efhmerida1

Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 27ο 

 της Γιώτας Αγαπητού

Η Χαρίκλεια ένιωθε εκείνο το βράδυ να πνίγεται. Είχε ανάγκη από λίγο αέρα. Πόσα ν’ αντέξει η δόλια η γυναίκα. Μέσα σε λίγους μήνες είχαν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή της οικογένειάς της κι όσο κι αν πάλευε δεν ήταν εύκολο να το διαχειριστεί. Τούτες τις δύσκολες ώρες θα ήθελε να είχε δίπλα της την Μυρσίνη και την Ευθαλία για να τους ανοίξει την καρδιά της. Απορροφημένη στις σκέψεις της ούτε που αντιλήφθηκε ότι ο Ηλίας και η Γεωργία την καληνύχτισαν και πήγαν για ύπνο. Ο άντρα της, που τη γνώριζε καλά, καταλάβαινε πότε η γυναίκα του είχε ανάγκη να μείνει μόνη της κι αυτό ήταν κάτι που το σεβόταν. Τώρα πια στο δωμάτιο, αφού έφυγαν όλοι, δεν είχε απομείνει παρά μόνο η δική της σκιά. Γύρισε και την κοίταξε κατάματα, λες κι έβλεπε έναν άγγελο ζητιάνο να την ακολουθεί. Πήγε προς τον τοίχο και με τ’ ακροδάχτυλά της προσπάθησε να την αγγίξει, σαν να ‘θελε να την παρηγορήσει. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε να κατακλύζεται η ψυχή της από την ίδια της την ύπαρξη. Ξάφνου, η σκιά, σαν ένας βιαστικός διαβάτης, χάθηκε από μπροστά της και κρύφτηκε πίσω από το παράθυρο, αφήνοντας της μία αίσθηση γαλήνης. Η Χαρίκλεια αφού έσβησε τη φλόγα από τη λάμπα λαδιού, ανέβηκε ένα ένα τα σκαλιά και πήγε για ύπνο. Ήταν όμως αποφασισμένη να μη λυγίσει ό,τι κι αν θα συνέβαινε στο μέλλον.

Για μία ακόμα φορά με βρίσκει το ξημέρωμα να παλεύω με αναμνήσεις, τις οποίες προσπαθώ όσο μπορώ καλύτερα να τις μετουσιώσω σε λέξεις, για να σας περιγράψω όσα μου έχουν αφηγηθεί οι πρόγονοί μου. Αυτή τη στιγμή νιώθω τα δάχτυλά μου μουδιασμένα από τις τόσες ώρες συνεχούς γραψίματος. Με το ζόρι συγκρατώ τα μάτια μου που προσπαθούν να κλείσουν. Ο Νώντας ξαπλωμένος πάνω στον μικρό καναπέ, δίπλα στην μπαλκονόπορτα, ροχαλίζει του καλού καιρού. Το δύστυχο γατί, όλη τη μέρα δεν του ‘δωσα καμία σημασία. Αν και μένουμε στο ίδιο σπίτι, δεν έχω ιδέα πως πέρασε τη μέρα του. Επιτέλους όμως λέω να πάω να κοιμηθώ, γιατί σήμερα το παράκανα.

10 Οκτωβρίου 1975

Σιγά σιγά άρχισε να φθινοπωριάζει. Οι μέρες που πέρασαν ήταν λίγο περίεργες,   εξαιτίας ενός ξεχασμένου τραύματος στο δεξί πλευρό μου, το οποίο μ’ ακολουθεί από το μακρινό παρελθόν. Το άτιμο, λες και το κάνει επίτηδες, ξεκίνησε και πάλι να μ’ ενοχλεί.  Θέλει να μου θυμίσει την ύπαρξή του, γυρίζοντας το ρολόι πίσω. Τότε, που μου το είχε προκαλέσει ένας πελάτης, την εποχή των σκοτεινών χρόνων της δικτατορίας του Μεταξά. Ο εν λόγω «κύριος» ήταν διοικητής της αστυνομίας, που του άρεσε ν’ ασκεί βία με όποιο τρόπο μπορούσε, ακόμα και στις πιο προσωπικές και ιδιαίτερες στιγμές του. Αφού δεν είχε τη δυνατότητα να εκτονώσει τις ορέξεις του στην κατά τ’ άλλα αξιοπρεπή και θρησκόληπτη γυναίκα του, ερχόταν συχνά στα Βούρλα. Όλα τα κορίτσια εκεί τον απέφευγαν από φόβο. Εγώ όμως δεν τον υπολόγιζα καθόλου. Εκείνη τη μέρα, έχοντας τελειώσει τη δουλειά του, μπαίνοντας στο δωμάτιο μού δήλωσε με στόμφο ότι είχε ολοκληρώσει μ’ επιτυχία την ανάκριση δύο αντιφρονούντων που εχθρεύονταν το καθεστώς. Χωρίς να το καταλάβω έβγαλε το μικρό μαχαίρι που είχε στη ζώνη του και με μία γρήγορη κίνηση μού χαράκωσε απ’ άκρη σ’ άκρη το πλευρό, θέλοντας -όπως είπε- να μου δείξει πως συμπεριφέρεται στους εχθρούς της πατρίδας και τούς κομουνιστές. Δε θα ξεχάσω το αίμα που έτρεχε ζεστό πάνω στο κορμί μου. Χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου, πήρα μία μικρή πετσέτα που ήταν δίπλα στο νιπτήρα και κάλυψα την πληγή που αιμορραγούσε. Εκείνος τα έχασε. Δεν περίμενε τέτοια αντίδραση. Είχε μάθει μια ζωή να τον τρέμουν. Έκανε όμως ένα σοβαρό λάθος. Δεν γνώριζε ότι και μένα η ζωή με δίδαξε να μη φοβάμαι κανέναν. Με ύφος απαξιωτικό κι αποφασιστικό τού ζήτησα να πληρώσει και να φύγει από το δωμάτιο. Πιστεύω ότι για πρώτη φορά αυτός ο άνθρωπος ένιωσε ηττημένος. Χωρίς να πει κουβέντα, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, πέταξε τα λεφτά επάνω στο κομοδίνο κι έφυγε τρέχοντας σαν κυνηγημένο αγρίμι από τα Βούρλα. Από τότε κανείς δεν τον ξανάδε ποτέ. Μετά από λίγα χρόνια έμαθα τυχαία ότι σκοτώθηκε στα βουνά της Αλβανίας. Τουλάχιστον είχε την τόλμη, σε αντίθεση με κάποιους άλλους, να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Κάτι που του έλλειπε όσο βρίσκονταν εν ζωή.

Το παλιό αυτό τραύμα με ανάγκασε τις προηγούμενες μέρες να επισκεφτώ ένα   νοσοκομείο. Ομολογώ όμως πως τέτοιου είδους χώρους δεν τους συμπαθώ καθόλου για πολλούς λόγους. Γι’ αυτό άλλωστε προσπαθώ να τους αποφεύγω κι όσο μπορώ. Προς θεού! Δεν αναφέρομαι στους γιατρούς. Εξάλλου γι’ αυτούς έχω να πω πως ήταν οι καλύτεροι πελάτες που είχα. Μπορεί βέβαια να ήταν λίγο σπαγκοραμμένοι, άλλα όποτε τούς χρειαζόμασταν μαζί με τ’ άλλα κορίτσια στη δουλειά, εκείνοι μας έδιναν σχεδόν πάντα δωρεάν συμβουλές και φάρμακα. Στον χώρο μας κάτι τέτοιο είναι πολύ σημαντικό βλέπετε.

Σήμερα επιτέλους μετά από καιρό ξύπνησα χωρίς να πονάω, νιώθοντας την ανάγκη ν’ αρχίσω και πάλι το γράψιμο. Όλο αυτό το διάστημα που είχα να πιάσω το στυλό στα χέρια μου σκεφτόμουν λέξη προς λέξη όσα είχα να σας διηγηθώ. Τυχαία πριν λίγα χρόνια είχα διαβάσει σε μια εφημερίδα ότι ένας κολομβιανός συγγραφέας είχε εκδώσει ένα βιβλίο που αναφέρονταν στην πορεία μιας φανταστικής οικογένειας μέσα σ’ έναν αιώνα. Αυτό με συγκίνησε πολύ. Ίσως να μ’ ενέπνευσε κιόλας ώστε να καταγράψω και γω την ιστορία των δικών μου προγόνων. Κάποια στιγμή, όταν θα ‘χω τελειώσει μ’ αυτή την προσπάθεια και είμαι ακόμα υγιής, θα αγοράσω το βιβλίο του για να το διαβάσω.

Ο Νώντας, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, όλες αυτές τις μέρες μού δίνει την αίσθηση ότι πέφτει σε χειμερία νάρκη. Ίσως όμως να φταίει κι η αλλαγή τού καιρού. Γέρασε πολύ ο καημένος. Φοβάμαι ότι ένα πρωί θα ξεχάσει να ξυπνήσει και θα μ’ αφήσει μόνη κι έρημη σ’ αυτό το σπίτι. Τρέμω σε τούτη τη σκέψη. Τον αγαπώ πολύ τον δόλιο τον ψωρόγατο. Τέλος πάντων. Δεν θέλω να μοιρολατρώ. Γι αυτό και θα ξεκινήσω να σας διηγούμαι την ιστορία από κει που είχα σταματήσει.

Την άλλη μέρα λοιπόν η Χαρίκλεια πετάχτηκε από το κρεβάτι την ίδια ώρα μαζί με τον Ηλία. Ήθελε να του ζητήσει να πει στον Διαμαντή να έρθει στο σπίτι για να τον αποχαιρετήσει και να του δώσει την ευχή της. Στο μυαλό της όμως τριβέλιζε και η σκέψη πως θα έπρεπε να ταχυδρομήσουν όσο το δυνατόν συντομότερα εκείνο το γράμμα στους δύο γιους τους, που ωστόσο το ένιωθε σαν μαχαίρι στην καρδιά. Ήξερε βέβαια πως ο άντρας της δεν θα το ξεχνούσε και γι’ αυτό σκεφτόταν να μην του αναφέρει τίποτα, γιατί δεν ήθελε να τον πικράνει. Εξάλλου την απασχολούσαν κι άλλα πράγματα πιο επείγοντα. Όπου να ‘ναι κόντευε να έρθει η ώρα που θα γεννούσε η κόρη τους, η Γεωργία…

Θα μου επιτρέψετε όμως να βάλω μία παρένθεση στην αφήγησή μου, εξαιτίας ενός  συνθήματος που είδα γραμμένο λίγους μήνες πριν σ’ έναν τοίχο, ως αντίδραση στον πόλεμο τού Βιετνάμ:

«Για μία ακόμα φορά σκοτώσανε το περιστέρι της ειρήνης. Το κλαδί ελιάς που κρατούσε στο ράμφος του έπεσε με κρότο πάνω στη ματωμένη γη προσπαθώντας ν’ αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων.».

Δυστυχώς με αφορμή την επανάσταση του 1821 σκέφτομαι πως η δική μου γενιά έζησε κι αυτή πολλά δυσάρεστα γεγονότα, ίσως πιο έντονα και γνωστά απ’ όσα βίωσαν κάποιοι πρόγονοί μου. Μακάρι οι επόμενες γενιές που ακολουθούν να εμπνευστούν από τους παλαιότερους και αντί να επαναπαυθούν στις δάφνες των προγόνων τους, να παλέψουν και κείνοι για ένα καλύτερο μέλλον…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο

Δικαιούχος ονόματος τομέα (domain name)
Ε. ΛΑΣΚΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΝΩΜΗ
ΑΦΜ: 082164919
ΔΟΥ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Ιδιοκτήτης: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Νόμιμος εκπρόσωπος: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής σύνταξης: Γιώργος Πανταζίδης
Διαχειριστής: Λασκαράκης Εμμανουήλ

Αρ. Μ.Η.Τ.: 232167

LOGO MHT RGB

              Μέλος του

media
Η ΓΝΩΜΗ - Καθημερινή Εφημερίδα της Θράκης

Τέρμα Αγίου Δημητρίου, Αλεξανδρούπολη

Τηλ 25510 24222, 29888

Fax : 25510 80606

email :  gnomi@gnomionline.gr