στο αστυνομικό τμήμα και άκουσα ότι έχει σταλεί σε ένα στρατόπεδο προσφύγων».

Στη συνέχεια, περιγράφει την εξέλιξη της μαρτυρικής της επαναπροώθησης στην Τουρκία, στη 200ετών φυλακή Edirne, όπου οι συνθήκες που επικρατούν είναι άθλιες.

Με ανάγκασαν να υποστώ ξανά γυμνή σωματική έρευνα όταν έφτασα στην φυλακή. Με έβαλαν με τις γυναίκες που συνελήφθησαν για κατηγορίες που σχετίζονται με την τρομοκρατική οργάνωση Fethullahist (FETÖ). Δεν θέλουν να αποκαλυφθούν τα ονόματά τους. Όμως, σχεδόν όλες τους έχουν εξαναγκαστεί σε γυμνή σωματική έρευνα πολλές φορές. Μια από τις γυναίκες υποβλήθηκε σε αυτή τη διαδικασία μπροστά στο παιδί της. Έμαθα από αυτές ότι όσοι απελάθηκαν από την Ελλάδα βίωσαν παρόμοια με εμάς. Ένα 15χρονο παιδί ήταν εκεί μέσα δεμένο πισθάγκωνα.

«Μετά από 8 μέρες παραμονής σε αυτή τη φυλακή, παρουσιάστηκα στο δικαστήριο της Μαλάτια, μέσω του SEGBİS. Το δικαστήριο ανέβαλε την ακρόασή μου στις 21 Σεπτεμβρίου 2021 και με άφησε ελεύθερη, με την προϋπόθεση να εμφανίζομαι στο αστυνομικό τμήμα τρεις φορές την εβδομάδα» καταλήγει η Meral Şimşek.

«Η Ελλάδα έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»

«Θα λάβουμε πρόσβαση στις αναφορές της İpsala. Υπάρχουν αναφορές που τεκμηριώνουν τους ξυλοδαρμούς. Τότε θα απευθυνθούμε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, θα υποβάλουμε αίτημα στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Η Ελλάδα έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» υπογραμμίζει η συμπρόεδρος και δικηγόρος της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (İHD), Eren Keskin.

«Όλες οι συσκευές που κατασχέθηκαν είναι πληρωμένες στην Τουρκία εκ μέρους μου και είναι εφικτή η πρόσβαση στις διευθύνσεις IP τους προκειμένου να προσδιοριστεί η τοποθεσία τους. Σύμφωνα με όσα μου είπε η οικογένεια και οι φίλοι μου, το τηλέφωνό μου ήταν διαθέσιμο μέχρι τις 30 Ιουνίου 11:00 το πρωί. Η τηλεφωνική γραμμή που χρησιμοποιώ είναι στο όνομά μου και οι πληροφορίες τοποθεσίας που χρησιμοποιήθηκαν τελευταία μπορούν να προσεγγιστούν πολύ εύκολα. Μόλις πέρασα τα σύνορα, άνοιξα το τηλέφωνο για χρήση στην Ελλάδα και χρεώθηκα. Με αυτό το δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψιν τις ώρες που τα βιώσαμε όλα αυτά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση στις ταυτότητες των Ελλήνων αστυνομικών. Θυμάμαι ακόμα τα πρόσωπά τους, πολύ καθαρά» αναφέρει η Meral Şimşek σύμφωνα με το δημοσίευμα του gazeteduvar.com.

Θα υποβάλω αίτημα στο Διεθνές ποινικό δικαστήριο και στον ΟΗΕ μαζί με τη δικηγόρο μου, Eren Keskin. Ξεκινήσαμε την υπόθεση, δεν θα το αφήσουμε αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει χειρότερα πράγματα από αυτό, ποιος ξέρει τι πέρασαν. Η Ελλάδα πρέπει να τιμωρηθεί στα διεθνή δικαστήρια. Τα τηλέφωνα, τα χρήματα, οι ηλεκτρονικές συσκευές, τα αναγνωριστικά, τα διαβατήρια, τα πάντα κατασχέθηκαν από τους Έλληνες, τόσο τα δικά μου, όσο και της Dicle.

«Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Meral καταδεικνύει ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα» επισημαίνει η ίδια, τονίζοντας ότι η συγγραφέας έχει ήδη υποστεί ισχυρές πιέσεις στην περιοχή όπου διαμένει μαζί με την οικογένειά της. «Υπέστη αστυνομική βία, παρενόχληση και απαγωγές. Αυτή τη στιγμή διώκεται για προπαγάνδα, λόγω των απόψεών της. Είναι λογοτεχνική φιγούρα, καλλιτέχνης. Υποφέρει επίσης από καρδιακή πάθηση και από ένα πρόβλημα με τους πνεύμονές της. Άφησε πίσω τα δύο παιδιά της και εγκατέλειψε την Τουρκία, ακριβώς για να μην καταλήξει στη φυλακή».

Απάντηση Μηταράκη

«Παντελώς αβάσιμες» χαρακτηρίζει ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Νότης Μηταράκης, τις κατηγορίες που απευθύνονται στην Ελλάδα για παράνομες επαναπροωθήσεις, οι οποίες «εδράζονται σε πλάνα ή μαρτυρίες που παρέχονται από τη χώρα αναχώρησης».

Η απάντηση του υπουργού Μετανάστευσης έρχεται έπειτα από δημοσίευμα του BBC που φιλοξενεί και διερευνά καταγγελίες αιτούντων άσυλο για επαναπροωθήσεις από το ελληνικό Λιμενικό.

Ο κ. Μηταράκης επισημαίνει ότι «πολλές περιπτώσεις έχουν διερευνηθεί και από την Ευρωπαϊκή Ένωση με εκθέσεις που δεν καταγράφουν πουθενά καμία παραβίαση των θεμελιωδών ευρωπαϊκών δικαιωμάτων».

Επίσης, σημειώνει ότι «η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να προστατεύσει τα σύνορά της και θα συνεχίσει να το πράττει» προσθέτοντας ότι «έχουμε κάθε δικαίωμα να ανακόπτουμε τέτοιες διελεύσεις σύμφωνα με τον Κανονισμό 656/14 της ΕΕ».

Τέλος, κατηγορεί την Τουρκία ότι «αντί να εμποδίζει τις παράνομες αναχωρήσεις, αντί να κάνει ό,τι έχει την εντολή να κάνει βάσει της κοινής Συμφωνίας -δηλαδή να παρεμβαίνει για να εμποδίσει αυτά τα μικρά πλοία να φτάσουν στην Ελλάδα- συχνά είναι πολύ απασχολημένη με τη μαγνητοσκόπηση».

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο