Η Μεγάλη Μαμά

της Γιώτας Αγαπητού

Χειμώνας του 2017, το χιόνι έκανε για μία ακόμη φορά αισθητή την παρουσία του φτάνοντας μέχρι και την ακτή. Μια εικόνα μαγική, αλλά και συνάμα μία εικόνα αβάσταχτης θλίψης. Το μικρό νησί των Θεσσαλικών Σποράδων ξέρει καλά από χειμώνες, αλλά και από ατελείωτες στιγμές λαμπερού ήλιου.

Στο σπίτι του δεκαεξάχρονου Αχιλλέα η παγωνιά και η θλίψη έχουν γίνει μόνιμοι συγκάτοικοι της οικογένειάς. Ο Αχιλλέας το πρώτο παιδί του Μύρωνα και της Σεβαστής είναι καρπός ενός παράφορου έρωτα. Ενός έρωτα σχεδόν αρρωστημένου, ο οποίος οδήγησε σ’ ένα γάμο που από την αρχή ήταν καταδικασμένος να καταστρέψει τις ζωές όχι μόνο του ζευγαριού, αλλά και των δύο παιδιών που θα ερχόταν στον κόσμο.

Ο Μύρωνας ζούσε με τη μητέρα του τη Βάγια, μια γυναίκα αυταρχική που έμεινε μόνη της όταν ο άντρας της ο Τσαμπίκος, ναυτικός στο επάγγελμα, πνίγηκε σ’ ένα ναυάγιο το 1980, κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό. Από εκείνη τη στιγμή η Βάγια τρελάθηκε. Ο κόσμος στο νησί έλεγε πως και ο Μύρωνας είχε σχεδόν αποτρελαθεί, όπως η μητέρα του, παρόλο που το  μικρό παιδί έγινε τώρα πια ο άνδρας του σπιτιού, κάνοντας δουλειές του ποδαριού.

Η Σεβαστή από παιδί μπαινοέβγαινε στα ορφανοτροφεία και αργότερα στα ιδρύματα, γιατί ήταν παιδί αγνώστων γονέων που το είχαν παρατήσει όταν ήταν ακόμη μωρό στα σκαλιά του τοπικού ορφανοτροφείου. Έτσι μεγαλώνοντας, για να ζήσει, άλλοτε καθάριζε σπίτια και άλλοτε ζητιάνευε πουλώντας ό,τι μπορούσε να πουληθεί, ακόμη και το ίδιο της το κορμί για λίγα χρήματα. Υπήρχαν όμως και στιγμές πιο δύσκολες, όταν η Σεβαστή σωριαζόταν κάτω παρουσιάζοντας κρίσεις επιληψίας, με αποτέλεσμα για ώρες να μη θυμίζει άνθρωπο, αλλά ένα σώμα άψυχο χωρίς ζωή.

Με το Μύρωνα γνωρίστηκαν ένα χειμωνιάτικο παγωμένο πρωινό, όταν οι άνεμοι χόρευαν μπάλο με τις βάρκες. Η Σεβαστή είχε πάει να ξημερώσει σε κάποια βάρκα, κάτι που έκανε συχνά όταν δεν είχε χρήματα να νοικιάσει ένα δώμα για να μείνει. Το Μύρωνα το συνάντησε τυχαία, όταν εκείνος είχε πάει για ψάρεμα, ελπίζοντας με τα λεφτά που θα έβγαζε πουλώντας τα ψάρια του να αγοράσει τα φάρμακα της μητέρας του. Ερωτεύτηκαν από την πρώτη στιγμή, αλλά και ταυτόχρονα μισήθηκαν. Μία σχέση που δεν είχε την έγκριση της Βάγιας, γιατί εκείνη πίστευε ότι καμιά γυναίκα δεν ήταν κατάλληλη για το γιο της πέρα από την ίδια. Ο γάμος έγινε μέσα σε τρεις μήνες, μιας και ο Μύρωνας άφησε έγκυο τη Σεβαστή, παρόλο που το ζευγάρι από την αρχή μάλωνε συνέχεια.

Ο Μύρωνας χτυπούσε τη Σεβαστή, ενώ εκείνη έμπηγε τα νύχια της στο σώμα του σαν λυσσασμένη αγριόγατα. Οι καυγάδες τους συνήθως κατέληγαν στα Επείγοντα του τοπικού Κέντρου Υγείας ή ως καταγεγραμμένο συμβάν στο Μητρώο Συμβάντων της αστυνομίας. Το ζευγάρι κάποια στιγμή πήγε να ζήσει στο πατρικό σπίτι του Μύρωνα μαζί με τη μάνα του. Ένα σπίτι όπου δεν υπήρχαν πατώματα, οι τοίχοι ήταν άβαφοι και στο κέντρο της σκεπής υπήρχε μία μεγάλη τρύπα όπου ο αέρας, η βροχή και το χιόνι γινόταν αυτόπτες μάρτυρες στιγμών που ήταν βγαλμένες από κείμενα του Παπαδιαμάντη και του Ντίκενς.

Η Σεβαστή γέννησε μέσα στο σπίτι, μιας και δεν πρόλαβαν να τη μεταφέρουν στο Κέντρο Υγείας. Αχιλλέας, αυτό ήταν τ’ όνομα που έδωσε στο γιο της όταν τον πήρε αγκαλιά. Το πρόσωπό του της θύμισε το μεγάλο δραματικό ήρωα του Ομήρου. Ο Αχιλλέας ήταν πολύ ήσυχο μωρό, σπάνια έκλεγε, μεγάλωνε όμως σ’ ένα περιβάλλον πολύ δύσκολο. Ο Μύρωνας εξαιτίας των δυσκολιών της οικογένειας άρχισε να πίνει καθημερινά, με αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο βίαιος απέναντι στη γυναίκα του και στη μητέρα του. Λόγο αυτών των καταστάσεων η Βάγια για μέρες δεν έπαιρνε τα φάρμακά της. Οι ψυχώσεις της ήταν σ’ έξαρση, ενώ η Σεβαστή απειλούσε πως θα πάρει τον Αχιλλέα από το σπίτι και θα φύγει. Δυστυχώς λίγο καιρό μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, εκείνη έμεινε και πάλι έγκυος, φέρνοντας στον κόσμο τον δεύτερο γιο της, τον Ανδρέα.

Η Σεβαστή συνέχιζε καθ’ όλη την διάρκεια και των δύο κυήσεών της να ζητιανεύει. Όταν γέννησε άφηνε τα παιδιά της στην μισότρελη Βάγια και πήγαινε να βοηθήσει το Μύρωνα στο ψάρεμα. Η κοινωνία του μικρού νησιού έβλεπε τι γινόταν στην οικογένεια Κουμαριανού, αλλά σιωπούσε. Η σιωπή όμως ήτανε εκκωφαντική και πέρα ως πέρα συνενοχική. Εξάλλου το νησί ζούσε από τον τουρισμό και τέτοιες καταστάσεις δε θα ωφελούσαν τον τόπο. Τα χρόνια περνούσαν και ο Αχιλλέας με τον Αντρέα ξεπετάγονταν όπως τα μικρά αγριολούλουδα που ανθίζουν την άνοιξη λίγο πριν λιώσει και το τελευταίο χιόνι στο βουνό των Κενταύρων.

Η Σεβαστή σπάνια πήγαινε τα παιδιά της στο γιατρό, τα έντυνε με κουρέλια που μάζευε από τα σκουπίδια, τα οποία μεταποιούσε σε κάτι που τα έκανε να μοιάζουν με ρούχα. Ο Αχιλλέας είχε για στήριγμά του τον Αντρέα, που τρόμαζε κάθε φορά όταν γινόταν φασαρία στο σπίτι. Κάτι τέτοιες στιγμές  ο Αχιλλέας άρπαζε το μικρό αδερφό του και τρέχανε να βρουν παρηγοριά στη Μεγάλη Μαμά τους, όπως ονόμαζαν τη θάλασσα. Κρυμμένοι πίσω από τις βάρκες, έχοντας ένα κομμάτι ψωμί για να ξεγελάσουν την πείνα τους, μένανε κρυμμένα για ώρες. Εξάλλου κανείς δεν θα τ’ αναζητούσε. Παρ’ όλους τους τσακωμούς όμως, εκείνα ποτέ δε δέχτηκαν λεκτική ή σωματική βία από κανέναν.

Υπήρχαν ώρες που ο Μύρωνας ήταν νηφάλιος, τότε τα έβαζε με τον εαυτό του για όλα όσα περνούσαν τα παιδιά, εκείνες τις στιγμές όλου του κόσμου τα δάκρια κυλούσαν από τα μάτια του και τον έπνιγαν, όπως έπνιξε η αγριεμένη θάλασσα και τον πατέρα του πριν από χρόνια. Μία απώλεια που τον στοίχειωνε σε όλη του τη ζωή, ρίχνοντας ευθύνες στη μητέρα του που ο πατέρας του είχε πάει στα καράβια. Όταν ήταν ξεμέθυστος λυπόταν τη μάνα και τη γυναίκα του για την κατάντια τους. Θύμωνε με τον εαυτό του που δεν έκανε τίποτα για ν’ αλλάξει τη μοίρα τους. Ξάφνου όμως, λες και ήταν άλλος άνθρωπος, σηκωνόταν και πάλι για να πάει να πιει. Το αλκοόλ είχε γίνει συνοδοιπόρος στην αφόρητη δυστυχία του.

Χειμώνας του 2017. Ένας χειμώνας που δε διέφερε από τους προηγούμενους χειμώνες στο σπίτι της οικογένειας Κουμαριανού. Ο Αχιλλέας ήταν δεκαέξι χρονών και ο Αντρέας σχεδόν δεκαπέντε όταν κατάλαβαν πως  το σχολείο που λάτρευαν δεν μπορούσε να τους δώσει κάποια λύση στα προβλήματα τους. Όποτε προσπαθούσαν να ζητήσουν βοήθεια από τους δασκάλους εκείνοι ήταν παγερά αδιάφοροι. Η μόνη που μπορούσε να τους βοηθήσει ήταν η «Μεγάλη Μαμά», η Θάλασσα. Ο Αχιλλέας δεν άντεχε άλλο μέσα στο σπίτι, θα ήθελε και κείνος να ζούσε με τον αδερφό του σ’ ένα ζεστό και ήρεμο σπιτικό. Εδώ και ένα χρόνο στο μυαλό του είχε γεννηθεί η ιδέα να πάρει τον αδερφό του και να φύγουν. Πίστευε ότι έπρεπε να δοθεί ένα τέλος σε αυτή την τραγωδία και να μην έχουν την ίδια τύχη με τους γονείς τους.

Ένα παγωμένο πρωινό ένας ακόμη καυγάς ήταν σε εξέλιξη ανάμεσα στον πιωμένο Μύρωνα και τη Σεβαστή. Τότε ο Αχιλλέας άρπαξε τον Αντρέα του είπε:

– ΦΕΥΓΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.

Ο Αντρέας κοίταξε τον αδερφό του μ’ ένα βλέμμα καταφατικό. Πήγαν στη Μεγάλη Μαμά και προσευχήθηκαν στο όνομά της, ζητώντας της να τους βοηθήσει. Εκείνη την ώρα το καράβι που έκανε το τοπικό δρομολόγιο από το Βόλο στο νησί, φάνηκε στον ορίζοντα. Άρχισαν να τρέχουν και οι δύο κατευθυνόμενοι προς το λιμάνι. Σκεφτόταν πως ή τώρα θα έφευγαν ή ποτέ  από αυτό τον τόπο, δε χωρούσε αναβολή. Μπήκαν στο πλοίο με πολύ προσοχή ώστε να μη τους δει κανείς. Όταν εκείνο είχε ξεμακρύνει από το νησί  τα δύο παιδιά βγήκαν από την κρυψώνα τους, τότε ο Αντρέας έκανε να στρέψει το βλέμμα του προς τα πίσω.

– Μην κοιτάς πίσω. Το ξέρω ότι φοβάσαι, αλλά θα τα καταφέρουμε. Φώναξε ο Αχιλλέας στον αδερφό του.

Η Μεγάλη Μαμά, η θάλασσα θα τους προστάτευε. Εξάλλου αυτή τους είχε ελευθερώσει.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο