Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 3ο

της Γιώτας Αγαπητού   

Σκέφτομαι την Βασιλεία και δακρύζω. Αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είχε μία καλύτερη τύχη αν δεν είχε βρεθεί στο δρόμο της σαν απρόσκλητος επισκέπτης αυτός ο μοιραίος άντρας, ο Κυριάκος. Με αφορμή την ιστορία τους αναρωτιέμαι άραγε πόσοι άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο γεννήθηκαν και πορεύτηκαν μόνοι σε κοινωνίες που τους στιγμάτισαν και τους έθεσαν στο περιθώριο. Έχω διαβάσει βιβλία τα οποία αναφέρονταν σε παιδιά που γεννήθηκαν σε χώρες της Ευρώπης, όπου πολλά απ’ αυτά ένεκα της κατώτερης κοινωνικής τους τάξης κλείστηκαν με τη βία σε κρατικά ιδρύματα  στα οποία η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία αξία. Στη συνέχεια έγιναν χαμίνια του δρόμου, επιβεβαιώνοντας τη σκληρή τους μοίρα από την οποία δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν.

Γράφοντας για όλα αυτά νιώθω μία συγκινησιακή φόρτιση που μου δημιουργεί την ανάγκη για λίγο αλκοόλ. Ο γιατρός βέβαια μου το έχει απαγορεύσει. Ένα ποτηράκι όμως φαντάζομαι δε θα μου κάνει και τόσο κακό. Στο ντουλάπι της κουζίνας που είναι κάτω από το νεροχύτη έχω φυλαγμένο ένα μπουκάλι καλό βερμούτ επτά αστέρων. Το κρατάω για να το προσφέρω στους επισκέπτες, που τώρα πια σπάνια περνάνε το κατώφλι του σπιτιού μου. Η αισθαντική ευωδιά του πάντα με χαλάρωνε. Μαζί μ’ ένα τσιγάρο αυτή τη στιγμή είναι η καλύτερη παρέα.

Εν Αθήναις 17 Αυγούστου 1975

Η ώρα είναι δώδεκα το μεσημέρι. Σήμερα άργησα να ξυπνήσω, ίσως γιατί είδα στον ύπνο μου ένα παράξενο και ωραίο όνειρο που μου δημιούργησε το αίσθημα της πληρότητας. Είδα την Βασιλεία να συναντάει τη Χαρίκλεια, την Γεωργία και μένα σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι γεμάτο ανθισμένα δέντρα και μεγάλες κόκκινες παπαρούνες. Φορούσε ένα λευκό μακρύ φόρεμα. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν λιτά κι ανέμιζαν στον άνεμο. Φαινόταν πολύ ευτυχισμένη και χαρούμενη. Εγώ μαζί με τις άλλες δύο γυναίκες στεκόμασταν κάτω από ένα δέντρο και τα μαλλιά μας γέμιζαν με μικρά ανθάκια που έπεφταν πάνω μας καθώς τα έριχνε ο αέρας. Καθόμασταν σιωπηλές. Στα πρόσωπά μας ήταν ζωγραφισμένη η απορία. Αναρωτιόμασταν για πιο λόγο βρεθήκαμε εκεί και τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Η αίσθηση του χρόνου είχε χάσει την υπόστασή της. Δε μιλούσαμε μεταξύ μας γιατί νιώθαμε οικεία, αλλά και γιατί φοβόμασταν μήπως φορτώσουμε με περιττά λόγια την πληρότητα της στιγμής. Ένιωθα ν’ ακροβατώ ανάμεσα στην πραγματικότητα και τ’ όνειρο. Τα μάτια μας ήταν καρφωμένα στον ορίζοντα, καθώς βλέπαμε τη Βασιλεία να έρχεται από μακριά. Την ακολουθούσε μία άγνωστη αντρική φιγούρα. Ένας νέος ντυμένος με ευρωπαϊκά ρούχα, σοβαρός, που όμως κάτω από το μουστάκι του διαγράφονταν ένα μειδίαμα ευτυχίας. Τα βήματά του σίγουρα και σταθερά, όπως τα βήματα ενός ανθρώπου που έχει πάρει την τύχη στα χέρια του. Φαινόταν απελευθερωμένος από τα βάρη της ζωής που άφησε πίσω του. Πλησιάζοντάς μας οι δυο τους δεν είπαν κουβέντα. Μόνο κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια, πιάνοντας τρυφερά ο ένας το χέρι του άλλου και μας χαμογέλασαν, θέλοντας ίσως έτσι να μας δείξουν ότι επιτέλους είναι μαζί και είναι ευτυχισμένοι. Εμείς τους κοιτούσαμε σιωπηλές. Είχα τόσες ερωτήσεις στο μυαλό μου. Δεν τις εξέφρασα όμως φοβούμενη μη χαλάσω την ιδιαίτερη  στιγμή. Άλλωστε η εικόνα τους με συγκίνησε, γιατί δεν είχα την τύχη να με ερωτευτούν. Κοίταξα για λίγο τις δύο γυναίκες δίπλα μου. Ήταν ήρεμες, γεμάτες αγαλλίαση, που μπόρεσαν έστω σ’ έναν άλλο κόσμο, ονειρικό, να συναντηθούν με ανθρώπους που η ζωή τους χώρισε τόσο βίαια, μαθαίνοντας τους την αγάπη μέσα από την απώλεια. Σιγά σιγά όμως τ’ όνειρο  άρχισε να ξεθωριάζει, θυμίζοντας άμμο που τη σκορπά ο άνεμος μέσα στο χρόνο.

Ξύπνησα απότομα, νιώθοντας πλημυρισμένη από πρωτόγνωρα συναισθήματα που οι λέξεις δεν μπορούν να τα εκφράσουν. Δε θέλω να σβήσω άθελα από τη μνήμη μου αυτές τις εικόνες, γι’ αυτό κι έτρεξα να γράψω ό,τι θυμάμαι σ’ ένα πρόχειρο κομμάτι χαρτί. Δυστυχώς το μυαλό των ηλικιωμένων ξεθωριάζει από το χρόνο και ξεχνάει εύκολα. Ελπίζω όταν θα διαβάζετε την ιστορία αυτή να μην είστε τόσο αυστηροί μαζί μου, γιατί ίσως μερικές φορές παραβλέπω τη χρονολογική σειρά των γεγονότων.

Όταν επιτέλους η Χαρίκλεια με την εγκυμονούσα Γεωργία ξεκίνησαν να φύγουν από το χωριό, οι πρώτοι πετεινοί ανεβασμένοι στα πιο ψηλά σημεία των αυλών, λαλούσαν δυνατά για να ξυπνήσουν τον κόσμο, μιας και ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει ν’ ανατέλλει μέσα από το βουνό. Η μέρα ήταν μικρή και οι δύο γυναίκες ήλπιζαν να προλάβουν, αν ήταν τυχερές, να διανυκτερεύσουν σε κάποιο πανδοχείο μόνο για ένα βράδυ. Ήταν πολύ ριψοκίνδυνο να ταξιδεύουν μόνες μέσα στη νύχτα. Η Γεωργία από τα πρώτα κιόλας χιλιόμετρα της διαδρομής ένιωθε το σώμα της να ταλαιπωρείται πάνω στο άλογο. Αν και η Χαρίκλεια φρόντιζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να κάνουν ολιγόλεπτες στάσεις για να ξαποστάσουν, αλλά και να ανταλλάσουν δυο κουβέντες ώστε η κόρη της να νιώθει καλύτερα. Η πρώτη μέρα του ταξιδιού κόντευε να τελειώσει. Νύχτωνε κι έπρεπε οπωσδήποτε να βρουν ένα μέρος για να μείνουν. Η Χαρίκλεια θυμόταν ότι κάπου εκεί κοντά υπήρχε ένα πανδοχείο ενός ζευγαριού, οι οποίοι ήταν κοντά στην ηλικία τη δική της και του Ηλία. Το θυμόταν από παλιά που κατέβαινε στη Θεσσαλία και διανυκτέρευε εκεί. Η μνήμη της δεν την είχε προδώσει. Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω διέκρινε ένα κτίριο, ήταν «Το Χάνι της Αλεξάνδρας». Ευχόταν μόνο επειδή είχαν περάσει τα χρόνια να λειτουργεί ακόμα. Αν όμως δε συνέβαινε κάτι τέτοιο οι δύο γυναίκες θα έπρεπε, μην έχοντας άλλη επιλογή, να κοιμηθούν σ’ ένα άδειο και εγκαταλελειμμένο κτίριο. Τις σκέψεις αυτές δεν τολμούσε να τις μοιραστεί με την κόρη της γιατί δεν ήθελε να την ανησυχήσει στην κατάστασή της. Άλλωστε η Γεωργία, καθώς ήταν εξουθενωμένη από τη διαδρομή, την ακολουθούσε αμίλητη και αγχωμένη, προσπαθώντας με μηχανικές κινήσεις να κρατήσει το σώμα της επάνω στο άλογο, που τα βήματα του είχαν γίνει αργά και βαριά από την κούραση. Δεν ήθελε όμως να την εκνευρίσει με τις φοβίες της. Γνώριζε πολύ καλά ότι λόγω του χαρακτήρα της, εκείνη, όπως πάντα, δε θα άφηνε τίποτα στην τύχη, κάνοντας ότι περνούσε από το χέρι της ώστε το παιδί της σε μία τόσο σημαντική και δύσκολη στιγμή να μην κινδυνεύσει. Ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή αυτή πολλές γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων, αλλά και τα μωρά τους, πέθαιναν επάνω στη γέννα. Στην εποχή μας απ’ όσο γνωρίζω κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια εξαιτίας ιατρικών λαθών και παραλήψεων. Ο θάνατος βλέπεις είναι ο τελευταίος άγνωστος συνομιλητής που δεν κάνει διακρίσεις. Ίσως και γι’ αυτό να μην πήρα την απόφαση να γίνω μάνα, γιατί προφανώς ήμουν δειλή.

Τελικά η Χαρίκλεια δεν είχε κάνει λάθος, στην άκρη του δρόμου άρχισαν ν’ αχνοφαίνονται τα φωτισμένα παράθυρα. Επιταχύνοντας το βηματισμό του αλόγου ζήτησε από την κόρη της να κάνει και κείνη το ίδιο. Η Γεωργία, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι της από την ταλαιπωρία και την κούραση, χτύπησε με το πόδι της την κοιλιά του αλόγου και τραβώντας το χαλινάρι το πρόσταξε να πάει πιο γρήγορα. Εξάλλου δεν είχε όρεξη για κουβέντες. «Το «Χάνι της Αλεξάνδρας» ήταν παλιό, φτιαγμένο από πλιθιά και πέτρα, χτισμένο δίπλα στο δρόμο. Εκεί σταματούσαν για να περάσουν τη νύχτα και να ξεκουράσουν τα ζώα τους ταξιδιώτες απ’ όλες τις γωνιές της χώρας, μιας και το πανδοχείο βρισκόταν ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Οι ιδιοκτήτες του ήταν ο Κωνσταντής και η Αλεξάνδρα. Έτσι τους γνώριζε ο πολύς κόσμος, με τα ονόματά τους. Το ζευγάρι το είχε πάρει ως γαμήλιο δώρο από τους γονείς της νύφης όταν παντρεύτηκαν πριν σαράντα χρόνια. Τις τέσσερις αυτές δεκαετίες που λειτουργούσε είχαν φροντίσει ώστε ν’ αποκτήσει από στόμα σε στόμα καλή φήμη ανάμεσα στους ταξιδευτές, οι οποίοι ήταν άνθρωποι νοικοκυραίοι. Λίγοι όμως γνώριζαν ότι στο πανδοχείο έκρυβαν Κλέφτες κι Αρματολούς που τους κυνηγούσαν οι Τούρκοι επειδή ξεσηκώνονταν εναντίον τους. Η Αλεξάνδρα και ο Κωνσταντής πάνω από το προσωπικό συμφέρον έβαζαν το καθήκον που είχαν απέναντι στην πατρίδα. Γι’ αυτό και είχαν αποφασίσει όσο το έθνος ήταν σκλαβωμένο να μην κάνουν δικά τους παιδιά και με τον τρόπο τους να αφοσιωθούν στην απελευθέρωση της πατρίδας. Τι μέρες που έκρυβαν τους επαναστάτες φρόντιζαν να είναι προσεκτικοί ώστε οι φιλοξενούμενοι ταξιδιώτες να μην κινδυνεύσουν, αλλά και να μην καταλάβουν το παραμικρό.

Η Γεωργία με την Χαρίκλεια όταν πια νύχτωνε είχαν φτάσει στο χάνι. Πριν καλά καλά προλάβουν να χτυπήσουν τη βαριά ξύλινη πόρτα εμφανίστηκε μπροστά τους η Αλεξάνδρα, η οποία άκουσε τα βήματα των αλόγων πάνω στο λιθόστρωτο δρομάκι της αυλής. Για λίγο κοντοστάθηκε όταν είδε δύο γυναίκες μόνες. Ωστόσο, βάζοντάς τες στη μεγάλη σάλα που τη φώτιζε το τζάκι, το μόνο που τις ρώτησε ήταν τα ονόματά τους με σκοπό να τα σημειώσει στο μεγάλο βιβλίο των επισκεπτών που κρατούσε σ’ ένα παλιό συρτάρι δίπλα στην πόρτα της εισόδου. Με τη βοήθεια ενός παραγιού έβαλε τ’ άλογα στο στάβλο για να φάνε και να ξαποστάσουν. Ο Κωνσταντής την είχε αφήσει μόνη της εκείνη τη μέρα, επειδή είχε μεταβεί στη μεγάλη πολιτεία για να πάρει τις απαραίτητες προμήθειες. Όσο η Αλεξάνδρα τακτοποιούσε τ’ άλογα οι δύο γυναίκες την περίμεναν. Στο διάστημα αυτό η Χαρίκλεια έφερε  στο νου της τις στιγμές που είχε περάσει εκεί κάποτε μαζί με τον Ηλία, όταν ακόμα ήταν νιόπαντροι. Η Αλεξάνδρα αφού τελείωσε τις δουλειές της στο στάβλο οδήγησε τις δύο ταξιδιώτισσες στον επάνω όροφο του κτιρίου, εκεί όπου υπήρχαν τα δωμάτια. Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες έστρεψε διακριτικά το βλέμμα της προς την Χαρίκλεια, προσπαθώντας να θυμηθεί αν την είχε ξαναδεί, γιατί το πρόσωπό της τής φαινόταν οικείο. Το δωμάτιο που τις έδωσε για να περάσουν τη νύχτα ήταν ζεστό και σχετικά άνετο. Εκείνο, όπως και η μεγάλη σάλα, είχε στο κέντρο του ένα τζάκι για να ζεσταίνει και να φωτίζει το χώρο. Όταν μπήκαν στο δωμάτιο τις ενημέρωσε πως αν πεινούσαν θα μπορούσαν να φάνε στην τραπεζαρία τα φαγητά που είχε ήδη μαγειρέψει. Η Χαρίκλεια θυμήθηκε τότε ότι η Αλεξάνδρα ήταν γνωστή από παλιά για τις μαγειρικές της ικανότητες. Μάλιστα η ιδιοκτήτρια τις πρότεινε να δοκιμάσουν το αρνάκι με χόρτα του βουνού που είχε φτιάξει στη γάστρα. Οι δύο γυναίκες δέχτηκαν να δειπνήσουν στην τραπεζαρία επειδή εκείνο το βράδυ δεν είχε πολλούς ταξιδευτές στο χάνι κι αυτό τις έκανε να νιώθουν άνετα. Όταν έφαγαν  πήγε και κάθισε μαζί τους η Αλεξάνδρα, η οποία ήταν διακριτική, προσέχοντας να μην κάνει προσωπικές ερωτήσεις. Μάνα και κόρη κοιμήθηκαν ζεστά μέσα στο δωμάτιό τους. Η Γεωργία για πρώτη φορά μετά από καιρό αισθάνθηκε να μην τη βαραίνουν οι σκέψεις εξαιτίας των όσων της είχαν συμβεί. Ξύπνησαν νωρίς το πρωί, πριν ακόμα καλά καλά ξημερώσει. Αφού πλήρωσαν κι έγραψαν ένα μικρό ευχαριστήριο σημείωμα στην Αλεξάνδρα συνέχισαν το δρόμο τους. Αν ήταν τυχερές μπορεί και να μη χρειαζόταν, όπως υπολόγιζαν, να κάνουν άλλη στάση μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Γι’ αυτό και η Γεωργία όσο κι αν ένιωθε αδύναμη είχε αποφασίσει να κάνει κουράγιο. Εξάλλου, δεν ήθελε να βλέπει τη μάνα της να ταλαιπωρείται εξαιτίας της. Για να απασχολεί το μυαλό της χάζευε τις εικόνες που περνούσαν από μπροστά της. Τα μεγάλα δέντρα με τα λιγοστά φύλλα που είχαν πάρει το χρώμα του φθινοπώρου την έκαναν να νιώθει όμορφα. Ήταν πια απόγευμα. Αφού σταμάτησαν για λίγο να φάνε ξεκίνησαν και πάλι το δρόμο του ταξιδιού. Είχε αρχίσει πια να φαίνεται η μεγάλη πολιτεία. Βλέποντάς την, η Χαρίκλεια ένιωσε το δέρμα της ν’ ανατριχιάζει από συναισθήματα. Ήλπιζε ότι αδερφοποίητη ξαδέρφη της, η Ευθαλία, για χάρη των όσων πέρασαν μαζί όταν ήταν παιδιά θα φρόντιζε και θα στήριζε την κόρη της σαν να ήταν δικό της παιδί. Σε λίγες ώρες που θα την αντίκριζε μετά από χρόνια από το βλέμμα της και μόνο θα το καταλάβαινε, μιας και οι δύο αυτές γυναίκες είχαν μάθει να επικοινωνούν χωρίς πολλά λόγια, γιατί πριν ακόμα γεννηθούν, εκείνες και τις μανάδες τους τις είχε ενώσει η μοίρα…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο