Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 7ο

της Γιώτας Αγαπητού 

Ο λόγος που η Γεωργία κρατούσε σε απόσταση την Μυρσίνη ήταν γιατί στην πραγματικότητα τη ντρεπόταν. Αν και από τις περιγραφές της μάνας της γνώριζε ότι ήταν μία γυναίκα καλλιεργημένη, αλλά και ανοιχτόμυαλη. Ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να της εξομολογηθεί ό,τι είχε κλειδωμένο βαθιά στην ψυχή της. Παρόλα αυτά όμως γι’ αρκετό καιρό, όσο κι αν δεν το ήθελε, συνέχισε να είναι απόμακρη απέναντι της.  Με την Ευθαλία οι σχέσεις της  ήταν σχεδόν τυπικές, χωρίς μελοδραματισμούς κι εξάρσεις. Άλλωστε είχε μάθει για κείνη ότι ήταν μία γυναίκα που δύσκολα εξέφραζε τα συναισθήματά της. Όμως αυτό την έκανε να την αγαπάει ακόμα περισσότερο. Γιατί παρά τη φαινομενική αυστηρότητα και απάθεια που έδειχνε, η Ευθαλία ήταν ένας άνθρωπος ευαίσθητος, αλλά και σκληρός όταν έπρεπε. Ωστόσο, θεωρούσε ηθικό καθήκον της να βοηθήσει την αδελφοποίητή της Χαρίκλεια σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα, γεμάτες αναμνήσεις, φορτίζοντας  συναισθηματικά την ατμόσφαιρα του αρχοντικού. Η Χαρίκλεια ένιωθε ότι τώρα πια έπρεπε να επιστρέψει στον Ηλία της, μιας και άφηνε την κόρη της στα   χέρια ανθρώπων που εμπιστευόταν απόλυτα. Δύο μέρες πριν πάρει το δρόμο της επιστροφής η θετή της μητέρα εξομολογήθηκε στις τρεις γυναίκες ότι θα ήταν καλό να επισκεφτούν ένα μέρος που για κείνη θεωρούνταν ιερό. Τη σπηλιά,  το σημείο όπου η Βασιλεία αφού γέννησε άφησε την τελευταία της πνοή, αλλά κι αν προλάβαιναν να πήγαιναν και στο νεκροταφείο, εκεί όπου η ταλαιπωρημένη της ψυχή αναπαυόταν. Η Χαρίκλεια καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής της στην γενέτειρα της, απέφευγε επιμελώς να επισκεφτεί το μνήμα της γυναίκας που την έφερε στη ζωή. Αν και δεν ήξερε πραγματικά το γιατί. Προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον εαυτό της προφασιζόμενη ότι δεν είχε χρόνο. Φτηνές δικαιολογίες που δεν γινόταν πιστευτές από κανέναν, ούτε καν από την ίδια. Η Μυρσίνη που γνώριζε καλά το χαρακτήρα της καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν η θετή της κόρη να διαχειριστεί γεγονότα τόσο σοβαρά που στοίχειωναν το παρελθόν της, αλλά και βάραιναν το παρόν και το μέλλον της. Δυστυχώς όμως ήταν η ώρα και κείνη να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει πριν από πενήντα ολόκληρα χρόνια πάνω από το άψυχο κορμί της Βασιλείας.

Μία ακόμα μέρα χώριζε την Χαρίκλεια από το δύσκολο ταξίδι του  γυρισμού. Νωρίς το πρωί οι τέσσερις γυναίκες ανεβαίνοντας στ’ άλογά τους και με τη συνοδεία ενός υπηρέτη ξεκίνησαν για τη σπηλιά που βρισκόταν έξω από την πόλη. Ο ήλιος είχε αρχίσει σιγά σιγά ν’ ανατέλλει, ενώ το κρύο εξαιτίας της πάχνης που είχε καλύψει τα πάντα ήταν τσουχτερό. Η ηλικιωμένη γυναίκα παρά τα εβδομήντα πέντε της χρόνια μπορούσε ακόμα να ιππεύει αγέρωχη. Οι συνταξιδιώτισσες της την ακολουθούσαν βουβές, χαμένες στις δικές τους έγνοιες. Μετά από μία ώρα δρόμο έφτασαν έξω απ’ τη σπηλιά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. Άγρια κι αφιλόξενη, έκρυβε καλά τα μυστικά της. Η Μυρσίνη κατεβαίνοντας πρώτη από το άλογο, έκανε νόημα στον υπηρέτη να μην την ακολουθήσει. Ήθελε να μπει μέσα μόνη, ώστε να αφεθεί για λίγο στις αναμνήσεις της. Περπάτησε αργά πάνω στις κακοτράχαλες πέτρες με όση σταθερότητα της επέτρεπε το γερασμένο σώμα της. Γύρω απομεινάρια από μισοκαμμένα ξύλα και στάχτες  μαρτυρούσαν ότι ο χώρος αυτός είχε γίνει καταφύγιο για ανθρώπους κατατρεγμένους. Η Μυρσίνη ένιωθε ότι τίποτα δεν είχε επισκιάσει μέσα στη σπηλιά τη δραματική παρουσία της Βασιλείας. Αισθανόταν την ψυχή της να πλανάτε στον χώρο. Κλείνοντας τα μάτια της ο χρόνος γύρισε πίσω στις ώρες εκείνες που μετέπειτα  την ωρίμασαν και την καθόρισαν ως άνθρωπο. Προσπαθούσε να μην παρασυρθεί από τα έντονα συναισθήματα που την κατέκλεισαν. Ανοίγοντας τα μάτια της αντίκρισε τις τρεις γυναίκες της ζωής της που στεκόταν στο πλάι αμίλητες. Η Χαρίκλεια έσκυψε και φίλησε το χώμα όπου μία γυναίκα, η μάνα της, έφερε στον κόσμο μία άλλη γυναίκα με τίμημα την ίδια της τη ζωή. Προσπαθούσε να μην ξεσπάσει σε λυγμούς για να μη στεναχωρήσει τους δικούς της. Το βλέμμα της περιπλανιόταν στη σπηλιά, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει κάτι από κείνη τη μέρα. Η Γεωργία ένιωθε σοκαρισμένη, αλλά και τρομοκρατημένη, γιατί φοβόταν μήπως κι αυτή έχει την τύχη της γιαγιάς της. Τα λεπτά κύλισαν μέσα στην απόλυτη σιωπή. Ο χώρος για κείνες ήταν ιερός και τα λόγια τούτες τις στιγμές ήταν περιττά. Αισθάνονταν ότι είχαν χαθεί στο βάθος της αιωνιότητας του παρελθόντος. Βγαίνοντας έξω από τη σπηλιά η Μυρσίνη ήταν ικανοποιημένη γιατί μπόρεσε ν’ εκπληρώσει την υπόσχεσή της. Τώρα πια ένιωθε ψυχικά έτοιμη να βοηθήσει την Γεωργία να φέρει στον κόσμο με ασφάλεια το παιδί της. Στο δρόμο της επιστροφής άρχισε για πρώτη φορά να δημιουργείται στη νεαρή  εγκυμονούσα το αίσθημα της συμπόνιας για τη μάνα της, συνειδητοποιώντας την τραγικότητα που βίωσε από τη γέννησή της και που αργότερα όλο αυτό συνέβαλε στο να γίνει υπερπροστατευτική με τους ανθρώπους που αγαπούσε.

Η υπόλοιπη μέρα κύλισε ήσυχα, χωρίς καμία κουβέντα για τα όσα είχαν διαδραματιστεί από  το πρωί. Η Χαρίκλεια με την κόρη και την εξαδέλφη της ετοίμασε τους μπόγους και τα πεσκέσια για το ταξίδι. Ενώ στο λίγο ελεύθερο χρόνο που της απέμεινε χάθηκε στη στοργική αγκαλιά του ανθρώπου που την κράτησε στη ζωή και την φώναζε μάνα

Η Γεωργία συναισθηματικά φορτισμένη από τα γεγονότα αναζήτησε καταφύγιο στα λόγια παρηγοριάς του Ισίδωρου. Εκείνος την άκουγε να του διηγείται τα όσα βίωσε στη σπηλιά. Προσπαθώντας να της δώσει κουράγιο της διάβασε κείμενα με τους βίους των αγίων. Ήθελε να ελπίζει ότι ίσως με τη Γεωργία του δόθηκε η ευκαιρία να γαλουχήσει σύμφωνα με τις δικές του αρχές και πιστεύω ένα νέο άνθρωπο, μιας και η νεαρή κοπέλα, αν και ήταν είκοσι χρονών, δεν είχε αναπτύξει ακόμα μία ιδιαίτερη και ξεχωριστή προσωπικότητα.

Η επόμενη μέρα δεν άργησε να φανεί. Η Χαρίκλεια ξύπνησε πολύ νωρίς γιατί ήθελε να έχει το χρόνο σύμμαχο στο ταξίδι της. Όσο κι αν επέμεναν οι συγγενείς της να τη συνοδεύσει ένας υπηρέτης εκείνη αρνήθηκε. Εξάλλου ήξερε καλά να προστατεύει τον εαυτό της. Η ώρα του αποχωρισμού ήταν δύσκολη. Η Γεωργία ξέσπασε σε κλάματα, παρασύροντας τη μάνα της, αλλά και την Ευθαλία που αντιπαθούσε τους μελοδραματισμούς. Τέτοιες αντιδράσεις ήταν υπερβολικές, καθώς η Χαρίκλεια μετά το τέλος των εορτών θα ξαναεπέστρεφε. Είχε αποφασίσει να πηγαινοέρχεται για όσο καιρό χρειαστεί μέχρι να γεννήσει η κόρη της. Στον Ηλία της είχε σκοπό να του φανερώσει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο το παιδί τους έφυγε από το σπίτι. Γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της διαδρομής θα έπρεπε να σκεφτεί τα λόγια που θ’ αποκάλυπταν στο σύντροφο και συνοδοιπόρο της ζωής της το μεγάλο μυστικό που έκρυβε. Ένα μυστικό που σημάδεψε και καθόρισε την πορεία των επόμενων γενεών εξαιτίας των επιλογών που έκανε αργότερα η Γεωργία για το παιδί της…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο