Η ιστορία μίας ανήλικης πόρνης – Μέρος 1ο

της Γιώτας Αγαπητού 

Εν Αθήναις 15 Αυγούστου 1975

Ονομάζομαι Γεωργία Χατζηκωνσταντινίδου του Αθηνόδωρου και της Κλεονίκης το γένος Δοξαρά. Ο κόσμος όμως με γνωρίζει ως Γωγώ η Ψυχοπονιάρα. Γεννήθηκα ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στις 21 Μαρτίου του 1900 σ’ ένα κεφαλοχώρι της Κεντρικής Μακεδονίας. Ένα μέρος που θύμιζε σωστό παράδεισο λόγω των οπωροφόρων δέντρων του. Ήταν ένας ευλογημένος τόπος. Την άνοιξη που άνθιζαν και γέμιζαν τα κλαδιά με ροζ και άσπρα λουλούδια το τοπίο θύμιζε εκλεπτυσμένο πίνακα ζωγραφικής. Τα παιδιά έπαιζαν γελώντας ανάμεσα στα δέντρα και οι μεγάλοι, έχοντας για συντροφιά τους τις χαρούμενες παιδικές φωνές που συνόδευαν τα τραγούδια τους, φρόντιζαν τη γη που δεν τους είχε προδώσει ποτέ.

Ο τόπος μου ήταν από τους πιο πλούσιους της περιοχής, αν και είχε ταλαιπωρηθεί από τους Τούρκους και Βούλγαρους κατακτητές. Οι κάτοικοί του χωριού, που οι περισσότεροι ήταν εύποροι, ένιωθαν περήφανοι και δεν έσκυβαν το κεφάλι στους ξένους αφέντες. Πολλά από τα παλικάρια μας είχανε πάρει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Το νεκροταφείο του χωριού ήταν γεμάτο από τα ιερά οστά των ανδρών που θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση της πατρίδας. Σχεδόν κάθε σπιτικό είχε κι από ένα νεκρό ή ένα τραυματία. Αυτό τους έκανε να νιώθουν περηφάνια και όχι πόνο που τα παιδιά τους πολέμησαν δίπλα στους σπουδαίους καπεταναίους του αγώνα. Αυτός ο πόλεμος, όπως και κάθε πόλεμος, άφησε πίσω του χήρες και ορφανά που έχαιραν το σεβασμό και την εκτίμηση του κόσμου, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους βοηθήσει. Όταν φέρνω στο μυαλό μου τον τόπο που γεννήθηκα το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι τα όμορφα αρχοντικά που ήταν φτιαγμένα από πέτρα και ξύλο. Επιβλητικά και αγέρωχα στέγαζαν τα όνειρα και τις ελπίδες ανθρώπων που τη λέξη φτώχεια και πείνα δεν την είχαν γνωρίσει. Εντούτοις, οι κατακτητές είχαν βρει τρόπο να τους ληστεύουν δια μέσω των φόρων.

Μέσα στους τόσους αιώνες σκλαβιάς κι αιχμαλωσίας πολλοί από τους κατοίκους σε συνεργασία με άνδρες των γύρω περιοχών αντιτάσσονταν στο σουλτάνο κι επαναστατούσαν. Εξεγέρσεις που συνήθως πνίγονταν στο αίμα. Υπήρχαν ωστόσο και οι γυναίκες που εναντιώθηκαν στους Τούρκους, όταν εκείνοι προσπαθούσαν ν’ ασεβήσουν πάνω στο άσπιλο κορμί τους. Τότε αυτές με το μικρό μαχαίρι που είχαν κρυμμένο στη ζώνη της ποδιάς τους τούς αφαιρούσαν τη ζωή. Ενώ άλλες προτίμησαν ν’ αυτοκτονήσουν παρά να ντροπιάσουν την οικογένειά τους, φέρνοντας στο κόσμο τον καρπό του βιασμού τους. Οι άντρες στον τόπο μου σεβόταν πολύ τις γυναίκες και δεν  τις πλησίαζαν παρά μόνο όταν είχαν σοβαρό σκοπό.

Η Γεωργία Κωνσταντινίδου γεννήθηκε στις αρχές του περασμένου αιώνα. Ήταν κόρη της Χαρίκλειας και του Ηλία Κωνσταντινίδη που είχε το μοναδικό καφενέ του χωριού. Εκεί, μαζεύονταν και συζητούσαν για όσα συνέβαιναν, πίνοντας και καπνίζοντας, οι άντρες του τόπου. Ο χώρος αυτός ήταν άβατο για τις γυναίκες. Πολλές φορές, αν και δεν ήταν καλοδεχούμενοι, σύχναζαν και οι Τούρκοι φοροεισπράκτορες, που ερχόταν από τη διπλανή πολιτεία. Η οικογένεια είχε αποκτήσει οκτώ παιδιά, μα το μοναδικό κορίτσι ήταν η Γεωργία, που από μικρή βοηθούσε τη μάνα της στις δουλειές του σπιτιού. Είκοσι χρονών κοπέλα, δροσερή, σαν τα κρύα τα νερά που αναβλύζουν από μυστικές πηγές, είχε ανθίσει όπως τα καρποφόρα δέντρα την άνοιξη και ήταν έτοιμη να φτιάξει το δικό της σπιτικό, όπως σχεδίαζαν οι γονείς της. Παρόλο που τη διεκδικούσαν πολλοί μνηστήρες εκείνη είχε αποφασίσει ότι δεν ήθελε να παντρευτεί, αλλά να μείνει κοντά τους για να τους φροντίζει. Προβάλλοντας διάφορες προφάσεις έδιωχνε κάθε προξενιό που της έφερναν. Είχε μάλιστα απαιτήσει από τ’ αδέρφια της να παντρευτούν, πηγαίνοντας έτσι κόντρα στα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής.

15 Αυγούστου του 1820

Απόγευμα. Η Γεωργία ξεκίνησε να πάει να φέρει νερό από τη μεγάλη βρύση που βρισκόταν απομονωμένη στην άλλη άκρη του χωριού για τον καφενέ του πατέρα της. Δεν είχε καταλάβει όμως ότι την παρακολουθούσε ένας άντρας. Ένας από τους Τούρκους φοροεισπράκτορες που είχε έρθει στο χωριό για να επιβλέπει τις πωλήσεις των φρούτων, αλλά και να υφαρπάξει τα χρήματα που θα έπαιρναν οι αγρότες, τη βίασε. Πεινασμένος για γυναικεία σάρκα έπεσε πάνω της σαν αγρίμι. Η Γεωργία όσο κι αν προσπάθησε ν’ αντισταθεί δεν τα κατάφερε. Ο βιαστής ήταν τόσο δυνατός και βίαιος που γεμάτος θυμό και λύσσα την άφησε ημιλιπόθυμη κι έτρεξε να χαθεί μέσα στο δάσος. Η κοπέλα όταν συνήλθε, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, τίναξε τα χώματα από τα ρούχα της, έπλυνε το πρόσωπο και το σώμα της από τα αίματα και αφού γέμισε τη στάμνα με νερό από τη βρύση, παρόλο που πονούσε αφάνταστα, συνέχισε το δρόμο της. Η ψυχή της ήταν πλημυρισμένη από μίσος. Ήξερε καλά ότι στον καφενέ θα συναντούσε τον βιαστή της. Φτάνοντας στο μαγαζί του πατέρα της είδε τον Τούρκο φοροεισπράκτορα παρέα με άλλους να καπνίζει ανέμελος τον ναργιλέ του, ενώ γεμάτος περηφάνια τους διηγούνταν χαμηλόφωνα «το κατόρθωμά του». Η νεαρή γυναίκα ένιωθε το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι της. Έμεινε όμως ατάραχη. Δεν ήθελε να καταλάβει κανείς, μα προπάντων ο πατέρας της, τι είχε συμβεί. Για μία στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τότε ο Τούρκος έφτυσε στο πάτωμα, κοιτάζοντάς την περιφρονητικά. Η Γεωργία είχε πάρει απόφαση, όπως κάθε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της, να τον εκδικηθεί. Αφού άφησε τη γεμάτη στάμνα με το νερό, χωρίς να πει κουβέντα σε κανέναν, άνοιξε την πόρτα του καφενέ κι εξαφανίστηκε σαν αερικό.

Το σκοτάδι είχε αρχίσει ν’ αγκαλιάζει το χωριό. Εκείνη είχε κρυφτεί από ώρα πίσω από το μισογκρεμισμένο σπίτι του Ανέστη του Αλαφροΐσκιωτου, περιμένοντας υπομονετικά τον βιαστή της. Για να παίρνει δύναμη και κουράγιο κρατούσε τη λαβή του μικρού και κοφτερού μαχαιριού της που είχε κρυμμένο στη μέση της. Τα λεπτά κυλούσαν. Για μια στιγμή απογοητεύτηκε γιατί φοβήθηκε ότι δε θα περνούσε από το σημείο αυτό ο Τούρκος. Σκεφτόταν ότι όπου να ‘ναι ο κύρης της θα έκλεινε το καφενείο και θα γύριζε στο σπίτι. Τ’ αδέρφια της εδώ και πολύ καιρό έλλειπαν από το χωριό, μιας και είχαν αρχίσει ν’ ασχολούνται με το εμπόριο. Στη μάνα της δεν ήξερε τι δικαιολογία να πει. Όμως αυτή τη στιγμή το μόνο που προείχε ήταν να πάρει την εκδίκηση της με οποιοδήποτε τίμημα. Καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας άκουσε από μακριά βήματα. Παρά το σκοτάδι μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει τη μισητή αντρική φιγούρα που στοίχειωνε την ψυχή και το σώμα της. Αυτά τα λεπτά της φάνηκαν αιώνες μέχρι τη στιγμή που εκείνος πέρασε από μπροστά της. Η Γεωργία αποφασισμένη και χωρίς να δειλιάσει του κάρφωσε πολλές φορές με δύναμη το μαχαίρι στην πλάτη, ενώ τον έβλεπε καθώς  ξεψυχούσε να την παρακαλάει για έλεος. Εκείνη όμως απέστρεψε το βλέμμα της από πάνω του και το έστρεψε προς το μισογκρεμισμένο σπίτι. Μέσα στο σκοτάδι είδε τον Ανέστη τον Αλαφροΐσκιωτο να την κοιτάζει για λίγο και να  εξαφανίζεται πίσω από τα χαλάσματα. Εντούτοις, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, καθάρισε το μαχαίρι από τα αίματα με ότι βρήκε μπροστά της και με όση δύναμη είχε έσυρε το κουφάρι στην κοντινή ρεματιά, εκεί όπου σύχναζαν τ’ αδέσποτα σκυλιά, με σκοπό να τον κατασπαράξουν. Τώρα ένιωθε ικανοποιημένη που είχε πάρει την εκδίκησή της. Γυρνώντας στο σπίτι την περίμενε η μάνα της αναστατωμένη, όμως η Γεωργία δεν της είπε τίποτα για όσα συνέβησαν, ενώ απέφευγε το καχύποπτο βλέμμα της, λες και υποπτευόταν ότι κάτι δυσάρεστο της έκρυβε η κόρης της. Την άλλη μέρα το χωριό ξύπνησε αντικρίζοντας έναν ακόμα νεκρό Τούρκο. Οι κάτοικοι ήταν σίγουροι ότι για το φονικό αυτό θα υπάρξουν αντίποινα, όμως ήταν αποφασισμένοι για μία ακόμα φορά να προστατεύσουν την τιμή και την υπόληψή τους και να μην προχωρήσουν σ’ έρευνες, αφού υποπτεύονταν ότι ο Τούρκος είχε δολοφονηθεί από γυναικείο χέρι. Πολύ γρήγορα έπαψαν ν’ ασχολούνται με το φονικό, μιας και είχαν συνηθίσει σε τέτοιου είδους γεγονότα. Την Γεωργία τη σημάδεψε για πάντα ότι συνέβη εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα. Μετά από λίγες εβδομάδες όμως την περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη, όταν ανακάλυψε ότι στα σπλάχνα της κουβαλούσε το παιδί του βιαστή της. Στην αρχή ένιωσε απέραντη θλίψη, αλλά και πολύ  μπερδεμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει με μία εγκυμοσύνη που σε λίγο καιρό θα ήταν εμφανής σε όλους. Όσο κι αν ήθελε να το αποφύγει έπρεπε να ζητήσει βοήθεια από τη μάνα της. Το γεγονός αυτό την έκανε να νιώθει άβολα που θ’ αναγκάζονταν να της εξομολογηθεί όλα αυτά που της είχαν συμβεί πριν από λίγο καιρό. Έτσι, λοιπόν, ένα πρωινό του Οκτώβρη που οι δύο γυναίκες ήταν μόνες στο σπίτι, η Γεωργία μάζεψε όλη της τη δύναμη και παίρνοντας κουράγιο της αποκάλυψε το μυστικό της και όλα όσα είχαν συμβεί εκείνο το απόγευμα. Της εξιστόρησε τα πάντα σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια. Η Χαρίκλεια την άκουγε αγέρωχη. Όταν η κόρη της τελείωσε την αφήγησή της τη ρώτησε απλά τι ήθελε να κάνει με αυτό το παιδί. Δεν πήρε όμως απάντηση, μιας κι εκείνη δεν είχε αποφασίσει ακόμα. Το μόνο που ήξερε καλά ήταν ότι ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχός της, γι’ αυτό κι έπρεπε να δράσει γρήγορα. Μολαταύτα, οι δύο γυναίκες συμφώνησαν ότι δεν θα έπρεπε για κανέναν λόγο ο πατέρας και τ’ αδέρφια της να μάθουν για το βιασμό της και τη δολοφονία του Τούρκου.

Οι μέρες περνούσαν και η νεαρή γυναίκα βασανιζόταν. Η καρδιά πάλευε με τη λογική της. Το σώμα της είχε αρχίσει σιγά σιγά να προδίδει το μυστικό της. Παρόλα αυτά η Χαρίκλεια την πίεζε να της δώσει μία τελεσίδικη απάντηση, αν και γνώριζε καλά την απόφαση της Γεωργίας. Μία απόφαση δύσκολη, που όμως φανέρωνε το θάρρος και τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η νεαρή γυναίκα. Έτσι, λοιπόν, αποφάσισαν ότι θα έπρεπε μέχρι να γεννήσει να φύγει από το χωριό ώστε ν’ αποφύγει τα κακόβουλα σχόλια και τ’ αδιάκριτα βλέμματα που θα τη στιγμάτιζαν, αφού η αποκάλυψη της εγκυμοσύνης της θα οδηγούσε ταυτόχρονα και στο δράστη του φονικού. Ωστόσο, ο πατέρας της, ο κυρ Ηλίας, δεν έπρεπε να μάθει τίποτα, γιατί κάτι τέτοιο θα τον γέμιζε ντροπή και θα τον βύθιζε στη  θλίψη.

Ο Ηλίας Κωνσταντινίδης ήταν ένας περήφανος άνθρωπος, κουρασμένος από τη ζωή. Μεγάλωσε ορφανός γιατί τους γονείς του τους είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Πάλεψε πολύ για να ορθοποδήσει και να γίνει σεβαστός στην κλειστή και αυστηρή κοινωνία αυτού του μεγάλου χωριού. Ποτέ σε κανέναν δεν αποκάλυψε την πραγματική καταγωγή του και πώς βρέθηκε σ’ αυτόν τον τόπο. Η κόρη του στη δύση της ζωής του δεν ήθελε να του προκαλέσει μία τόσο μεγάλη στεναχώρια. Για τ’ αδέρφια της δεν ανησυχούσε, καθώς εκείνα είχαν μετακομίσει στην Ήπειρο, δημιουργώντας τις δικές τους οικογένειες και σπάνια ερχόταν τώρα πια στο χωριό. Η μάνα τους στις προσευχές που έκανε μπροστά στο μικρό εικονοστάσι παρακαλούσε τους αγίους να είναι όλα τα παιδιά της καλά.

Μην έχοντας άλλη επιλογή η Χαρίκλεια πήρε την απόφαση ότι η εγκυμονούσα κόρη της έπρεπε να φύγει από το χωριό. Άλλωστε πολλοί ήταν εκείνοι που την αποκαλούσαν περίεργη και ιδιότροπη επειδή έδιωχνε τα καλύτερα παλικάρια του τόπου. Γι’ αυτό κάθισε κι έγραψε κρυφά από τον άντρα της ένα γράμμα στην πρώτη της ξαδέρφη, την Ευθαλία, η οποία ζούσε σε μία πόλη της Θεσσαλίας. Της εξηγούσε τα πάντα και την παρακαλούσε να φιλοξενήσει την κόρη της μέχρι να γεννήσει. Εκείνη θα τις επισκεπτόταν όποτε μπορούσε. Άλλωστε η Γεωργία ήταν εργατική κι αν το επέτρεπαν οι συνθήκες της εγκυμοσύνης θα μπορούσε πέρα από να της κρατάει συντροφιά να την βοηθάει και στις δουλειές του σπιτιού, μιας κι εκείνη ζούσε μόνη της και δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο εκτός από την Χαρίκλεια. Έτσι, λοιπόν, αφού έλαβε θετική απάντηση, έπεισε τον άντρα της ότι η κόρη τους θα έπρεπε να φύγει για όσο χρειαστεί στην ξαδέρφη της που την είχε ανάγκη. Αυτός δεν της έφερε καμία αντίρρηση, με την προϋπόθεση όμως να τους στέλνει συχνά γράμματα για να τους ενημερώνει πως είναι καλά. Ο Οκτώβρης κόντευε να τελειώσει και ο καιρός ήταν καλός, καθώς δεν είχαν πιάσει ακόμα τα κρύα. Εκείνο το τελευταίο πρωινό η Γεωργία με τη συνοδεία της μάνας της ξεκίνησε το ταξίδι με προορισμό το σπίτι της θείας της για να περάσει εκεί την περίοδο της εγκυμοσύνης και να φέρει στον κόσμο το παιδί της…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο