Η μάσκα των συναισθημάτων: «Μια σύγχρονη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» – Μέρος Ι

της Γιώτας Αγαπητού

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Καλησπέρα αγαπητέ κύριε Ντίκενς. Πήρα το θάρρος να σας γράψω αυτό το γράμμα μετά από πολύ σκέψη. Συγνώμη που σπάω την αιώνια  σιωπή σας. Είμαι και γω μία από τους εκατομμύρια αναγνώστες που έχουν μεγαλώσει με τις ιστορίες σας. Άλλωστε, τα βιβλία σας εδώ και χρόνια βρίσκονται σε περίοπτη θέση, κοσμώντας την κατά τ’ άλλα λιτή βιβλιοθήκη μου. Σε λίγες μέρες κοντεύουν Χριστούγεννα και θυμάμαι πως από τότε που ήμουν παιδί μού άρεσε να ζω μαζί με τους ήρωές σας τις περιπέτειές τους, ιδιαίτερα τούτες τις άγιες μέρες. Ακόμα και τώρα που έχω πια μεγαλώσει με γοητεύει ο τρόπος με τον οποίο περιγράφετε με τόση γλαφυρότητα τη βικτοριανή εποχή. Η ζωή στο Λονδίνο του 19ου αιώνα φαντάζει μέσα από τα κείμενά σας συγκλονιστική, σκληρή, αλλά και μυστηριώδης. Μια τέτοια  εποχή, στην οποία κυριαρχούν τόσο έντονα οι κοινωνικές αντιθέσεις ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, δεν μπορεί παρά ασυναίσθητα να οδηγήσει τον αναγνώστη του 21ου αιώνα στη σύγκρισή της με τη δική του.

Αγαπητέ κύριε Ντίκενς επιτρέψτε μου να συνεχίσω να σας μιλάω στον πληθυντικό,  γιατί ο σεβασμός που τρέφω στο πρόσωπό σας, αλλά και στο σπουδαίο έργο σας, είναι μεγάλος. Δυστυχώς στα χρόνια που ακολούθησαν, όσο κι αν οι άνθρωποι ήλπιζαν σ’ ένα καλύτερο και ουσιαστικότερο μέλλον, αυτό δεν ήρθε ποτέ. Η επιστήμη, όπως και η τεχνολογία, προχώρησαν με μεγάλα άλματα. Ωστόσο, οι απλοί άνθρωποι συνεχίζουν ακόμα και τώρα να παλεύουν και ν’ αγωνίζονται για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Το τέλος του 19ου, όπως και ολόκληρος ο 20ος αιώνας, σημαδεύτηκαν από μακροχρόνιους αιματηρούς αγώνες, οι οποίοι δόθηκαν για την κατάκτηση των εργατικών, ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Συγκρίνοντας ένας ψύχραιμος μελετητής της ιστορίας τη βικτοριανή εποχή που περιγράφετε στα έργα σας, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δε διαφέρει και πάρα πολύ από τη δική του, σε ότι αφορά τουλάχιστον τα παραπάνω. Δυστυχώς, όπως καταλαβαίνετε, εκεί που υπάρχουν δικαιώματα δεν υπάρχουν ελευθερίες, μιας κι έχουν αντικατασταθεί από δεσμεύσεις και υποχρεωτικότητες.

Λογικό είναι ν’ αναρωτιέστε γιατί τα γράφω όλα αυτά; Σκοπός μου δεν είναι να σας εξιστορήσω με ακρίβεια κάποια σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν μετά από σας. Εξάλλου, εγώ δεν είμαι ιστορικός. Απλά πήρα το θάρρος να επικοινωνήσω μαζί σας για να σας διηγηθώ τη δική μου χριστουγεννιάτικη ιστορία. Ένα παραμύθι που διαδραματίζεται στο σήμερα. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που έμαθαν να παλεύουν με τις δυσκολίες της καθημερινότητας σαν να είναι και δικοί σας ήρωες. Ελπίζω να μη με θεωρείτε αγενή. Άλλωστε, όπως και σεις, μου αρέσει ν’ αποτυπώνω τις σκέψεις μου μ’ ένα στυλό διαρκείας πάνω σ’ ένα κομμάτι λευκό χαρτί. Στη σύγχρονη εποχή ο τρόπος αυτός φαίνεται παλιομοδίτικος κι έχει πια ξεφτίσει. Οι άνθρωποι τώρα χρησιμοποιούν το πληκτρολόγιο και τη φωνητική εγγραφή επάνω σε ηλεκτρονικές οθόνες, αλλά εγώ ακόμα επιμένω, ως ένας ρομαντικός καταγραφέας σκέψεων και ιστοριών, να γεμίζω με λέξεις, δίπλα σε σβησίματα και μουντζούρες, λευκές κόλλες. Έφτασε όμως επιτέλους η στιγμή, μετά από ένα τόσο μακροσκελή πρόλογο, να σας αφηγηθώ τη δική μου σύγχρονη χριστουγεννιάτικη ιστορία με τίτλο «Η μάσκα των συναισθημάτων».

Αθήνα Σεπτέμβριος 2020

Εδώ και μερικούς μήνες η ανθρωπότητα συνταράσσεται από μία πανδημία που θα την ταλαιπωρήσει και θα τη φέρει αντιμέτωπη με την πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Σε λίγες μέρες θα ηχήσει και πάλι το πρώτο κουδούνι στα σχολεία. Αν όλα πάνε καλά για την Χρύσα θα είναι η τελευταία χρονιά που θα διδάξει στους μικρούς μαθητές του δημοτικού. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, μα ποτέ της δεν έφυγε από κει. Ως κοιτίδα της δημοκρατίας και του πολιτισμού, ήταν για κείνη η υπέρτατη πόλη. Αν και με το πέρασμα των αιώνων είχε χάσει πια τη σπουδαία της αίγλη. Παρόλα αυτά η Χρύσα δε σκόπευε να φύγει μακριά της τώρα που θα έβγαινε στη σύνταξη. Εξάλλου, εδώ ήταν χαραγμένες όλες οι αναμνήσεις της ζωής της, τις οποίες είχε δημιουργήσει με την οικογένεια και τους φίλους της. Εντούτοις, ενώ ετοιμάζονταν ν’ ανοίξουν τα σχολεία ο κόσμος ένιωθε φοβισμένος, εξαιτίας των όσων ακούγονταν γύρω από την πανδημία και τη μετάδοσή της. Έτσι, λοιπόν, το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε εντολή ώστε οι μαθητές να πηγαίνουν στο σχολείο φορώντας μάσκες προστασίας, οι οποίες θα κάλυπταν το μισό πρόσωπό τους. Η Χρύσα στο άκουσμα αυτής της είδησης στεναχωρήθηκε πολύ. Σκεφτόταν πώς είναι δυνατόν να θέλουν να φιμώσουν το κέντρο έκφρασης των συναισθημάτων του ανθρώπου. Αυτό ήταν κάτι αδιανόητο για κείνη. Δίπλα στα παιδιά ήταν σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια και μέσα από την εμπειρία της γνώριζε ότι πρέπει να είναι ελεύθερα ώστε να εκφράζουν με το σώμα τους το κάθε τους συναίσθημα, θεωρώντας ότι μόνο έτσι θα μπορέσουν αργότερα, ως ενήλικες, να γίνουν δημιουργικοί και σκεπτόμενοι πολίτες. Θύμωνε που με αυτόν τον τρόπο θυσίαζαν την ψυχική υγεία των παιδιών από μία πιθανή προστασία εκείνων και των δικών τους από έναν ακόμα ιό. Η εντολή όμως έπρεπε να εφαρμοστεί και η Χρύσα δεν μπορούσε να το αποτρέψει. Γι’ αυτό κι αισθάνονταν την ανάγκη να επιστρατεύσει τη φαντασία και τη δημιουργικότητα της για μία ακόμα φορά ώστε να βοηθήσει τους μικρούς μαθητές της να συνεχίσουν να φανερώνουν τα συναισθήματά τους. Άλλωστε, αυτό έκανε τα τελευταία είκοσι χρόνια στο συγκεκριμένο  σχολείο, το οποίο βρισκόταν σε μία αρκετά υποβαθμισμένη περιοχή. Οι κάτοικοι της εκεί ήταν άνθρωποι του μόχθου. Έτσι, θεωρούσε πως όφειλε να κάνει τα πάντα ώστε να μπορέσουν αυτά τα παιδιά, που δεν είχαν άλλες διεξόδους κι επιλογές, να συνεχίσουν να ονειρεύονται, αλλά και να εκφράζουν όλα όσα γέμιζαν την ψυχή τους…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο