efhmerida1

Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης – Μέρος 26ο 

 της Γιώτας Αγαπητού      

Ο Ηλίας είχε πάψει πια εδώ και καιρό να ενδιαφέρεται για τα σχόλια του κόσμου. Εξάλλου θεωρούσε πως υπήρχαν πιο σημαντικά γεγονότα από τα δικά του οικογενειακά προβλήματα που θα έπρεπε ν’ απασχολούν τους συγχωριανούς του. Άλλωστε για κείνον προείχε να μπει μία τάξη στο σπιτικό του σε μία τόσο δύσκολη και καθοριστική περίοδο για το μέλλον της πατρίδα του. Στην κόρη του, τη Γεωργία, ήταν αδιάφορο το τι θα έκαναν τ’ αδέρφια της. Γι’ αυτήν ήταν απλά δύο άνθρωποι που έτυχε να γεννηθούν από την ίδια μήτρα και τίποτε άλλο. Έτσι, μάνα και κόρη, αποφάσισαν να συνεχίσουν ήσυχα την υπόλοιπη  μέρα τους, αδιαφορώντας προς το παρόν για κείνο το γράμμα. Το φως σιγά σιγά διαδέχτηκε το σκοτάδι. Ο Ηλίας  με τον Διαμαντή ετοιμάζονταν να κλείσουν τον καφενέ. Αφού πρώτα τελείωσαν τις δουλειές τους, κάθισαν σε μία καρέκλα κι άρχισαν να μιλούν για τις ετοιμασίες που θα έπρεπε να γίνουν ώστε να μπορέσει ο νεαρός άντρας να φύγει στα βουνά, ακολουθώντας τον Εμμανουήλ Παπά και τα παλικάρια του. Ο παραγιός   το μόνο που του ζήτησε ήταν η ευχή του. Στην αρχή αρνιόταν την οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από κείνον. Όμως τελικά δέχτηκε για να μην τον πικράνει.

Ο Διαμαντής είχε προσέξει πόσο σκεπτικός και στεναχωρημένος ήταν όλη την ημέρα ο Ηλίας, αν και φρόντιζε να το κρύβει προσεκτικά από τους πελάτες του. Όχι όμως κι από τον ίδιο, που τον γνώριζε καλά. Γι’ αυτό και πήρε το θάρρος να τον ρωτήσει τι έχει. Εκείνος, λες και το είχε μεγάλη ανάγκη να βγάλει τον νταλκά που κουβαλούσε μέσα του, τού ανέφερε για το γράμμα που τον τάραξε. Για την απόφαση των δύο γιων του να φύγουν στην Πόλη, απολαμβάνοντας την προστασία του Σουλτάνου, αλλά και την επιθυμία που εξέφρασαν να τούς ακολουθήσουν οι γονείς και η αδερφή τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια που του τα διηγούνταν όλα αυτά, ο Διαμαντής τον κοιτούσε γεμάτος συμπόνοια, νιώθοντας στην ψυχή του την ντροπή που βάραινε τον Ηλία. Μα από σεβασμό δεν τόλμησε να ξεστομίσει κουβέντα. Γιατί ακριβώς δεν ήθελε να τον πικράνει περισσότερο. Ωστόσο, ήταν η ώρα που θα έπρεπε αναγκαστικά να κλείσουν το μαγαζί για να πάνε στα σπίτια τους, μιας και η Χαρίκλεια θ’ ανησυχούσε.

Σε όλη τη διαδρομή ο Ηλίας σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο θα συνέτασσαν μαζί  με τη σύζυγο του μια τυπική απάντηση στους γιους τους. Όμως πριν απ’ όλα ήταν ανάγκη να δεχτεί και κείνη. Μπαίνοντας στο σπίτι βρήκε τις δύο γυναίκες να τον περιμένουν. Σαν να μη συνέβαινε τίποτα το ιδιαίτερο, συμπεριφέρθηκε όπως κάθε φορά. Μάνα και κόρη δεν είπαν τίποτα. Απλώς προσμέναν απ’ αυτόν να μιλήσει πρώτος για τα χθεσινοβραδινά γεγονότα. Ο Ηλίας αφού έκανε ένα ζεστό φασκόμηλο, κάθισε στην καρέκλα και πίνοντας  μια γουλιά από το ζεστό φλιτζάνι, πολύ ήρεμα τις ανακοίνωσε την απόφασή του. Αν και κείνες συμφωνούσαν, είχε σκοπό τώρα κιόλας ν’ απαντήσει στους γιούς του, καθώς θεωρούσε πως τα πολλά λόγια ήταν υπερβολή. Η απάντηση που θα τους έστελνε έπρεπε να είναι λιτή, σχεδόν λακωνική. Χωρίς μελοδραματισμούς και υστερίες. Γνώριζε άλλωστε πως η γυναίκα του θ’ άφηνε κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και θα φερόταν όπως αρμόζει σε μία τέτοια περίσταση. Η Γεωργία, ακούγοντας τον πατέρα της, συνειδητοποίησε τον απέραντο σεβασμό που ένιωθε για κείνον, θαυμάζοντας τον τρόπο με τον οποίο  χειριζόταν τις καταιγίδες που χτυπούσαν το σπιτικό τους.

Αφού πρώτα κουβέντιασαν για το τι θα έπρεπε να τους γράψουν, η Χαρίκλεια σηκώθηκε από την καρέκλα της και κατευθύνθηκε προς το μικρό γραφειάκι που βρισκόταν κάτω απ’ τη σκάλα. Πήρε από το συρτάρι μία κόλλα χαρτί, μαζί με το μελανοδοχείο και χωρίς να πει κουβέντα, ήρεμα και συγκεντρωμένα, άρχισε να σχηματίζει μία μία τις λέξεις που πότιζαν αργά το χαρτί.

Δευτέρα πέντε Μαρτίου 1821.

            – Αγαπητά μου παιδιά, εχθές το πρωί λάβαμε γράμμα σας μετά από καιρό και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Κατανοούμε βέβαια ότι λόγω των πολλών υποχρεώσεων δεν είναι εύκολο ν’ αφιερώνετε λίγο παραπάνω από τον πολύτιμο χρόνο που έχετε ώστε να μας γράφετε πιο συχνά για να μαθαίνουμε τα νέα σας. Εμείς εδώ είμαστε καλά. Όσο καλά βέβαια μπορεί να νιώθει κάποιος που η πατρίδα του βρίσκεται κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Παρόλα αυτά χαίρουμε άκρας υγείας, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό που χρειάζεται να γνωρίζετε. Αν και κάθε φορά που λαμβάνουμε νέα σας χαιρόμαστε, δυστυχώς αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σεβόμαστε την επιλογή σας να μετακομίσετε στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας την αμέριστη υποστήριξη του Σουλτάνου. Μία τέτοια κίνηση βέβαια μάς βρίσκει αντίθετους για πολλούς λόγους που δεν χρειάζεται να τους αναφέρω. Ίσως επειδή τους γνωρίζετε ήδη. Όσο για την απάντησή μας στην πρότασή να σας ακολουθήσουμε είναι  κατηγορηματικά όχι. Εμείς θα συνεχίσουμε να μένουμε στη γη των προγόνων μας και θ’ αγωνιζόμαστε με όποιο τρόπο μπορούμε, αδιαφορώντας για το τίμημα.

            Ευχόμαστε λοιπόν καλή τύχη σ’ αυτή την επιλογή και ως γονείς στέλνουμε πάντα τις ευχές μας. Παρακαλούμε όμως για όσο καιρό θα βρίσκεστε σ’ εχθρικά χώματα να μην επικοινωνήσετε μαζί μας ό,τι κι αν γίνει.

            Καλή τύχη στη νέα σας ζωή. Ελπίζουμε γρήγορα να μετανιώσετε γι’ αυτή την απόφαση και να γυρίσετε πίσω. Να προσέχετε. 

            Υ.Γ. Την αγάπη και τα φιλιά μας στις γυναίκες και τα παιδιά σας.

            Η οικογένειά σας.

            Όταν τελείωσε το γράψιμο η Χαρίκλεια, ατάραχη και χωρίς να σηκώσει τα μάτια της,  πήρε τις σελίδες, τις δίπλωσε προσεκτικά βάζοντάς τες στο φάκελο κι έγραψε τη διεύθυνση. Ο Ηλίας συνέχιζε όλη αυτή την ώρα να στέκεται απέναντί της ήρεμος, πίνοντας το φασκόμηλό του. Πρωί – πρωί, καθώς θα πήγαινε στον καφενέ, θα ταχυδρομούσε το γράμμα. Όλοι τους χωρίς να καταφέρουν να το ξεστομίσουν, ένιωθαν ένα βάρος να βγαίνει απ’ την ψυχή τους. Ακολούθησαν στιγμές σιωπής. Το δωμάτιο που φωτίζονταν από τη λάμπα λαδιού, η οποία ήταν ακουμπισμένη στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο, έκανε τις σκιές πάνω στον τοίχο να φαίνονται τεράστιες και σχεδόν εξωπραγματικές.

Μερικά λεπτά αργότερα η Χαρίκλεια, λες και την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε απότομα από την καρέκλα και κατευθύνθηκε στην κουζίνα, ψάχνοντας για κάτι χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι είναι. Ο Ηλίας την κοίταζε βουβός. Ήθελε να σπάσει τη σιωπή που επικρατούσε, αλλάζοντας θέμα. Με φωνή που πάλευε να δείξει χαρούμενη ανακοίνωσε πως ο Διαμαντής  σε λίγες μέρες, αν όλα πήγαιναν καλά, θ’ ανέβαινε στα βουνά, στο πλευρό του Εμμανουήλ Παπά, που ετοιμάζονταν να κάνει επανάσταση σε Μακεδονία και Θράκη. Τα μάτια του όμως βούρκωσαν. Μέσα του πάλευαν ανάμεικτα συναισθήματα. Οι δύο γυναίκες στο άκουσμα της είδησης ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Τουλάχιστον ο Διαμαντής που ήταν και κείνος μέλος της οικογένειας, έπραττε το σωστό. Όμως η ψυχή της Χαρίκλειας δεν μπορούσε να ηρεμήσει, γιατί φώλιαζε μέσα της η έγνοια τού νεαρού παλικαριού. Φοβόταν μήπως δεν τον ξαναδεί. Από τότε που μπήκε στο σπιτικό τους ονειρευόταν να τον ντύσει γαμπρό και να φτιάξει με τα χέρια της τα προικιά του…

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο

Δικαιούχος ονόματος τομέα (domain name)
Ε. ΛΑΣΚΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΝΩΜΗ
ΑΦΜ: 082164919
ΔΟΥ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Ιδιοκτήτης: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Νόμιμος εκπρόσωπος: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής σύνταξης: Γιώργος Πανταζίδης
Διαχειριστής: Λασκαράκης Εμμανουήλ

Αρ. Μ.Η.Τ.: 232167

LOGO MHT RGB

              Μέλος του

media
Η ΓΝΩΜΗ - Καθημερινή Εφημερίδα της Θράκης

Τέρμα Αγίου Δημητρίου, Αλεξανδρούπολη

Τηλ 25510 24222, 29888

Fax : 25510 80606

email :  gnomi@gnomionline.gr