Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 5ο

της Γιώτας Αγαπητού   

Τρεις φορές χτύπησε με δύναμη κι αποφασιστικότητα το ρόπτρο της πόρτας η Χαρίκλεια. Δίπλα της η Γεωργία στεκόταν αμίλητη. Τα δευτερόλεπτα που κύλισαν μέχρι ν’ ανοίξει η πόρτα τους φάνηκαν αιώνες. Το βάρος της αναμονής έκανε τις δύο γυναίκες ν’ αρχίσουν να παρατηρούν γοητευμένες από την ομορφιά και την καλαισθησία του τον προαύλιο χώρο του σπιτιού. Ωστόσο, μαγεμένες από το τοπίο, δεν αντιλήφθηκαν τα βήματα πίσω από την πόρτα. Ξαφνιάστηκαν όταν την είδαν ν’ ανοίγει και μπροστά τους να εμφανίζεται μια ψηλή ξερακιανή γυναίκα που κόντευε τα πενήντα. Τα μαλλιά της ήταν φτιαγμένα σε πλεξούδες, στεφανώνοντας περίτεχνα το κεφάλι, ενώ ακόμα δεν είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, κάνοντας το μαύρο χρώμα να τονίζει τη λευκή επιδερμίδα και τα μεγάλα μπλε μάτια της. Τα καλοραμμένα ρούχα που φορούσε δήλωναν την αρχοντική καταγωγή της. Όμως παρά το πέρασμα των χρόνων το βλέμμα της δεν είχε αλλάξει. Σπινθηροβόλο, λαμπερό, γεμάτο δυναμισμό και εκκεντρικότητα, εξέπεμπε όλα όσα σχεδόν ήταν αυτή η γυναίκα. Η Χαρίκλεια αντικρίζοντας την μελαγχόλησε. Απέναντί της στεκόταν το κορίτσι που συντρόφευσε τα παιδικά της χρόνια. Ο χρόνος δεν της είχε φερθεί σκληρά. Το πρόσωπό της, όπως και το σώμα της,  δεν είχαν χάσει τη σφριγηλότατα τους, ενώ ήταν εμφανές ότι δεν είχε ταλαιπωρηθεί από εγκυμοσύνες. Αν και υποσυνείδητα ήθελε να συγκρίνει την εικόνα της με κείνη της ξαδέρφης της, τελικά δεν το έκανε από σεβασμό στο κοινό παρελθόν τους. Όμως και η Ευθαλία κοιτάζοντάς την ένιωσε να διακατέχεται από έντονα συναισθήματα, αλλά για άλλους λόγους. Η Χαρίκλεια στα δικά της μάτια φαινόταν μία γυναίκα όπου η ζωή, η δωροδότρα, της χάρισε όσα σε κείνη είχε στερήσει. Ένα σύντροφο και τη χαρά της μητρότητας. Θαύμασε το κορμί της που οι εγκυμοσύνες είχαν αφήσει διακριτικά το αποτύπωμα τους επάνω του. Το πρόσωπό της ήταν χαραγμένο από στιγμές χαράς και λύπης. Το βλέμμα της όμως σταμάτησε και πάνω στη Γεωργία, που της θύμιζε πολύ την Βασιλεία, σύμφωνα με τις περιγραφές που είχε ακούσει από τους συγγενείς της.

Αφού πέρασαν τα πρώτα λεπτά αμηχανίας, οι τρεις γυναίκες χαιρετήθηκαν εγκάρδια και μπήκαν στο σπίτι. Η Χαρίκλεια σταμάτησε στη μέση της σάλας και γεμάτη συγκίνηση άρχισε να κοιτάζει γύρω της. Στο νου της ήρθαν εικόνες από τη ζωή της εκεί. Είδε τον εαυτό της παιδί να τρέχει ανέμελα, παίζοντας με την Ευθαλία. Θυμήθηκε τον επιστάτη του αρχοντικού,  τον Κλέωνα. Ήταν αυτός που τις ανέβασε κρυφά για πρώτη φορά σε άλογο και τις έμαθε να χειρίζονται άψογα το σπαθί και το πιστόλι, ξορκίζοντάς τες να μην το πουν στην Μυρσίνη. Έφερε το νου της την επίσημη εκείνη μέρα που ο Ηλίας ήρθε να τη ζητήσει σε γάμο. Στη μνήμη της έχει αποτυπωθεί το άγχος που είχε όταν ετοιμαζόταν να πάει νύφη στην εκκλησία. Μέσα σ’ αυτό το σπίτι η Χαρίκλεια είχε βιώσει τα σημαντικότερα γεγονότα των πρώτων χρόνων της ζωής της.

Καθώς την κατέκλυζαν εικόνες και μνήμες του παρελθόντος, το φθινοπωρινό φεγγάρι που έμπαινε μέσα από τα μεγάλα παράθυρα φώτιζε διακριτικά μια γυναικεία φιγούρα που κατέβαινε αργά την ξύλινη σκάλα. Μια μορφή αέναη, σαν να μην είχε ηλικία, ένα αερικό βγαλμένο από πανάρχαια και μυστικιστικά παραμύθια. Η Χαρίκλεια καθώς την κοίταζε λαχταρούσε να την αγκαλιάσει. Αυτή τη γυναικεία σιλουέτα, όσο κι αν το ημίφως δεν άφηνε καθαρά να διακρίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, την αναγνώρισε αμέσως. Άλλωστε πώς θα μπορούσε να μην αναγνωρίσει, όσα χρόνια κι είχαν περάσει, τον άνθρωπο που για κείνη ήταν σαν δεύτερη μάνα της κι ας μην την είχε γεννήσει. Η ψυχή της ήθελε να τρέξει γρήγορα δίπλα της. Το σώμα της όμως το ένιωθε καρφωμένο στη γη. Η Μυρσίνη ήταν μία γυναίκα που τη ζωή της δεν τη σημάδεψαν έντονα και δραματικά γεγονότα πέρα από κείνη τη μέρα στη σπηλιά όπου αντίκρισε την Βασιλεία νεκρή, μ’ ένα μωρό κρεμασμένο επάνω στο στήθος της. Από τότε η μοίρα, λες και δεν ήθελε να τη φορτώσει με άλλα προβλήματα, της φέρθηκε ευγενικά. Ίσως γιατί έπρεπε να βοηθήσει ένα δύστυχο πλάσμα που η επιβίωσή του εξαρτιόταν πια απ’ αυτήν.

Η Μυρσίνη από τη μέρα που της ανακοίνωσε η Ευθαλία την επίσκεψη των δύο γυναικών έπαψε να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε άλλο. Όμως όσο κι αν πίεσε να μάθει το λόγο του ερχομού τους μετά από χρόνια στο σπιτικό της δεν τα κατάφερε. Άλλωστε η Χαρίκλεια είχε ξορκίσει την ξαδέρφη της να μην πει τίποτα στην μάνα της για να μην τη στενοχωρήσει. Θλίβονταν και μόνο στη σκέψη που η Μυρσίνη θ’ αναγκαζόταν για δεύτερη φορά να βιώσει τη δραματική εγκυμοσύνη μίας ακόμη γυναίκας από την οικογένεια της. Έτρεμε στην ιδέα ότι λόγω της ηλικίας της ίσως να μην άντεχε ένα τέτοιο γεγονός. Καθώς η Χαρίκλεια έκανε αυτές τις σκέψεις, το βλέμμα της ηλικιωμένης γυναίκας στάθηκε στο νεαρό κορίτσι που της θύμισε τη Βασιλεία. Ταράχτηκε! Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, πιστεύοντας ότι βλέπει κάποιο απόκοσμο ον του παρελθόντος. Όμως η γυναικεία φιγούρα που στιγμάτισε τη ζωή της ήταν ακόμη εκεί, παρατηρώντας την με σεβασμό και απορία. Η Γεωργία δε σταμάτησε να την κοιτάει καθώς είχε ακούσει τόσα πολλά για κείνη κι ένιωθε απέραντη ευγνωμοσύνη.

Διηγώντας τα όλα αυτά νιώθω ρίγη συγκίνησης να διαπερνάνε το κορμί μου. Φαντάζομαι τη μεγάλη σάλα του αρχοντικού έτσι όπως φωτίζεται από το ημίφως των κεριών και το χλωμό φως του φεγγαριού τις τρεις γυναίκες να στέκονται αμήχανες, κοιτώντας με σεβασμό την Μυρσίνη που κατέβαινε με προσοχή τη φαρδιά σκάλα, κρατώντας την κουπαστή,  μιας και το κορμί της είχε χάσει την ενέργεια και τη ζωντάνια που είχε κάποτε. Τις θαυμάζω απεριόριστα αυτές τις γυναίκες και τις συμπονώ για όσα πέρασαν. Εξάλλου, πάντα τις συμπονούσα. Σιγά σιγά όμως με τα χρόνια άρχισα και να τις κατανοώ, όταν πια είχα ενηλικιωθεί και συνειδητά έκανα τις δικές μου επιλογές ζωής, πληρώνοντας ακριβά το τίμημά τους…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο