Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 2ο

της Γιώτας Αγαπητού   

Φέρνοντας για λίγο στο νου τη συνονόματή μου Γεωργία και τα όσα πέρασε, τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Τη θαυμάζω! Θέλει πολύ δυνατή ψυχή για να μπορέσει μία γυναίκα ν’ αντιταχθεί στα κοινωνικά πρέπει της εποχής της και να φέρει στον κόσμο ένα παιδί που πριν καν ακόμα γεννηθεί το έχουν στιγματίσει ως νόθο. Να πάρει, ξεχάστηκα και πάλι, αναπολώντας τις ζωές των προγόνων μου! Μα πώς πέρασε έτσι η ώρα; Σχεδόν κοντεύουν μεσάνυχτα και τα μάτια μου κλείνουν από την κούραση. Το χέρι μου έχει πιαστεί τόση ώρα που γράφω. Σταματάω εδώ! Θα κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο και θα πέσω για ύπνο. Αύριο το πρωί, αν είμαι καλά, θ’ αρχίσω και πάλι το γράψιμο.

Εν Αθήναις 16 Αυγούστου 1975

Κοντεύει οχτώ το πρωί. Ο ήλιος έξω λάμπει, αν και δεν είναι τόσο καυτός όπως τον Ιούλιο. Άλλωστε, σιγά σιγά προχωράμε προς το φθινόπωρο και μετά στο χειμώνα. Αν η ηλικία που έχω τώρα ήταν εποχή θα ήταν χειμώνας. Είμαι εβδομήντα πέντε ετών, στη δύση της ζωής μου. Πολλές φορές νιώθω τόσο κουρασμένη απ’ αυτά που βίωσα κι όμως έχω την ανάγκη να μιλήσω για όσα θεωρώ ότι μπορούν ν’ αγγίξουν τις καρδιές των ανθρώπων που θα μπουν στον κόπο να τα διαβάσουν.

Αφού ήπια τον καφέ με την ησυχία μου και κάπνισα τρία τέσσερα τσιγάρα, κοιτάζοντας τους λιγοστούς διαβάτες που περνούσαν έξω στο δρόμο, είμαι τώρα πια έτοιμη να ξεκινήσω την αφήγηση.

Όσο κι αν επέμενε ο Ηλίας να συνοδεύσει τη γυναίκα και την κόρη του σε αυτό το ταξίδι, η Χαρίκλεια ήταν ανένδοτη. Εκείνος έπρεπε να μείνει πίσω για ν’ ανοίγει τον καφενέ και να μη δίνει λαβές για κακόβουλα σχόλια. Οι δύο γυναίκες θα τα κατάφερναν να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Εξάλλου, η Χαρίκλεια γνώριζε καλά πως ν’ αυτοπροστατεύεται. Η Γεωργία ένιωθε θλίψη, αλλά και ανακούφιση που θα έφευγε επιτέλους από το χωριό της. Άλλωστε η μάνα της είχε φροντίσει να της διαλύσει κάθε σύννεφο ανησυχίας για όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, αλλά και όλα όσα είχαν ήδη συμβεί, ελπίζοντας ότι ο μοναδικός μάρτυρας του φονικού, ο Ανέστης ο Αλαφροΐσκιωτος, δε θα μαρτυρούσε όσα είδε εκείνο το απόγευμα. Αργά η γρήγορα θα μαθευόταν ότι η Γεωργία έφυγε μακριά. Σκέψεις που, όσο κι αν ήθελε να τις απωθήσει, βασάνιζαν το μυαλό της Χαρίκλειας. Έτσι, αφού φόρτωσαν δύο άλογα με τ’ απαραίτητα πράγματα που θα χρειάζονταν η Γεωργία το διάστημα που θα έμενε στη θεία Ευθαλία ήταν έτοιμες να ξεκινήσουν. Τη στιγμή που αποχαιρετούσε τον άντρα της δεν παρέλειψε να του δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για τη φροντίδα του σπιτικού τους. Η Γεωργία προσπαθούσε ν’ αδειάσει το μυαλό της από τις σκέψεις. Είχαν να διανύσουν μία σχετικά μεγάλη διαδρομή, η οποία θεωρούνταν και αρκετά επικίνδυνη για δύο γυναίκες που θα ταξίδευαν μόνες. Για το λόγο αυτό η Χαρίκλεια φρόντισε να είναι οπλισμένη. Δεν ήταν εξάλλου η πρώτη φορά που έπιανε όπλο στα χέρια της. Στο σημάδι μπορούσε να συναγωνιστεί κάλλιστα  οποιονδήποτε άντρα που θα τολμούσε να τα βάλει μαζί της.

Είχε γεννηθεί πριν πενήντα ακριβώς χρόνια μέσα σε μία σπηλιά στη Θεσσαλία. Ήταν το νόθο παιδί ενός παράφορου έρωτα που δεν είχε αίσιο τέλος. Ο πατέρας της ήταν έμπορος κρασιών και ταξίδευε συχνά στην Ευρώπη, ενώ η μάνα της ήτανε κόρη σιδηρουργού σε  μία κωμόπολη της Ρούμελης. Η ιστορία τους, όπως όλοι οι έρωτες, ξεκίνησε μ’ ένα τυχαίο βλέμμα που στη συνέχεια εξελίχθητε σε μία δραματική ιστορία ζωής. Το ζευγάρι συναντιόταν κρυφά, μιας και ο νεαρός έμπορος Κυριάκος Ράγκος ήξερε πως  δε θα γινόταν αποδεκτός από την οικογένεια της αγαπημένης του Βασιλείας Γκελέα, γιατί είχε τη φήμη του γυναικά. Πολλοί έλεγαν ότι στη Βιέννη είχε γυναίκα και παιδί. Φήμες που όμως ακροβατούσαν ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα. Όταν η Βασιλεία ανακοίνωσε στον Κυριάκο ότι είναι έγκυος και θα έπρεπε να πράξει τα δέοντα, εκείνος χωρίς να πει κουβέντα εξαφανίστηκε. Η νεαρή γυναίκα, νιώθοντας ατιμασμένη, σκέφτηκε να δώσει τέλος στη ζωή της φοβούμενη το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε και θα ήταν δυσβάσταχτο για την οικογένειά της. Όμως δεν είχε το θάρρος να κάνει πραγματικότητα κάτι τόσο δυσάρεστο. Αποφάσισε, λοιπόν, ν’ εγκαταλείψει το πατρικό της, αφού πρώτα θα έγραφε ένα γράμμα που θα τους εξηγούσε το λόγο, ζητώντας τους να τη συγχωρέσουν, αλλά και να μην την αναζητήσουν, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν ανώφελο. Ένα βράδυ που όλοι κοιμόταν, ετοίμασε ένα μικρό μπόγο με λίγα ρούχα, μερικά σκεπάσματα και φαγητό, άφησε το γράμμα επάνω στο τραπέζι κι εξαφανίστηκε χωρίς να γνωρίζει και η ίδια που πηγαίνει. Περπατούσε όλη τη νύχτα, θέλοντας ν’ απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν από τον τόπο της. Περιπλανιόταν για μέρες, μέχρι που βρέθηκε στη Θεσσαλία. Το κορμί της ήταν πια ταλαιπωρημένο και κουρασμένο κι έτρεμε από το κρύο.  Όταν της τελείωσε το φαγητό έτρωγε ότι έβρισκε. Τα βήματά της την οδήγησαν έξω από ένα αρχοντικό, στην πρώτη πόλη που βρέθηκε στο δρόμο της. Η Βασιλεία φτάνοντας σχεδόν μπροστά από την πόρτα κατέρρευσε. Όταν επιτέλους συνήλθε διαπίστωσε ότι η οικοδέσποινα την είχε μαζέψει μέσα στο σπίτι για να την περιποιηθεί. Λίγο αργότερα τους διηγήθηκε πως βρέθηκε εκεί, προσέχοντας, ωστόσο, να μην αναφέρει τίποτα για το παιδί που είχε μέσα στα σπλάχνα της. Η οικογένεια Αγιανόγλου, θέλοντας να τη βοηθήσει, την προσέλαβε ως υπηρέτρια. Τις ελεύθερες ώρες της η Βασιλεία έκανε παρέα με την κόρη τους, την Μυρσίνη, που ήταν σχεδόν συνομήλική της. Με το καιρό ανάμεσα στις δύο νεαρές γυναίκες αναπτύχθηκε μία δυνατή φιλία.

Ο χρόνος περνούσε και η Βασιλεία κάποια στιγμή αποκάλυψε το ένοχο μυστικό της στη φίλης της, ξορκίζοντάς την να μην πει τίποτα σε κανέναν. Άλλωστε είχε αποφασίσει πως όταν θα ερχόταν η ώρα της γέννας να έφευγε και πάλι. Για μία ακόμη φορά έγραψε ένα γράμμα ευχαριστώντας τους κι εξαφανίστηκε. Στην Μυρσίνη ζήτησε να πάει να τη βρει στη μεγάλη σπηλιά που βρισκόταν έξω από την πόλη. Εκεί όπου η νεαρή γυναίκα θα περνούσε τις τελευταίες μέρες της κύησης, αλλά και της ζωής της.

Λίγες μέρες μετά την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Μόνη, χωρίς να πανικοβληθεί, έφερε στον κόσμο την κόρη της. Τον ομφάλιο λώρο τον έκοψε με τα δόντια. Τύλιξε το νεογέννητο με τα λιγοστά κουρέλια που είχε πάρει μαζί της και το θήλασε. Όμως οι πόνοι του κορμιού της ήταν αφόρητοι. Ένιωθε αδύναμη, εξαιτίας της αιμορραγίας. Άφησε την τελευταία της πνοή, έχοντας αγκαλιά το βρέφος, που δεν είχε σταματήσει στιγμή να κρέμεται από το στήθος της νεκρής μάνας. Μετά από αρκετές ώρες η Μυρσίνη κατευθύνθηκε προς τη σπηλιά για να βρει τη φίλη της. Από μακριά άκουσε το σπαρακτικό κλάμα του μωρού, κάτι που την έκανε ν’ ανησυχήσει. Φτάνοντας αντίκρισε μία εικόνα που θα τη στοίχειωνε σε όλη της τη ζωή. Μπήκε μέσα στη σπηλιά βιαστικά, μα για λίγο κοντοστάθηκε, όταν πάνω σε μία κουρελού είδε το άψυχο σώμα της γυναίκας πλημυρισμένο στα αίματα. Στο νεκρό κορμί της κρεμόταν ένα νεογέννητο τυλιγμένο με κουρέλια, χτυπώντας με όση δύναμη είχε τη μάνα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Ταράχτηκε! Μένοντας για λίγο σαστισμένη, μη ξέροντας τι να κάνει, πήρε αγκαλιά το μωρό κι αφού το τύλιξε με μία καθαρή κουβέρτα που είχε φέρει μαζί της προσπάθησε να το ηρεμίσει. Ύστερα το ακούμπησε απαλά σε μιαν άκρη και καθάρισε από τα αίματα το σώμα της Βασιλείας, φροντίζοντας ώστε όσο θα λείπει να μην το μυρίσουν τ’ αγρίμια και το κατασπαράξουν. Όταν έφτασε στο σπίτι την περίμενε η μάνα της, η οποία καθώς την είδε αγκαλιά με το μωρό ξαφνιάστηκε. Εκείνη της εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τι είχε συμβεί, ζητώντας να φροντίσουν ώστε να θαφτεί στο νεκροταφείο της πόλης, μακριά από την οικογένειά της, μιας και αυτή ήταν η επιθυμία της. Η οικογένεια Αγιάνογλου αποφάσισε να κρατήσει και να μεγαλώσει το μωρό, δίνοντάς του το όνομα Χαρίκλεια. Τ’ όνομα της γιαγιά του. Το παιδί μεγάλωνε με πολύ αγάπη και φροντίδα.

Όταν η Μυρσίνη μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε πήρε μαζί της τη Χαρίκλεια, ενώ από τον άντρα της, αφού του είπε όλη την αλήθεια, απλά του ζήτησε ν’ αποδεχτεί το μικρό κορίτσι. Αργότερα η νεαρή γυναίκα απέκτησε και κείνη μία κόρη, την Ευθαλία. Τα δύο παιδιά μεγάλωναν μαζί στο ίδιο σπίτι χωρίς διακρίσεις. Τα χρόνια περνούσαν και ήταν πια ο καιρός που η Χαρίκλεια θα έπρεπε να μάθει την αλήθεια για τη μάνα της και την πραγματική οικογένεια που είχε στη Ρούμελη. Με αυτό τον τρόπο η Μυρσίνη ήθελε να φωτίσει κάθε σκιά που στο μέλλον θα πλανιόταν  πάνω από τη ζωή αυτού του παιδιού. Έτσι, λοιπόν, όταν έγινε δέκα χρονών, εκείνη της αφηγήθηκε την ιστορία της πραγματικής της μητέρας. Την πήγε στο μνήμα που ήταν θαμμένη. Το κορίτσι έκλαψε για ώρα πάνω από τον τάφο, σφίγγοντας με τα δυο μικρά του χέρια το σταυρό που ήταν τοποθετημένος πάνω στο μνήμα, σαν να προσπαθούσε να ζητιανέψει τη μάνα που δεν πρόλαβε να χαρεί. Για τους συγγενείς της δεν είπε κουβέντα, λες και ήταν αποφασισμένη να μη τους συναντήσει ποτέ. Όταν έφτασε δεκαπέντε χρονών γνώρισε τον Ηλία Κωνσταντινίδη που είχε έρθει για να δουλέψει στα κτήματα της οικογένειας Αγιάνογλου. Ένα νέο δυνατό, καλόκαρδο, αλλά και μοναχικό  παλικάρι, σχεδόν είκοσι χρονών. Οι δύο νέοι δεν άργησαν να γίνουν σύντομα ζευγάρι. Πριν τελειώσει η εποχή της σποράς αποφάσισαν να παντρευτούν και να φύγουν από τη Θεσσαλία για να ξεκινήσουν τη ζωή τους σ’ ένα κεφαλοχώρι της Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί ο Ηλίας με τη βοήθεια φίλων και γνωστών θα έστηνε τη δική του δουλειά. Η Χαρίκλεια επιτέλους θ’ άνοιγε τα φτερά της για να πετάξει, ελπίζοντας σε μία καλύτερη μοίρα από εκείνη της μάνας της. Έδωσε όμως όρκο στην οικογένεια που τη μεγάλωσε ότι θα συνεχίσει να κρατάει τους δεσμούς της μαζί τους σαν να είναι δικοί της γονείς. Εξάλλου, η Μυρσίνη για κείνη ήταν η δεύτερη μάνα της από την πρώτη κιόλας μέρα της ζωής της. Με την Ευθαλία αποφάσισαν το τελευταίο βράδυ πριν φύγει να γίνουν αδελφοποιητές, ενώνοντας το αίμα που έτρεχε από τα χαραγμένα με μαχαίρι χέρια τους.

Τώρα, μετά από χρόνια, η Χαρίκλεια θα ζητούσε και πάλι τη βοήθεια της «ξαδέρφης» Ευθαλίας, όπως την αποκαλούσε. Θα της εμπιστευόταν την κόρη της, την Γεωργία, που βίωνε την πιο σημαντική στιγμή της ζωής της, με την ελπίδα ότι η νεαρή εγκυμονούσα δε θα είχε την ίδια τύχη με τη γιαγιά της, την Βασιλεία, που πέθανε πριν προλάβει ακόμα να ζήσει…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο