Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 8ο

της Γιώτας Αγαπητού

Στο δρόμο της επιστροφής η Χαρίκλεια είχε ένα σωρό σκέψεις που ταλαιπωρούσαν το μυαλό της. Όσο κι αν πάλευε να βρει τον τρόπο που θα μιλούσε στον Ηλία της για το βιασμό και την εγκυμοσύνη της κόρης τους, αυτό της ήταν πολύ δύσκολο. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τα όσα βίωσε την προηγούμενη μέρα στη σπηλιά. Στο μυαλό της ήταν αποτυπωμένη η εικόνα από το μέρος στο οποίο συνέβησαν τα γεγονότα τα οποία καθόρισαν τη ζωή της. Φανταζόταν τη μάνα της έτσι όπως την είχε γνωρίσει μέσα από τις περιγραφές της Μυρσίνης. Τη φέρνει στην σκέψη της μόνη και ετοιμόγεννη να προσπαθεί για μέρες να επιβιώσει μέσα στη σκοτεινή και υγρή σπηλιά, αλλά και την ώρα που την  έπιασαν οι πόνοι της γέννας, να ουρλιάζει σαν λαβωμένο αγρίμι, που προαισθάνεται τη στιγμή του θανάτου. Η Χαρίκλεια νιώθει να πνίγεται και ξεσπάει σε λυγμούς. Το κλάμα της είναι τόσο δυνατό που απλώνεται στον ορίζοντα. Για πρώτη φορά  στην ζωή της πενθεί και θρηνεί για την Βασιλεία, που η μοίρα τής έδειξε το ποιο απάνθρωπο πρόσωπο της.

Γράφοντας όλα αυτά αισθάνομαι το κορμί μου να τρέμει και την καρδιά μου να συμπάσχει μαζί με την Χαρίκλεια, που δεν είχε την τύχη να γνωρίσει ποτέ τη μάνα της. Γι’ αυτό το λόγο και νιώθω την ανάγκη να ηρεμήσω για λίγο. Όταν αποφάσισα να γράψω την ιστορία των προγόνων μου ήξερα πολύ καλά πόσο σκληρά τους φέρθηκε η μοίρα. Αυτό όμως δεν με απέτρεψε από το να το κάνω. Γιατί μέσα από τις επιλογές τους έμαθα ν’ αγαπώ και να κατανοώ τον εαυτό μου και ίσως κάποια στιγμή καταφέρω να τον συγχωρήσω.

Εν Αθηναΐς  31 Αυγούστου 1975.

Ο ήλιος και σήμερα είναι λαμπερός, βοηθώντας με να έχω καλή διάθεση, αν και ο χρόνιος πόνος που ταλαιπωρεί το χέρι μου  δεν λέει να μ’ αφήσει σε ησυχία. Αυτό όμως δεν μ’ εμποδίζει να γράψω, παρόλο που εδώ και λίγες μέρες έχω επισκέψεις. Φιλοξενώ τη φίλη και πρώην συνάδελφο μου, την Πιπιτσα, γιατί της έκαναν έξωση της κακομοίρας και δεν έχει  που να πάει. Χρωστάει τρία νοίκια και δεν μπορεί να τα πληρώσει. Έτσι, πήρε τα λιγοστά υπάρχοντά της και ήρθε να μείνει σε μένα. Τα έπιπλα και το υπόλοιπο νοικοκυριό τ’ άφησε στο σπιτονοικοκύρη της ενθύμιο για να τη θυμάται. Με τη γυναίκα αυτή έχουμε φάει ψωμί και αλάτι μαζί. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με βοήθησε όταν ξεκίνησα τη δουλειά.  Με όλα όσα της έχουν συμβεί είναι τόσο απογοητευμένη που σκέφτεται σοβαρά  να γυρίσει πίσω στο χωριό της. Δεν αντέχει άλλο να παλεύει με την πενιχρή σύνταξη που παίρνει και φτάνει ίσα ισα για τα αναγκαία. Τις μέρες που τη φιλοξενώ για να την κάνω να ξεχαστεί από τις έγνοιες της τής διαβάζω όσα έχω γράψει. Πολλές φορές δακρύζει. Δυστυχώς ανέκαθεν ήταν πολύ ευσυγκίνητη κι αυτό είναι πολύ κακό για τη δουλειά μας. Μα όσο γερνάει γίνεται ακόμα περισσότερο. Ίσως κάποια στιγμή γράψω κάποιες αράδες για τη ζωή της. Μιας γυναίκας τόσο σπάνιας και λαμπερής που θυμίζει πολύτιμα πετράδια μέσα στη λάσπη. Ξεχάστηκα και πάλι. Τώρα όμως θα πρέπει να επικεντρωθώ στα γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν. Εξάλλου στο σπίτι μου επικρατεί απόλυτη σιωπή. Η φιλοξενούμενή μου κοιμάται ακόμη, γιατί τα βράδια μένει ξάγρυπνη, θρηνώντας τις επιλογές και τα λάθη που έκανε κάποτε στη ζωή της. Πάνω απ’ όλα όμως στεναχωριέται που οι καταστάσεις την αναγκάζουν να γυρίσει πίσω στο χωριό της. Τη λυπάμαι. Δεν ξέρω τι να κάνω. Το σπίτι μου είναι αρκετά ευρύχωρο για να στεγάσει δύο ξεμωραμένες και πεισματάρες γριές όπως εμάς. Πιστεύω ότι κατά βάθος η Πιπίτσα περιμένει να της το προτείνω και να μοιραστούμε τα έξοδα. Είμαι σε δίλημμα. Μεγάλη απόφαση για έναν άνθρωπο που δεν αντέχει να συγκατοικεί ούτε με τη γάτα του. Γι’ αυτό κι έχω την αίσθηση πως ό,τι κι αν γίνει θα το μετανιώσω. Παλεύω να συγκεντρωθώ. Η υπόθεση αυτή με αγχώνει. Αν και είναι πολύ πρωί ακόμα, αυτή τη στιγμή έχω ανάγκη για λίγο ουίσκι. Ίσως έτσι μπορέσω να πάρω τη σωστή απόφαση. Μόνο αν καταφέρω και κλείσω αυτό το θέμα θα είμαι ήρεμη για να συνεχίσω το γράψιμο.

Εν Αθήναις 2 Σεπτεμβρίου 1975.

Η ώρα είναι οχτώ το πρωί. Είμαι πολύ χαρούμενη με την απόφαση που πήραμε από κοινού με την Πιπίτσα. Συμφωνήσαμε μέχρι να μπορέσει να ορθοποδήσει οικονομικά να μείνουμε μαζί προσωρινά. Εξάλλου, άνθρωποι σαν και μας, που έχουν μάθει να ζουν μόνοι, δεν αντέχουν τη συγκατοίκηση για πολύ καιρό. Ωστόσο, υποσχεθήκαμε να στηρίζουμε η μία την άλλη στα δύσκολα. Επιτέλους, έφυγε ένα βάρος από το στήθος μου. Αυτές τις μέρες θα συναντήσουμε τον κύριο Αγαμέμνονα Δελόγλου, ισόβιο γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Θα του ζητήσω να βοηθήσει τη φίλη μου,  βγάζοντάς της ένα επίδομα. Ελπίζω να μη μου το αρνηθεί. Άλλωστε μέχρι πριν από δέκα χρόνια ήταν τακτικός πελάτης μου κι αναγκαζόμουν ν’ ανέχομαι τις φαντασιώσεις του και τ’ ανύπαρκτα προσόντα του, όπως και τόσων άλλων πελατών μου. Προς το παρόν όμως σταματάω να μιλάω για μένα. Θα συνεχίσω όταν έρθει η κατάλληλη ώρα. Ξεκινάω, λοιπόν, να εξιστορώ τα γεγονότα από κει που είχα σταματήσει.

Η Χαρίκλεια χαμένη στις σκέψεις της τράβηξε ασυναίσθητα τα χαλινάρια του αλόγου και κείνο υπακούοντας άρχισε να τρέχει γρήγορα σαν τον άνεμο. Όσοι τύχαινε να τη συναντήσουν στο διάβα τους δε μπορούσαν να ξεχωρίσουν αν ο αναβάτης του ζώου ήταν άντρας ή γυναίκα, καθώς χανόταν βιαστικά από τα μάτια τους, αφήνοντας πίσω ένα σύννεφο σκόνης. Οι σκέψεις της εναλλάσσονταν διαρκώς. Οι εικόνες της προηγούμενης μέρας τη στοίχειωναν. Ωστόσο, ήξερε καλά πως φθάνοντας στο σπίτι θα είχε ν’ αντιμετωπίσει μία δύσκολη κατάσταση στην οποία θα έπρεπε να φανεί δυνατή. Όπως δυνατός θα έπρεπε να σταθεί και ο Ηλίας της όταν θα μάθαινε την αλήθεια. Παρόλα αυτά δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να του εξομολογηθεί τα όσα είχαν συμβεί μέχρι πρόσφατα. Τώρα όσο ποτέ άλλοτε θα χρειαζόταν τη στήριξή του, αλλά και αυτός τη δική της. Ένιωθε ντροπή που δεν κατάφερε τόσο καιρό να τον κοιτάξει στα μάτια και να του πει τα όσα δυσάρεστα βίωσε  η κόρη τους. Για κείνη ήταν η πρώτη φορά που κρατούσε κάποιο μυστικό απ’ αυτόν. Καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά συνειδητοποίησε ότι τόσο η ίδια όσο και το άλογό της είχαν ανάγκη να ξαποστάσουν, καθώς ο δρόμος της επιστροφής ήταν μακρύς και δύσκολος για μία γυναίκα…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο