room-to-grow-bnner

Η ιστορία του Στρατή με τη Φλόκη

της Γιώτας Αγαπητού

Πρωινό Σαββάτου, ώρα 09:30 π.μ. Ο Στρατής ετοιμάζεται για την καθιερωμένη του βόλτα στη λαϊκή και μετά για καφεδάκι με τον Απόστολο, που είναι αχώριστοι φίλοι εδώ και τριανταπέντε χρόνια. Αν και Φλεβάρης ο καιρός είναι σχετικά ζεστός για την εποχή. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ντυθεί λίγο πιο ελαφριά από τις άλλες χειμωνιάτικες μέρες χωρίς ν’ ακούσει τη γλυκιά και γεμάτη έγνοια γκρίνια της κυρά Μερόπης.  Με τη Μερόπη είναι μαζί από τα δεκαέξι τους χρόνια. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, στην Καισαριανή. Γαλουχήθηκαν από τη φτώχια και τις δυσκολίες της προσφυγιάς. Οι οικογένειες τους ήρθαν από τη Μικρά Ασία το είκοσι δύο προσπαθώντας να ορθοποδήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν.

Ο πατέρας του Στρατή από καημό δικό του που δε μπόρεσε να σπουδάσει έσπρωξε το γιο του στα γράμματα και τον έκανε δάσκαλο. Δίδασκε  στα σχολειά των φτωχογειτονιών του Πειραιά: στη Νίκαια, στο Πέραμα, στην Κοκκινιά και στην Καισαριανή. Δασκάλα και η Μερόπη, είχε εξομολογηθεί πολλές φορές στους δικούς της πως στα εξήντα χρόνια της κοινής τους πορείας, πολλές φορές θα ήθελε να είχανε φύγει μακριά από τις φτωχογειτονιές που γεννήθηκαν για να δουλέψουν και να ζήσουν στις αριστοκρατικές συνοικίες της Αθήνας. Ο Στρατής όμως ούτε που ήθελε ν’ ακούσει κάτι τέτοιο.

Απέκτησαν δύο κόρες, την Ευτέρπη και τη Μυρσίνη, που είχανε πάρει περισσότερα στοιχεία από το χαρακτήρα της μητέρας τους, η οποία φρόντισε να τις παντρέψει πλουσιοπάροχα. Έτσι τ’ όνειρο της Μερόπης έγινε πραγματικότητα, μιας οι κόρες της η μία παντρεμένη με πολιτικό μηχανικό και η άλλη με δικηγόρο εγκαταστάθηκαν στο Κολωνάκι και την Κηφισιά αντίστοιχα.

Η Μερόπη με το Στρατή δεν έφυγαν ποτέ από το πατρικό του πατέρα της που το είχαν πάρει ως προίκα. Το ζευγάρι μέσα στην πορεία των χρόνων είχε κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό όλου του Πειραιά. Η ευγένεια, η απλότητα και η μεγαλοψυχία του Στρατή τον είχαν κάνει ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο. Στο πρώτο δημοτικό σχολείο της Καισαριανής όπου είχε διατελέσει διευθυντής χαράχθηκε στις καρδιές όλων η αγάπη με την οποία είχε αγκαλιάσει παιδιά που προέρχονταν από οικογένειες του μεροκάματου. Σε αντίθεση με τη Μερόπη που οι κακές γλώσσες έλεγαν πως δεν ήταν και το τέλειο υπόδειγμα εκπαιδευτικού.

Εδώ και έντεκα χρόνια ο Στρατής διήγε βίον συνταξιούχου διευθυντού πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μοιράζοντας έτσι το χρόνο του ανάμεσα στα πολλά βιβλία, τα λατρεμένα του εγγόνια, τις συζητήσεις με τον αγαπημένο του φίλο Απόστολο και τις αμέτρητες ώρες συντροφικότητας με τη Μερόπη του. Ο Απόστολος, που ήταν και κείνος εκπαιδευτικός, ήταν ο συνοδοιπόρος του  στους αγώνες που έδιναν για μία καλύτερη παιδεία σε μία Ελλάδα που ζούσε εποχές σκοτεινές, με πολιτικούς σε θέματα παιδείας κατά βάσιν απαίδευτους και  αριβίστες.

Εκείνο το σχεδόν ανοιξιάτικο πρωινό του Φλεβάρη ο Στρατής ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού του, στην οδό Σμύρνης 172, αντίκρισε ένα μικρό σκυλάκι βρόμικο και γεμάτο αίματα να κλαίει. Φαινόταν φοβισμένο και νηστικό. Αυτός στάθηκε απέναντι του και κατόπιν με ήρεμες και αργές κινήσεις κοίταξε αν φορούσε κολάρο. Δυστυχώς όμως όχι. Έτσι λοιπόν, χωρίς να το σκεφτεί πήρε αγκαλιά το σκυλάκι και έτρεξε στο κτηνιατρείο της περιοχής. Το ζώο ήταν τραυματισμένο και υποσιτισμένο, γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να μείνει κάποιες μέρες υπό τη φροντίδα του κτηνιάτρου μέχρι ν’ αναρρώσει και μετά ποιος ξέρει αν ήταν τυχερό θα δινόταν για υιοθεσία.

Αφού ο Στρατής συμφώνησε ότι θα καλύψει όλα τα έξοδα νοσηλείας του μικρού ζώου, έφυγε από το κτηνιατρείο για να συνεχίσει τη σαββατιάτικη ρουτίνα του. Για το περιστατικό δε μίλησε στο φίλο του Απόστολο, στον οποίο έλεγε σχεδόν τα πάντα, αλλά ούτε και στη Μερόπη. Στον μόνο που μίλησε ήταν στον αγαπημένο και συνονόματο εγγονό του, το Στρατή. Του τηλεφώνησε στο Λονδίνο, όπου εκεί σπούδαζε ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Ο Στρατής έβλεπε στον εγγονό του τον γιο που ονειρεύονταν ν’ αποκτήσει. Παππούς και εγγονός είχαν ένα ιδιαίτερο δέσιμο.

  • Παππού γιατί δεν το υιοθετείς εσύ το σκυλάκι, πάντα έλεγες ότι ήθελες ν’ αποκτήσεις ένα αδέσποτο.
  • Ναι… μα… η γιαγιά σου θα ζηλέψει. Ξέρεις… το σκυλάκι είναι θηλυκό και η γιαγιά σου θα νιώσει ότι την παραμελώ για χάρη ενός άλλου θηλυκού… χαχαα…

Τα γέλια πήραν και έδωσαν από τις δύο άκρες του τηλεφώνου.

  • Έλα βρε παππού η γιαγιά στην αρχή μπορεί να γκρινιάξει, αλλά μετά θα δεις, θα το αγαπήσει το σκυλάκι.
  • Σε παρακαλώ μην πεις τίποτε ακόμη σε κανέναν μέχρι να το πω εγώ. Σε κανέναν κατάλαβες;
  • Μείνε ήσυχος παππού.

Από κείνη τη μέρα ο Στρατής βρισκόταν καθημερινά στο κτηνιατρείο.

Ο κτηνίατρος του είπε πως ήταν ράτσας «ελληνικό Κοκόνι». Ο Στρατής  ονόμασε τη μικρή σκυλίτσα Φλόκη. Η σκυλίτσα ήταν κοντή με μακρύ λευκό τρίχωμα, ενώ στην πλάτη της είχε δύο τεράστιες καφέ κηλίδες. Τα μάτια της μεγάλα, υγρά και θλιμμένα. Ανάμεσα στο Στρατή και τη Φλόκη δεν άργησε να δημιουργηθεί μία όμορφη σχέση. Μία σχέση που έκανε τη Φλόκη να  περιμένει με ανυπομονησία καθημερινά ν’ ακούσει τα βήματα του αγαπημένου της Στρατή έξω από την πόρτα του κτηνιατρείου. Έτσι λοιπόν, η Φλόκη πολύ απλά μπήκε στη ζωή του Στρατή.

Η Μερόπη όταν είδε για πρώτη φορά το σκυλάκι για αρκετές μέρες έφερνε συνεχώς αντιρρήσεις, στη συνέχεια όμως έκανε τάχα πως την αποδέχτηκε. Οι δύο γυναίκες ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά. Ο Στρατής ένοιωθε όμως ευτυχισμένος, είχε γίνει ένα με τη Φλόκη. Κοιμόταν και ξυπνούσαν μαζί. Έτρωγε μόνο από τα χέρια του Στρατή. Βγαίνανε βόλτα περπατώντας πλάι πλάι, καμαρώνοντας και οι δύο τους. Είχαν γίνει ο ένας κομμάτι του άλλου. Η Μερόπη είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δε θέλει πολλά πάρε δώσε με τη μικρή αδέσποτη σκυλίτσα, αλλά και ούτε η σκυλίτσα συμπαθούσε ιδιαίτερα τη Μερόπη. Οι δύο γυναίκες είχαν αποφασίσει πως ήταν αντίζηλες διεκδικώντας  τον ίδιο άντρα. Ο Στρατής γνώρισε λίγο αργότερα τη μικρή προστατευόμενη του στις δυο του κόρες, οι οποίες όμως κράτησαν την ίδια ψυχρή και αντιπαθητική στάση απέναντι στη μικρή αγαπημένη του.

Ένα παγωμένο πρωινό του Νοέμβρη, καθώς ο Στρατής είχε ξαγρυπνήσει στο προσκεφάλι του φίλου του Απόστολου στο νοσοκομείο, γυρίζοντας στο σπίτι δεν βρήκε τη Φλόκη να τον περιμένει. Η Μερόπη έδειχνε ξαφνιασμένη, μα και ψύχραιμη. Εκείνος ανησύχησε καθώς η γυναίκα του δεν τον βοηθούσε με όσα του έλεγε. Άρχισε να ψάχνει παντού, πηγαίνοντας ακόμα και στην αστυνομία, δίνοντας αμοιβή σε όποιον θα την έβρισκε. Οι μέρες περνούσαν εφιαλτικά. Ένα πρωινό ξύπνησε από το γνωστό γρύλισμα και πετάχτηκε από το κρεβάτι, ήταν η Φλόκη κουρασμένη, βρώμικη και πεινασμένη. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ο Στρατής φευγαλέα πρόσεξε πως η Μερόπη σάστισε όταν είδε το σκυλί, σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

– Μπα ιδέα μου θα είναι, σκέφτηκε και δεν έδωσε σημασία.

Οι μέρες περνούσαν και η γυναίκα του χανόταν στις σκέψεις της, όμως εκείνος ήταν τόσο ευτυχισμένος και απορροφημένος που δε μπορούσε ν’ αντιληφθεί τι σκεφτόταν εκείνη.

Φλεβάρης, πέρασε ένας χρόνος που η Φλόκη είχε μπει στη ζωή του Στρατή. Ο ηλικιωμένος άντρας ξύπνησε με ένα περίεργο συναίσθημα και κατευθύνθηκε σχεδόν μηχανικά στην κουζίνα. Η Μερόπη και η Φλόκη δεν ήταν εκεί. Όταν μετά από δύο ώρες γύρισε η γυναίκα του στο σπίτι είχε ένα ύφος ενοχικά αθώο που τον έβαλε σε σκέψεις. Ρωτώντας την αν ξέρει που ήταν η σκυλίτσα, εκείνη δίχως να τον κοιτάξει στα μάτια του απάντησε πως δεν γνώριζε. Μία απάντηση που έκανε το Στρατή να βγει στο μπαλκόνι και να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή του. Η υπόλοιπη μέρα κύλισε γεμάτη ψυχρότητα ανάμεσα στο ζευγάρι.

Το επόμενο πρωινό ο Στρατής δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον εγγονό του στο Λονδίνο. Τον ρώτησε αν ήταν δίπλα του η γιαγιά, γιατί είχε κάτι σημαντικό να του πει που δε θα ήθελε να το ακούσει εκείνη. Στην αρχή του είπε πως η γιαγιά τον υπεραγαπούσε. Ζήλευε όμως τη σχέση που είχε αναπτύξει με την αδέσποτη σκυλίτσα και τις πολλές ώρες που περνούσαν μαζί. Έτσι, λοιπόν, ζήτησε βοήθεια από τις δυο της κόρες. Στην αρχή πήρανε  τη Φλόκη αφήνοντάς την στο κέντρο του Πειραιά με σκοπό να χαθεί, μόνο που εκείνη βρήκε τον τρόπο και γύρισε πίσω. Ενώ τη δεύτερη, όταν η μητέρα  του, η Ευτέρπη, του εξομολογήθηκε πως η γιαγιά του ήθελε να ξεφορτωθεί την τετράποδη μικρή αντίζηλό της με οποιονδήποτε τρόπο, εκείνος, όσο και αν  προσπάθησε ν’ αποτρέψει τα σχέδια τους, του στάθηκε αδύνατον. Έτσι ζήτησε να πάρει ο ίδιος τη Φλόκη στο Λονδίνο και η γιαγιά του το δέχτηκε.

Ο Στρατής άκουσε από την άκρη του τηλεφώνου το αγαπημένο και οικείο γρύλισμα της Φλόκη και δακρύζοντας υποσχέθηκε στον εγγονό του ότι δε θα πει στη γυναίκα του και τις δύο του κόρες ότι γνώριζε την αλήθεια όσο και αν αυτό τον πονούσε. Το μόνο που απάλυνε τον πόνο του Στρατή ήταν ότι η Φλόκη, η λατρεμένη του σκυλίτσα, βρισκόταν στα χέρια του πιο αγαπημένου του ανθρώπου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο