Η συναυλια

της Γιώτας Αγαπητού

Μέσα Αυγούστου και η Αθήνα ζει σε ρυθμούς διακοπών, με τις κεντρικές λεωφόρους να είναι σχεδόν άδειες από κόσμο και αυτοκίνητα. Εδώ και μία μέρα κεντρικό δισκοπωλείο έχει μπροστά στη βιτρίνα του μια τεράστια αφίσα που διαφημίζει την μεγάλη συναυλία του καλοκαιριού στο θέατρο του Λυκαβηττού.

Η Ερμιόνη,  μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, μαζί με την φίλη της την Ιόλη κατευθύνονται προς το γνωστό δισκοπωλείο για την απόκτηση του πολυπόθητου εισιτηρίου που θα τις χάριζε μία μαγική, γεμάτη μουσική νύχτα και θα τις ταξίδευε μακριά από την καθημερινότητα, κάνοντάς τες να χαθούν στο ρυθμό των στίχων, με τα χέρια ψηλά, σ’ ένα πάρτι μελωδικό.

Οι μέρες κυλούν και οι δύο φίλες απορροφημένες στη ρουτίνα της καθημερινότητας και της πολύβουης ζωής της πόλης, έχουν σχεδόν εξαφανίσει από τη σκέψη τους, σαν άλλος Χουντίνι, το αίσθημα αναμονής για τη συναυλία.

Τέλος Σεπτεμβρίου και ένας λαμπερός ήλιος καλημέριζε την Αθήνα, κάνοντάς την να μοιάζει σαν αρχαία θεά που όλοι τη θαυμάζουν. Σε λίγες ώρες ο Λυκαβηττός θ’ ανοίξει τις πύλες του για να υποδεχτεί μία μεγάλη παρέα που την ενώνει η μουσική, αλλά ιδιαίτερα η αγάπη της για το συγκεκριμένο καλλιτέχνη.

Η Ερμιόνη εκείνο το πρωί ξύπνησε ευδιάθετη, με μία θετική ενέργεια να την αγκαλιάζει. Η μέρα της στη δουλειά κύλησε ήσυχα, χωρίς ιδιαίτερη κούραση και απαιτήσεις. Γυρίζοντας το μεσημέρι στο σπίτι άρχισε να ετοιμάζεται, γιατί στις επτά η ώρα είχε δώσει ραντεβού με τις φίλες της για έναν καφέ πριν πάνε στη συναυλία σ’ ένα στέκι των Εξαρχείων, όπου σύχναζαν κυρίως άνθρωποι που είχαν ροκ διάθεση και στάση ζωής. Ένας μικρός και ζεστός χώρος που σε προδιέθετε με το που έμπαινες μέσα, ανάβοντας τσιγάρο, να ταξιδέψεις, με όχημα τον καπνό και την παλιά ροκ μουσική που διαχέονταν στο χώρο και ενίοτε συντροφεύονταν από κάποια ρυθμικά, γεμάτα μελαγχολία, παλιά τραγούδια του βασιλιά των μπλουζ Μπι Μπι Κινγκ.

Η Ερμιόνη ερχόταν πολύ συχνά σ’ αυτό το μικρό καφέ, ακόμη και μόνη της, όταν είχε ανάγκη να ταξιδέψει μέσα της. Στην πορεία είχε μυήσει και τις φίλες της σε αυτό το χώρο που εξέπεμπε κάτι το μυστηριακό το οποίο δεν απευθυνόταν σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους και εκλεκτούς, στους μύστες της πραγματικής ζωής. Έτσι ήταν και η Ερμιόνη, μία μυημένη γυναίκα στη ζωή και στον αυθορμητισμό, που της έδινε μία αίσθηση ανεξαρτησίας.

Ώρα οκτώμισι και η παρέα των γυναικών έχει φτάσει ήδη στο θέατρο Λυκαβηττού. Ο κόσμος πολύς, άνθρωποι σχεδόν όλων των ηλικιών περιμένουν με ανυπομονησία.

Ώρα εννέα και οι πόρτες του θεάτρου ανοίγουν, η Ερμιόνη με την παρέα της, αφού περνούν τον έλεγχο των εισιτηρίων φτάνουν με πολύ κόπο στις θέσεις τους. Τα φώτα σβήνουν και οι μεγάλοι προβολείς ανάβουν στην σκηνή. Τα ντραμς αρχίζουν να δίνουν το ρυθμό, οι καρδιές χτυπούν ρυθμικά, σαν μία μεγάλη καρδιά.

  • ΚΑΛΗΣΠΕΡΑΑΑ!!!

Ακούγεται μία γνώριμη φωνή και σιγά – σιγά η μουσική αρχίζει να γίνεται χαλί που θα πατήσουν οι στίχοι επάνω της. Η ατμόσφαιρα γλυκά εναλλάσσεται ανάλογα με τους στίχους, που άλλοτε δημιουργούν συναισθήματα μελαγχολίας και άλλοτε χαράς.

Ο κόσμος ήδη από την πρώτη νότα έχει σηκωθεί από τις θέσεις του, κρατώντας τους αναπτήρες στα χέρια. Ζευγάρια αγκαλιασμένα λικνίζονται παρασυρόμενα στο ρυθμό και στο ρομαντισμό που εκπέμπει η μαγεία των αστεριών που λαμπιρίζουν στη νύχτα. «Μια τέτοια νύχτα μην ονειρευτής αν δεν είσαι εδώ, γιατί θα χαθώ στον βυθό της μουσικής και σε ποιον να πω για όλα αυτά που θα λεγα σε σένα».

Η Ερμιόνη δεν έχει σταματήσει ούτε λεπτό να χορεύει πάνω στα δωδεκάποντα πέδιλά της.

Ξαφνικά νοιώθει ένα χέρι να τη σκουντάει, μελαγχολεί. Θυμάται ακούγοντας τους στίχους «Θάλασσα να με πάρεις αγκαλιά μου εσύ, τη μπορώ την αλμύρα και ας είναι πληγή», ότι γυρίζοντας το κεφάλι της θ’ αντικρύσει τους παλιούς καλούς της φίλους, την Έλσα, την Κάτια και το Δήμο που γνώρισε όταν είχε πάει για να υπηρετήσει ως δασκάλα σε κείνο το μικρό νησάκι, όπως είχαν πάει και κείνα τα νέα παιδιά που τότε υπηρετούσαν ως υπάλληλοι και γίνανε μία μεγάλη παρέα. Γεγονός που βοήθησε ν’ απαλύνουν τη μοναξιά και τις δυσκολίες που βίωναν σ’ ένα τέτοιο τόπο νέοι άνθρωποι που είχαν έρθει από διαφορετικά μέρη.

Θυμάται ακόμη, ακούγοντας τους στίχους «Δε φεύγω αν δε φύγουμε μαζί» που τραγουδούσαν τα μελαγχολικά βράδια του καλοκαιριού παρέα στην ακρογιαλιά, δίνοντας την υπόσχεση πως δε θα χαθούν. Μόνο που τελικά χάθηκαν, σαν πλοία που έρχονται από διαφορετικές θάλασσες για λίγο στο ίδιο λιμάνι, μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα και μετά συνεχίζει το καθένα το δρόμο του και χάνονται.

  • Συγνώμη, κατά λάθος σας σκούντησα, ακούστηκε μία φωνή που έκανε την Ερμιόνη να προσγειωθεί στο τώρα.
  • Είσαι καλά; Τη ρώτησε η Ιόλη, βλέποντας την Ερμιόνη χαμένη στις σκέψεις της.
  • Ναι καλά είμαι, απλά κάτι θυμήθηκα, θα σου πω μετά.

Σαν παιδί της βροχής που αναζητάει τον ήλιο μέσα της, σαν μία μικρή προσευχή σε αρχαίους θεούς, σαν δέηση προς το παρελθόν νιώθει την συναυλία αυτή τη νύχτα η Ερμιόνη.

Ώρα μία το πρωί, το πάρτι συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, τα χέρια έχουν γίνει ένα με τους αναμμένους αναπτήρες, η ατμόσφαιρα μυρίζει αδρεναλίνη, ιδρώτα και μπύρα. Ο καλλιτέχνης σαν γητευτής κλείνει σιγά – σιγά το πρόγραμμά του και το θέατρο σειέται από τις λέξεις του τελευταίου τραγουδιού, γιατί μέχρι την επόμενη συναυλία θα είναι αυτή η νύχτα το καλοκαίρι τους.

  • Ήρθε η ώρα να κλείσουμε την υπέροχη αυτή βραδιά. Σηκώστε όλοι μαζί για μία τελευταία φορά τα χέρια ψηλά και ας δώσουμε ραντεβού για του χρόνου, για μία ακόμη πιο φωτεινή βραδιά.
  • ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΝΥΧΤΑ!!!
  • ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ!!!

Τα φώτα σβήνουν, οι μουσικοί μαζεύουν τα όργανά τους και ο κόσμος εκστασιασμένος φεύγει από το θέατρο, ενώ ο ουρανός έχει αρχίσει να μαζεύει τα πρώτα σύννεφα.

Η Ερμιόνη με τις φίλες της κατευθύνονται προς τα σπίτια τους. Την ώρα που ανοίγει την πόρτα της πολυκατοικίας της η Ερμιόνη νιώθει τις ψιχάλες της βροχής να αγγίζουν το πρόσωπό της. Σε λίγο η πρώτη φθινοπωρινή βροχή, σαν υδάτινο πέπλο θα σκεπάσει την πόλη.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο