Η μάσκα των συναισθημάτων «Μια σύγχρονη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» – Μέρος ΙΙ

της Γιώτας Αγαπητού      

Η κ. Χρύσα από νωρίς το πρωί καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη προσπαθούσε να φορέσει τη μάσκα της. Όσες φορές όμως κι αν το δοκίμασε η επαφή με το δέρμα τής προκαλούσε έντονη φαγούρα και δύσπνοια. Ένιωθε να πνίγεται. Την τράβηξε απότομα και την πέταξε κάτω με δύναμη. Το πρόσωπό της αρνιόταν να κρυφτεί πίσω από ένα μικρό κομμάτι ύφασμα που αλλοίωνε τη φωνή και κάλυπτε τον κύριο εκφραστή των συναισθημάτων της. Έβαλε τα κλάματα. Ένιωθε όμως ότι έπρεπε να βρει το κουράγιο να στηρίξει τα μικρά παιδιά να φορέσουν τη μάσκα τους. Χωρίς να το καταλάβει, όλη αυτή την ώρα στεκόταν πίσω από την πόρτα ήταν ο άντρας της, ο Περίανδρος, ο οποίος παρέμενε σιωπηλός. Η Χρύσα κοίταξε το ρολόι. Είχε αργήσει. Έπρεπε να φύγει αμέσως για το σχολείο. Άρπαξε την τσάντα της, πέταξε μέσα μερικές μάσκες και αφού φόρεσε το πιο λαμπερό της χαμόγελο έφυγε τρέχοντας χωρίς καν να προλάβει να τον χαιρετήσει.

Σε λίγο το πρώτο κουδούνι θα προανήγγειλε την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Χαρούμενες παιδικές φωνές ακούγονταν μέχρι κάτω στο δρόμο. Η εικόνα που αντίκρισε όμως στο προαύλιο της προκάλεσε θλίψη, βλέποντας τα μικρά προσωπάκια όλων των μαθητών να είναι καλυμμένα με μάσκες. Προσπάθησε να μη βάλει τα κλάματα. Εξάλλου, τέτοιες ώρες οι συναισθηματισμοί περισσεύουν κι όπως είναι γνωστό θα έπρεπε όλοι οι δάσκαλοι να καλωσορίσουν τα παιδιά με τον πιο  αισιόδοξο τρόπο.

Η πρώτη μέρα στο σχολείο πέρασε γρήγορα. Οι συνάδερφοί της βλέποντάς την παρατήρησαν ότι κάτι τη στεναχωρούσε και την έκανε να φαίνεται μελαγχολική. Η Χρύσα όμως δεν είχε διάθεση να μοιραστεί τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς της με κανέναν. Ούτε καν με την οικογένειά της. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπορέσει να βρει ένα τρόπο ώστε οι μικροί μαθητές της να συνεχίσουν να εκφράζονται ακόμα και μέσα από τη μάσκα.

Την επόμενη μέρα μπαίνοντας στην τάξη αντίκρισε τους μαθητές καθισμένους στα θρανία να την περιμένουν. Τα προσωπάκια τους ήταν καλυμμένα και οι φωνές τους ακούγονταν αλλοιωμένες κι απόκοσμες, έχοντας χάσει την παιδικότητά τους. Οι πρώτες ώρες κύλισαν ευχάριστα, ρωτώντας τους γενικά για το πώς πέρασαν το καλοκαίρι, ενώ τους παρότρυνε να εκφράσουν όλα όσα ένιωθαν και βίωναν γύρω τους. Εντούτοις, οι μέρες κυλούσαν δύσκολα, γιατί προσπαθούσε να βρει τρόπους ώστε οι μάσκες να μην εμποδίζουν τα παιδιά να δείχνουν τα συναισθήματά τους. Παρόλα αυτά στεναχωριόταν και για κάτι ακόμη, που είχε να κάνει με το οικονομικό κόστος το οποίο επιβάρυνε τις οικογένειες των μαθητών, μιας και ήταν άνθρωποι του μεροκάματου. Όσο κι αν προσπάθησε το υπουργείο να δώσει λύση σε αυτό το θέμα δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Οι μάσκες που μοίρασε στα σχολεία ήταν δυσανάλογα μεγάλες για τα πρόσωπα των παιδιών. Σίγουρα κάποια λύση θα υπήρχε σκεφτόταν, που όμως προς το παρόν δεν μπορούσε να βρει. Στο σπίτι συζήτησε το θέμα με τον άντρα και τα παιδιά της, αλλά κι αυτοί δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Είχε απογοητευτεί, μα όσο κι αν δεν της άρεσε η εικόνα των μασκοφορεμένων παιδιών μέσα στην τάξη θα έπρεπε να το αποδεχτεί.

Είχαν περάσει ήδη δύο μήνες από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Οι φωνές των παιδιών συνέχιζαν να χάνονται πίσω από το μικρό κομμάτι ύφασμα που κάλυπτε τα προσωπάκια τους, στερώντας τους το δικαίωμα να εκφράζουν τα βαθύτερα συναισθήματά τους. Μία μέρα η Χρύσα τα έβαλε να ζωγραφίσουν όλα αυτά που συνέβαιναν στην οικογένειά τους, αλλά και γύρω τους. Πολλά παιδιά μέσα από σχήματα, γραμμές και την ανάμιξη των χρωμάτων εξέφρασαν άγχος, φόβο και θλίψη. Ελάχιστα από αυτά ζωγράφισαν τη χαρά και την ελπίδα. Άλλωστε οι γονείς πολλών μαθητών ήταν άνεργοι ή χαμηλόμισθοι εργάτες και υπάλληλοι, που με δυσκολία τα έφερναν βόλτα. Παρόλα αυτά, βλέποντας όλες αυτές τις ζωγραφιές εντύπωση της έκανε εκείνη που έδειχνε πάνω σ’ ένα λευκό κομμάτι χαρτί ένα μεγάλο χαμόγελο λαμπερό σαν τον ήλιο. Επιτέλους, τη λύση στο πρόβλημά της την είχαν δώσει χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι οι μαθητές της. Ένιωσε ανακούφιση. Πηγαίνοντας στο σπίτι πήρε μία μάσκα και με κόκκινους μαρκαδόρους ζωγράφισε στο κέντρο της ένα μεγάλο χαμόγελο, δείχνοντάς την ικανοποιημένη στον Περίανδρο. Κατόπιν, του εξήγησε το σχέδιο της και του ζήτησε να τη βοηθήσει. Έτσι, λοιπόν, αφού αγόρασε ένα κουτί με μάσκες από το φαρμακείο της φίλης της, της Έλσας, ήταν η ώρα πια να υλοποιήσει το σχέδιό της. Όλο το σαββατοκύριακο εκείνη κι ο άντρας της αποτύπωναν επάνω σε αυτά τα μικρά κομμάτια από ύφασμα κάθε λογιών πιθανές εκφράσεις και γκριμάτσες που έκαναν τα παιδιά με τα πρόσωπά τους. Επιτέλους, μετά από καιρό ένιωθε χαρούμενη. Τη Δευτέρα το πρωί, κρατώντας δύο τσάντες στα χέρια της, πήγε στο σχολείο. Στους συναδέρφους της δεν είπε τίποτα. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν η αντίδραση των μικρών μαθητών.

Οχτώ και τέταρτο και το κουδούνι που χτύπησε καλούσε δασκάλους και μαθητές να πάνε στις τάξεις τους. Η Χρύσα ενθουσιασμένη κατευθύνθηκε προς την αίθουσα. Αφού καλημέρισε τα παιδιά τούς είπε ότι είχε ετοιμάσει μία έκπληξη. Εκείνα την κοίταξαν με απορία κι άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους. Τότε αυτή έβγαλε από την τσάντα της τα  σακουλάκια με τις μάσκες που πάνω τους είχαν γραμμένο τ’ όνομα του κάθε μαθητή. Όταν τα μοίρασε τούς ζήτησε να τ’ ανοίξουν. Κάθε δεματάκι περιείχε μέσα μια σειρά από μάσκες όπου πάνω τους ήταν ζωγραφισμένα ο θυμός, η λύπη, η βαρεμάρα, η χαρά, αλλά και τόσα άλλα συναισθήματα που τώρα ήταν ελεύθερα να εκφράσουν μ’  ένα διαφορετικό τρόπο. Με απλά λόγια τους εξήγησε ότι αν ήθελαν μπορούσαν να τις χρησιμοποιούν όποτε ένιωθαν την ανάγκη να εξωτερικεύσουν αυτό που αισθάνονταν. Τα παιδιά ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Στην αρχή το είδαν σαν παιχνίδι. Δοκιμάζοντάς τες διασκέδαζαν βάζοντας τα γέλια για το πώς έδειχναν. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν ότι φορώντας τες θα μπορούσαν να εκφραστούν δημόσια για πράγματα που αισθάνονταν. Τώρα πια το μόνο που την προβλημάτιζε ήταν η αποδοχή από την πλευρά των γονέων, αλλά και της διεύθυνσης του σχολείου. Ένιωθε όμως αρκετά δυνατή κι έτοιμη να τους αντιμετωπίσει. Για κείνη σημασία είχε πάνω απ’ όλα αυτούς τους δύσκολους καιρούς, έστω και με αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά να συνεχίσουν να εκφράζονται και να μην καταπιέζουν τα συναισθήματά τους. Τα νέα δεν άργησαν γρήγορα να μαθευτούν. Οι γονείς στην αρχή απόρησαν, αλλά στη συνέχεια την ευχαρίστησαν γι’ αυτή της την πρωτοβουλία. Ο διευθυντής του σχολείου όμως είχε αντίθετη άποψη όταν την κάλεσε στο γραφείο του για να την επιπλήξει. Παρόλα αυτά η Χρύσα ήταν ανένδοτη. Η προστασία των παιδιών έπρεπε να συμβαδίζει με την παιδικότητα και τον αυθορμητισμό τους. Στα επιχειρήματά της ο διευθυντής έκανε πίσω, εξηγώντας της όμως με ξύλινη γλώσσα ότι δε συμφωνούσε μαζί της. Ωστόσο, αποφάσισε να της επιτρέψει να υλοποιήσει το σχέδιό της. Άλλωστε δεν ήταν κάτι που θα έθετε σε κίνδυνο τους μαθητές. Βγαίνοντας από το γραφείο η δασκάλα ένιωσε νικήτρια. Τώρα το μόνο που εκκρεμούσε ήταν το οικονομικό κομμάτι για την αγορά τόσων μασκών, που για κανένα λόγο δε θα έπρεπε να το επιβαρυνθούν οι οικογένειες των παιδιών, μιας και μάσκες αυτές ήταν μίας χρήσης.

Κόντευαν Χριστούγεννα. Σε λίγες μέρες τα σχολεία θα έκλειναν για τις γιορτές. Η δασκάλα επισκέφτηκε για μία ακόμη φορά το φαρμακείο της φίλης της. Φαινόταν σκεφτική κι αγχωμένη. Η Έλσα βλέποντάς την της είπε ότι είχε σκαρφιστεί κάτι το προηγούμενο βράδυ σχετικά με το θέμα που την απασχολούσε. Η λύση για κείνη ήταν απλή. Θα μπορούσαν αν ήθελε να ζητήσουν από τα μέλη των ΚΑΠΗ να «υιοθετήσουν» από ένα μαθητή και αγοράζοντας τις μάσκες τους να τις ζωγραφίζουν. Η Χρύσα για λίγο δίστασε. Δεν είχε όμως άλλη επιλογή κι έτσι συμφώνησε με την ιδέα της Έλσας. Την άλλη μέρα το πρωί οι δύο φίλες επισκέφτηκαν τα ΚΑΠΗ και μίλησαν με τη διευθύντρια, η οποία ενθουσιάστηκε αμέσως με την ιδέα τους. Οι ηλικιωμένοι όταν τους το ανακοίνωσαν χάρηκαν που μ’ έναν ακόμα τρόπο θα μπορούσαν να στηρίξουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους στους δύσκολους αυτούς καιρούς.

Την τελευταία μέρα που έκλειναν τα σχολεία τούς μαθητές της τετάρτης δημοτικού τούς περίμενε μία ακόμα ευχάριστη έκπληξη. Τούς επισκέφτηκαν τα μέλη του ΚΑΠΗ της περιοχής, μοιράζοντάς τους συμβολικά δώρα, αλλά και τις μάσκες που είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι. Η Χρύσα τώρα πια ένιωθε πληρότητα που κατάφερε να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό της. Τα μάτια της πλημμύρισαν από δάκρυα χαράς. Επιτέλους τα παιδιά ακόμα και με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς, θα συνέχιζαν να εκφράζονται όπως και πριν.

Υ.Γ. Αυτή, λοιπόν, αγαπητέ κύριε Κάρολε Ντίκενς είναι η δική μου εκδοχή μιας σύγχρονης Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας. Δυστυχώς, όπως διαβάσατε, στον κόσμο μας, παρά τα τόσα χρόνια που μας χωρίζουν, κάποια πράγματα συνεχίζουν να υφίστανται όπως παλιά. Αυτά είναι η φτώχια, η ανέχεια, η απελπισία, η ελπίδα η ανθρωπιά και τόσα άλλα. Είναι όμως τώρα η στιγμή να σας αφήσω να συνεχίσετε τον αιώνιο ύπνο σας. Ίσως κάποτε σας γράψω και πάλι για να σας αφηγηθώ στιγμές της εποχής μου, όπως τις βιώνω  μέσα από τη δική μου ύπαρξη. Την ύπαρξη μιας γυναίκας που ζει, αναπνέει κι αγωνίζεται σε μία εποχή όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να ξαναανακαλύψει τη χαμένη του ταυτότητα. Καλό σας βράδυ λοιπόν κύριε Ντίκενς.

Με εκτίμηση μία σκεπτόμενη και ονειροπόλος αναγνώστριά σας.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο