room-to-grow-bnner

Ηλιαχτίδα μέσα στο χιόνι

της Γιώτας Αγαπητού  

Μαλλιά γκριζαρισμένα από το χρόνο και τα βάσανα, πάνω σ’ ένα σώμα λυγισμένο από τα χρόνια και τη σκληρή δουλειά. Πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες, που τα μάτια του εδώ και καιρό έχουνε χάσει τη λάμψη τους και την αγάπη για τη ζωή.

Απομεσήμερο Απρίλη, με βήμα βαρύ και αργό η κυρά Ευτέρπη κάθεται σ’ ένα παγκάκι και βγάζει από την τσέπη της το ίδιο πορτοφόλι που το έχει από τότε που ακόμα ήταν νέα. Θέλει να μετρήσει αν τα λιγοστά κέρματα που της έχουν απομείνει φτάνουν για ν’ αγοράσει το γάλα και το ψωμί της ημέρας. Η στιγμή που θα πάρει την πενιχρή σύνταξη της αργεί ακόμη. Στο υπόγειο της οδού Αγησίλαου 125 την περιμένει ο άντρας της, που εδώ και χρόνια είναι  κατάκοιτος από εγκεφαλικό.

Η Ευτέρπη με το Βλαδίμηρο είναι παντρεμένοι περίπου 60 χρόνια, ήρθαν στην Ελλάδα από την πρώην Σοβιετική Ένωση το 1992. Γεννημένοι και οι δυο τους στην πόλη Νοροσιμπίρσκ της Σιβηρίας. Οι γονείς της Ευτέρπης έφυγαν στις αρχές του περασμένου αιώνα από την περιοχή του Πόντου σε χρόνια δύσκολα, τότε που οι Νεότουρκοι ξερίζωναν από τα σπίτια τους Πόντιους και Αρμενίους. Γράφοντας με μελανά χρώματα βουτηγμένα στο αίμα σελίδες της ιστορίας, σαν κι αυτές που ξέρουν να γράφουν οι απόγονοι του Αττίλα.

Ο Βλαδίμηρος Πάβλοβιτς είναι γέννημα θρέμμα οικογένειας Μπολσεβίκων που πίστεψαν και στήριξαν την επανάσταση του 1918. Η Ευτέρπη με τον Βλαδίμηρο ήταν συμμαθητές από το σχολείο και στη συνέχεια συμφοιτητές στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία της Μόσχας. Η Ευτέρπη έγινε καθηγήτρια πιάνου, ενώ ο Βλαδίμηρος αφού για λίγα χρόνια συνέθεσε κάποια έργα, στη συνέχεια εργάστηκε και κείνος ως δάσκαλος βιολιού. Παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν δεκαοχτώ χρονών και αυτός στα είκοσι. Ανθρωπιστές και άθρησκοι και οι δύο εκ πεποιθήσεως. Ζούσαν και ανέπνεαν ο ένας για τον άλλο, λατρεύοντας τη μουσική. Αν και θεωρούσαν την πολιτική κατάσταση στη χώρα που ζούσαν ότι διέπονταν από ένα απόλυτα ολοκληρωτικό καθεστώς ποτέ δεν αποφάσισαν να φύγουν από εκεί. Δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, εξαιτίας κυρίως του Βλαδίμηρου που φοβόταν να μη βιώσουν και κείνα την πείνα και την καταπίεση που έζησαν οι ίδιοι. Άλλωστε η Ευτέρπη ήταν για κείνον μια ηλιαχτίδα μέσα στο βαρύ χειμώνα της Σιβηρίας.

Οι γονείς του Βλαδίμηρου ήταν δάσκαλοι που δίδασκαν σε σχολεία Μπολσεβίκων, στα οποία αργότερα μετά την επανάσταση η προπαγάνδα του καθεστώτος επέβαλε τους δικούς της κανόνες εκπαίδευσης. Παρ’ όλα αυτά ήτανε λάτρεις της αρχαίας Ελλάδας, των μεγάλων φιλοσόφων, των τραγικών ποιητών και της Δημοκρατίας της κλασικής εποχής του 5ου αιώνα π.Χ., μεταλαμπαδεύοντας έτσι την αγάπη τους αυτή και στα τρία τους παιδιά.

Οι γονείς της Ευτέρπης δούλευαν στα εργοστάσια κονσερβοποιίας της περιοχής προσπαθώντας να μεγαλώσουν με κόπο τα πέντε τους παιδιά, δύο από τα οποία, σε ηλικία τριών και τεσσάρων χρονών, μετά από πολύμηνη μάχη με τη λευχαιμία πέθαναν. Αυτό ήταν ένα γεγονός που συγκλόνισε τη μικρή Ευτέρπη, η οποία έβλεπε τη μητέρα της να μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά της θρησκευτικής παρηγοριάς, κάτι το οποίο ήταν παράτολμο τόσο για την ίδια όσο και για την οικογένειά της λόγω του καθεστώτος. Αντίθετα η Ευτέρπη με τη βοήθεια του Βλαδίμηρου αγάπησε τη μουσική και τη διαλεκτική σκέψη της αμφισβήτησης που της προσέφερε η κλασική παιδεία της αρχαίας Ελλάδας.

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό του Απρίλη, που το χιόνι έπεφτε ακόμη πυκνό από το προηγούμενο βράδυ στην παγωμένη αυτή γωνιά του κόσμου, έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί όπου περνούσε ο υπερσιβηρικός, ο Βλαδίμηρος σε ηλικία τότε μόλις δώδεκα χρονών υποσχέθηκε στη δεκάχρονη Ευτέρπη ότι θα την αγαπάει και θα τη φροντίζει για πάντα, γιατί για κείνον ήταν από τότε η ηλιαχτίδα του μέσα στο χιόνι. Εκείνο το πρωινό τα δύο παιδιά δώσανε το πρώτο τους φιλί στο μάγουλο, δίνοντας την υπόσχεση ότι το επόμενο φιλί θα το έδιναν όταν θα πήγαιναν να σπουδάσουν στη Μόσχα. Έξι χρόνια μετά θα έπαιρναν το τραίνο που θα τους μετέφερε στην πόλη όπου, όπως πίστευαν,  θα έκαναν τα όνειρά τους πραγματικότητα.

Η ζωή στη Μόσχα δεν ήταν εύκολη, έπαιρναν τρόφιμα με κουπόνια όπως όλος ο κόσμος, ενώ στο μικρό δυάρι όπου έμεναν συνυπήρχαν αρμονικά οι μουσικές παρτιτούρες και τα βιβλία φιλοσοφίας. Οι δύο νέοι είχαν πάρει πλήρη υποτροφία για να σπουδάσουν. Ο γάμος τους έγινε ένα ηλιόλουστο πρωινό Κυριακής με την παρουσία λίγων καλών φίλων, ένα χρόνο μετά την άφιξή τους στη Μόσχα. Όταν όμως οι συνθήκες το επέτρεπαν επισκέπτονταν τους γονείς τους στη Σιβηρία. Τα χρόνια περνούσαν και το ζευγάρι ερωτεύονταν όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα.

Τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, αρχές της δεκαετίας του ενενήντα και το καθεστώς ζει τις τελευταίες του στιγμές. Ο Βλαδίμηρος με την Ευτέρπη, μεσήλικες πια, γύρω στα πενήντα, ονειρεύονται ότι ίσως έρθουν καλύτερες μέρες. Η Ελλάδα ανοίγει την αγκαλιά της με δελεαστικό τρόπο στους μετανάστες της Σοβιετικής Ένωσης και οι άνθρωποι τρέχουν να πάρουν υπηκοότητα με όποιο τρόπο μπορούν. Το ζευγάρι αποφασίζει να φύγει για την Ελλάδα. Εξάλλου τίποτα δεν τους κρατάει στη Μόσχα. Άλλωστε η πρώην Σοβιετική Ένωση δεν τους προσφέρει παρά ένα αβέβαιο μέλλον.

Έχοντας πουλήσει κάποια από τα λιγοστά τους υπάρχοντα εγκαθίσταται,  αναζητώντας  την τύχη τους, σε μία μικρή πόλη της Βορείου Ελλάδος. Στην αρχή η Ευτέρπη πουλάει στις λαϊκές μερικά κειμήλια που έχουν φέρει μαζί τους, και παράλληλα παραδίδει μαθήματα πιάνου, ενώ ο Βλαδίμηρος παίζει μουσική σ’ ένα μπαράκι. Με τα λιγοστά τους χρήματα έχουν νοικιάσει ένα μικρό δυάρι όπου περνούν τη ζωή τους μέσα στην απλότητα και τη μελέτη της μουσικής. Έχοντας περάσει και οι δύο την ηλικία των εξήντα πέντε χρόνων καταφέρνουν να βγάλουν από μία μικρή σύνταξη γήρατος για να ζήσουν. Όμως λίγο καιρό αργότερα ο Βλαδίμηρος θα πάθει εγκεφαλικό με αποτέλεσμα να μείνει για πάντα καθηλωμένος στο κρεβάτι. Έτσι εκείνη προσπαθεί μόνη της πια ν’ ανταπεξέλθει στην καθημερινότητα. Οι συντάξεις και των δύο μετά βίας καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες, η περηφάνια όμως της Ευτέρπης δεν της επιτρέπει να ζητήσει βοήθεια από κανέναν.

Καθισμένη σ’ ένα παγκάκι μετράει τα λιγοστά της κέρματα, που όμως δε φτάνουν για ν’ αγοράσει το ψωμί και το γάλα της ημέρας. Δακρύζει, σηκώνει το βλέμμα και αντικρίζει μπροστά της μία νέα γυναίκα που την αρπάζει από το χέρι και την οδηγεί στον πλησιέστερο φούρνο. Στη διαδρομή οι δύο γυναίκες δεν ανταλλάσουν ούτε μία κουβέντα. Όταν φτάνουν στο φούρνο η υπάλληλος δίνει το ψωμί και το γάλα στην Ευτέρπη, ενώ παίρνει τα κέρματα από τη νεαρή γυναίκα. Χωρίς ούτε ένα βλέμμα οι δύο γυναίκες βγαίνουν στο πλήθος και χάνονται. Η Ευτέρπη προσπαθεί να δει έστω και για λίγο τη νεαρή γυναίκα που σε μια μέρα απελπισίας την έκανε να ελπίζει και πάλι. Μάταια όμως, η γυναίκα δε φαίνεται πουθενά, την έχει πάρει ο άνεμος, όπως ο άνεμος παίρνει και την ελπίδα.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο