Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 9ο

της Γιώτας Αγαπητού 

Η Χαρίκλεια έκλεισε για λίγο τα μάτια της από την κούραση κι αποκοιμήθηκε, ελπίζοντας να ‘ρθει στ’ όνειρό της η Βασιλεία για να της δώσει κουράγιο. Όταν πια είχε ξυπνήσει ο ήλιος ήταν κρυμμένος πίσω από το βουνό. Δίπλα της το άλογο έβοσκε ανέμελα το λιγοστό χορτάρι και φαινόταν να είχε ανακτήσει τις δυνάμεις του για να ξεκινήσουν και πάλι το ταξίδι τους. Εκείνη ένιωθε ήρεμη και γαλήνια που είχε για συνταξιδιώτη της το σκοτάδι. Όταν κόντευε να φτάσει στο χωριό η διαδρομή της φάνηκε πιο σύντομη απ’ ότι είχε υπολογίσει. Σήκωσε για λίγο το κεφάλι της κι από τη θέση του φεγγαριού πάνω στον ουρανό κατάλαβε ότι μάλλον ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τα πρώτα σπίτια του χωριού είχαν αρχίσει σιγά σιγά ν’ αχνοφαίνονται από το φως των αστεριών που έπεφτε πάνω τους. Για λίγο σταμάτησε και προσευχήθηκε στην αρχέγονη Θεά, τη Σελήνη, έτσι όπως της είχε διδάξει η Μυρσίνη όταν ήταν ακόμα παιδί. Επιτέλους, λίγα μέτρα τη χώριζαν από το σπίτι της. Η σιωπή ήταν διάχυτη στο χώρο, κάνοντας τον ήχο από τις οπλές του αλόγου ν’ ακούγονται δυνατά. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα ένιωσε ανακούφιση που τελικά επέστρεψε πίσω.

Μπαίνοντας μέσα περπάτησε πάνω στις μύτες των ποδιών για να μην ξυπνήσει τον άντρα της. Δεν ήθελε να τον ανησυχήσει. Άλλωστε σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε και το πρωί που κατέφθανε θα ήταν δύσκολο. Η κούρασή της ήταν τόσο μεγάλη που αποκοιμήθηκε αμέσως στο μικρό ντιβάνι της κουζίνας. Τα χαράματα οι εκκωφαντικές φωνές από τα κοκόρια την ξύπνησαν, όπως είχαν ξυπνήσει και τον Ηλία της, που σάστισε βλέποντας την μπροστά του. Η Χαρίκλεια αντικρίζοντας τον ένιωσε χαρά, αλλά και άγχος για όσα θα έπρεπε να του εξομολογηθεί για την κόρη τους. Όλα αυτά όμως προς το παρόν μπορούσαν να περιμένουν, γιατί τώρα μετά από τόσο καιρό θα πίνανε μαζί το πρώτο καφεδάκι της ημέρας. Ωστόσο, ο Ηλίας από την πρώτη στιγμή παρατήρησε ότι κάτι τη βασάνιζε, καθώς φαινόταν νευρική κι αφηρημένη. Η εμπιστοσύνη όμως που της είχε τον έκανε να πιστεύει πως όταν θα ήταν έτοιμη θα του εξομολογούνταν το πρόβλημά της. Καθισμένοι δίπλα δίπλα στο βαρύ ξύλινο τραπέζι της κουζίνας δεν αντάλλαζαν κουβέντα.  Εκείνη  απλώς του άγγιζε τρυφερά το πρόσωπο και τα χέρια, ενώ  τα δάκρυά της έμοιαζαν σαν σταγόνες βροχής που έπεφταν πάνω στη γη. Παρόλα αυτά ένιωθε ότι όσο κι αν ο χρόνος την πίεζε ήταν η ώρα να του μιλήσει. Ήπιε μια γουλιά καφέ, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. Του ζήτησε όμως να μην τη διακόψει. Ο Ηλίας την κοίταξε με αγάπη, αλλά και ανησυχία. Αυτός ο άνθρωπος ήταν τα πάντα για κείνον. Σιωπηλός περίμενε ν’ ακούσει όσα είχε να του πει.

Με το βλέμμα καρφωμένο στο μισοάδειο φλιτζάνι ξεκίνησε την ιστορία από την αρχή. Του διηγήθηκε με όσες λεπτομέρειες γνώριζε για το βιασμό και τη δολοφονία του Τούρκου από τα χέρια της κόρης τους εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα, αλλά και την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη του παιδιού τους από τον βιαστή της. Τα γεγονότα αυτά την εξανάγκασαν να ζητήσει βοήθεια από την εξαδέρφη της, όπως την αποκαλούσε, την Ευθαλία, μιας και σε κείνη μπορούσε μόνο να εμπιστευτεί την Γεωργία τους. Στην ιστορία αυτή δεν ήθελε να εμπλέξει τους γιους τους, καθώς εκείνοι είχαν πια φτιάξει τις δικές τους οικογένειες και ζούσαν στην Ήπειρο. Οι στιγμές που του περιέγραφε τη θλιβερή ιστορία της κόρης τους της φάνηκαν αιώνες. Πάλευε μέσα της για να μη ξεσπάσει σε αναφιλητά. Κάθε φορά όμως που σήκωνε το βλέμμα προς τον Ηλία αισθανόταν ντροπή. Εκείνος την άκουγε ήρεμος. Για να της δώσει κουράγιο της άγγιζε απαλά τα χέρια που έτρεμαν από το κρύο και την έντονη νευρικότητα. Την έβλεπε να βγάζει θυμό. Ένα θυμό που στρεφόταν προς τον ίδιο της τον εαυτό, γιατί δεν είχε φροντίσει να προστατεύσει το παιδί τους. Όλοι γνώριζαν ότι κατά καιρούς οι Τούρκοι είχαν βιάσει πολλές γυναίκες στην περιοχή. Επιτέλους μετά από λίγη ώρα τελειώνοντας τη διήγησή ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από το στήθος της. Πήρε μία βαθιά ανάσα και τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω του, αναζητώντας να βρουν κάποιο σημάδι αντίδρασης από μέρους του. Μάταια όμως, εκείνος συνέχυσε να την κοιτάζει ανέκφραστος. Η Χαρίκλεια ανησύχησε. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια κοινής ζωής έβλεπε το σύντροφό της να μην αντιδρά. Ήταν η ώρα να πάει για ν’ ανοίξει τον καφενέ. Εξάλλου οι πρώτοι βιαστικοί πελάτες θα τον περίμεναν ήδη έξω από την πόρτα. Έτσι, λοιπόν, ο Ηλίας σηκώθηκε από την καρέκλα και δίνοντάς της ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο τής είπε ότι θα το συζητούσαν το βράδυ όταν θα γύριζε από τη δουλειά. Η Χαρίκλεια τον κοίταζε σαστισμένη ν’ ανοίγει την πόρτα και να χάνεται στο δρόμο.

Μία ακόμα μέρα αγωνίας για κείνη είχε ξεκινήσει κι αυτό την τρόμαζε ακόμα περισσότερο. Για να ξεχαστεί άρχισε τις δουλειές του νοικοκυριού χωρίς ιδιαίτερη διάθεση. Συγκινήθηκε όμως καθώς είδε το σπίτι και την αυλή τακτοποιημένα και καθαρά μετά από τόσο καιρό απουσίας. Είχε ξεχάσει ότι ο άνθρωπος της ζωής της ήταν πολύ νοικοκύρης, μιας και σχεδόν όλο το σπίτι το είχε φτιάξει με τα χέρια του. Όταν η Χαρίκλεια σταμάτησε τις δουλειές, είχε ήδη νυχτώσει. Όπου να ‘ναι θα ερχόταν ο Ηλίας της από τη δουλειά κι αυτό την έκανε να ελπίζει ότι θα συζητούσαν για το θέμα της κόρης τους, αλλά και τις αποφάσεις που θα έπρεπε να πάρουν για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Αποφάσεις οι οποίες χωρίς να το γνωρίζουν θα καθόριζαν τόσο τις δικές τους ζωές, όσο και τις ζωές των επόμενων γενεών που θ’ ακολουθούσαν…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο