Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 6ο

της Γιώτας Αγαπητού

Νιώθω αφάνταστα κουρασμένη που τόση ώρα γράφω ασταμάτητα. Οι σκέψεις τρέχουν πιο γρήγορα από το χέρι μου που κρατάει το στυλό και με αναγκάζουν να συνεχίσω μέχρι τα δάχτυλά μου πάψουν να με υπακούουν.

Επιτέλους, η Μυρσίνη έφτασε στην κορυφή της σκάλας. Τα μάτια της υγρά από τα δάκρυα λαμπίριζαν στο μισοσκόταδο σαν διαμάντια. Βλέποντάς την η Χαρίκλεια έπεσε στην αγκαλιά της και χάθηκε. Οι δύο τους έμειναν  έτσι γι’ αρκετή ώρα. Η ηλικιωμένη γυναίκα με τα χέρια της άγγιξε το πρόσωπο που για κείνη ήταν σχεδόν ιερό. Κατάλαβε όμως ότι κάτι δυσάρεστο είχε οδηγήσει τη θετή κόρη της σ’ εκείνη. Ταυτόχρονα δεν έπαψε να κοιτάζει την Γεωργία. Όταν πια οι πρώτες ευσυγκίνητες στιγμές αμηχανίας  έδωσαν τη θέση τους στα εγκάρδια καλωσορίσματα οι τέσσερις γυναίκες ανέβηκαν στο γυναικωνίτη που βρισκόταν στον πάνω όροφο. Η Χαρίκλεια χωρίς να χάσει χρόνο ανέφερε αμέσως το λόγο της απρόσμενης επίσκεψής τους. Η Μυρσίνη την άκουγε σιωπηλή και σκεπτική, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, σαν να περίμενε κάποιον να δει να έρχεται από το δρόμο. Η Γεωργία που στεκόταν απέναντί της προσπαθούσε να μαντέψει τι συλλογιέται. Ένιωθε δέος για τη γυναίκα αυτή, η οποία ήταν στενά συνδεδεμένη με τις ζωές της γιαγιά και της μάνας της. Εντούτοις, λυπόταν που η γνωριμία τους έγινε με αφορμή ένα δυσάρεστο γεγονός. Μέσα από τη μορφή της προσπαθούσε να φανταστεί και να καταλάβει τη γιαγιά που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Όμως ευχόταν να της δοθεί η ευκαιρία, αλλά και το απαραίτητο θάρρος να ρωτήσει πράγματα για τη Βασιλεία χωρίς να γίνεται κουραστική. Όταν πια η Χαρίκλεια τελείωσε την εξιστόρηση των γεγονότων, η Μυρσίνη κοιτάζοντας τις τρεις γυναίκες απέναντί της, με ήρεμη και σταθερή φωνή τις διαβεβαίωσε ότι αυτή τη φορά θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να πάνε όλα καλά. Εξάλλου ήταν πολύ μεγάλη πια για ν’ αντέξει στη δύση της ζωής της την απώλεια ανθρώπων που ο χαμός τους θα την καταρράκωνε. Στη μνήμη της ήταν αποτυπωμένη η εικόνα της μοναδικής της φίλης, της Βασιλείας, που βρέθηκε στο δρόμο της και σημάδεψε με τον πιο έντονο τρόπο για πάντα τη μοίρα της.

Αφηγούμενη όλα αυτά νιώθω σιγά σιγά το χέρι μου, αλλά και το μυαλό μου να μην έχουν πια τη δύναμη να συνεχίσουν το γράψιμο. Ώρα λοιπόν να κλείσω το φως και να πάω να ξεκουραστώ. Είναι μεσάνυχτα, στην πόλη τέτοια ώρα κυκλοφορούν μόνο οι ξενύχτηδες που διασκεδάζουν παρέα με το νταλκά τους στα μπουζουξίδικα ή ψωνίζουν κάποιο κορίτσι στα στέκια του αγοραίου έρωτα και κείνα με το αζημίωτο τους προσφέρουν για λίγη ώρα τη συντροφιά τους, ενώ οι καθωσπρέπει νοικοκυραίοι κοιμούνται από νωρίς,  γιατί το πρωί πρέπει να κυνηγήσουν το μεροκάματο που θα φέρουν στο σπίτι για να ταΐσουν τις οικογένειές τους. Δε νοσταλγώ τη ζωή της νύχτας, αν και κάποτε ήμουν και γω ένα σκοτεινό κομμάτι της που στεκόταν στο περιθώριο. Όλα αυτά όμως θα σας τα διηγηθώ όταν έρθει η ώρα. Άλλωστε δεν έχω να κρύψω τίποτα.

Εν Αθήναις 24 Αυγούστου 1975

Σήμερα ξύπνησα γεμάτη όρεξη κι ενέργεια για γράψιμο. Η καρδιά μου λαχταράει ν’ αφηγηθεί όσα περισσότερα περιστατικά θυμάται από τις ζωές των προγόνων μου, οι οποίες οδήγησαν τελικά σε μένα. Ενώ αργότερα θέλω να σας μιλήσω για τις έντονες στιγμές, τους φόβους και τα καρδιοχτύπια που έζησα ως ιέρεια της πορνείας, περνώντας όμως πρώτα από το μακρινό αυτό παρελθόν της οικογένειάς μου.

Οι μέρες που έμεινε η Χαρίκλεια στο πατρικό της σπίτι πέρασαν γρήγορα, σαν το νερό που τρέχει μέσα από τις παλάμες. Τις περισσότερες σχεδόν ώρες της ημέρας τις περνούσε παρέα με τη θετή μάνα της, προσπαθώντας να καλύψει το χαμένο χρόνο. Κουβέντιαζαν για όλα όσα είχαν συμβεί. Για τον Ηλία της, αλλά και για τον Ισίδωρο, τον άντρα της Μυρσίνης, που τώρα πια περνούσε τον περισσότερο καιρό απομονωμένος στο μικρό σπιτάκι του κήπου. Συντροφιά του είχε τις εφημερίδες και τα βιβλία που του έστελναν από την Ευρώπη, αλλά κι από τα διάφορα μοναστήρια με τα οποία είχε συχνή αλληλογραφία.

Η παραμονή της Χαρίκλειας κράτησε κοντά δύο μήνες. Κόντευαν πια Χριστούγεννα κι έπρεπε να φύγει για να ετοιμάσει το σπίτι, αλλά και να μην αφήσει μόνο του χρονιάρες μέρες τον Ηλία της. Όλο αυτό το διάστημα είχε καταφέρει να μιλήσει στη θετή μάνα και την «ξαδέρφη» της για πράγματα που την προβλημάτιζαν. Η Ευθαλία όσο κι αν προσποιούνταν τη σκληρή και αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα, από την πρώτη στιγμή έδειξε ότι ήθελε να βοηθήσει τη νεαρή εγκυμονούσα. Η μάνα της Γεωργίας προβληματιζόταν που το παιδί της απέφευγε, προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες, την Μυρσίνη. Εντύπωση όμως της είχε κάνει το γεγονός πως η κόρη της περνούσε πολύ χρόνο φροντίζοντας τον Ισίδωρο σαν να ήταν πατέρας της. Η νεαρή γυναίκα καθόταν με τις ώρες στο μικρό σπιτάκι του κήπου, ενώ εκείνος της διάβαζε κυρίως θρησκευτικά βιβλία, γιατί ήταν ένας πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος. Αυτός ήταν ο λόγος που δέχτηκε κάποτε τη Χαρίκλεια να γίνει δικό του παιδί. Ο Ισίδωρος ήταν άνθρωπος του καθήκοντος που τηρούσε ευλαβικά τα λεγόμενα των γραφών. Γι’ αυτό και δέχτηκε να πάρει μία τόσο δύσκολη απόφαση για κείνη την εποχή. Τα χρόνια της κοινής τους ζωής με τη Μυρσίνη ήταν πάντα αποστασιοποιημένος από τη Χαρίκλεια. Ωστόσο, το παιδί αυτό θεωρούσε πως ήταν το τίμημα που του είχε επιβάλει ο θεός για ν’ αποδείξει  την πίστη του. Η γυναίκα του όσο κι αν τον αγαπούσε αντιδρούσε στην εμμονή του αυτή και την επιρροή της επάνω του. Εκείνη είχε μάθει να ζει πέρα από τα πρέπει και τα θέλω των καταπιεστικών θρησκειών που καταστρέφουν την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, κάνοντάς τους δούλους μίας ανώτερης θέλησης, προσμένοντας ως αντίτιμο  κάποιο θαύμα, αλλά και μία ευμενέστερη μεταθανάτια ζωή. Η Χαρίκλεια γνωρίζοντας καλά τη σχέση που είχε ο Ισίδωρος με τα θεία, φοβόταν πως η ευάλωτη ψυχολογικά και συναισθηματικά εγκυμονούσα Γεωργία που συναναστρεφόταν μαζί του θα επηρεάζονταν από τις απόψεις του, κάτι το οποίο θεωρούσε πολύ αρνητικό. Από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε όταν ήταν παιδί θυμάται τον εαυτό της να νιώθει για κείνον αδιαφορία. Ποτέ της δεν τον αισθάνθηκε ως δικό της άνθρωπο.

Η Μυρσίνη για κείνη, αλλά και την Ευθαλία ήταν αυτή που τις δίδαξε να είναι ανεξάρτητες, σκεπτόμενες κι ελεύθερες από κάθε είδους θρησκευτικά και κοινωνικά δεσμά που στην ουσία θα έμπαιναν τροχοπέδη στα θέλω και τις ανάγκες της ζωής τους…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο