Η ιστορία μιας ανήλικης πόρνης Μέρος 19ο

της Γιώτας Αγαπητού

Αν και νιώθω το χέρι μου να πονάει, λόγω της αρθρίτιδας που με ταλαιπωρεί εδώ και πέντε χρόνια, ξεκινάω και πάλι το γράψιμο. Η ώρα είναι σχεδόν δύο το μεσημέρι και η βροχή δε λέει να κοπάσει. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα θελα τα τελευταία χρόνια της ζωής μου να τα περνούσα στην εξοχή. Εκεί, μία τέτοια βροχερή μέρα, στην ατμόσφαιρα θα πλανιόνταν έντονα η μυρωδιά από το φρεσκοβρεγμένο χορτάρι. Πολλές φορές στο παρελθόν προσπάθησα να μετακομίσω σε κάποιο μικρό χωριό της επαρχίας, αλλά δεν τα κατάφερα. Ίσως επειδή συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τόπος που μου ταιριάζει είναι η Αθήνα, γιατί εδώ μπορώ κι αισθάνομαι ελεύθερη.

Ο Ισίδωρος  κοντοστάθηκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα. Αφού πήρε μία βαθιά ανάσα, χτύπησε το ρόπτρο. Αν και είχε κλειδιά από το σπίτι σπάνια τα χρησιμοποιούσε. Πριν καλά καλά το καταλάβει τού άνοιξε η Χαρίκλεια, η οποία χαμογελώντας τον αγκάλιασε σφιχτά, κάνοντάς τον να νιώσει ευπρόσδεκτος. Όταν περάσανε στη σάλα αντίκρισε την Μυρσίνη με την Ευθαλία, που κι αυτές τον υποδέχτηκαν εγκάρδια. Ο Ηλίας, σιωπηλός,  στεκόταν σε μία γωνιά δίπλα στο παράθυρο, παλεύοντας με τα συναισθήματά του. Το ποτήρι με το κρασί που κρατούσε σφιχτά στο χέρι ένιωθε πως θα έσπαζε και τα γυαλιά θα έκοβαν την παλάμη του. Ήταν η ώρα οι δύο άντρες ν’ ανταλλάξουν μετά από χρόνια τις πρώτες τους κουβέντες. Τα μάτια των γυναικών καρφώθηκαν επάνω τους, αναγκάζοντάς τους να είναι προσεκτικοί στο πώς θα συμπεριφερθούν. Η χειραψία τους τυπική κι αμήχανη, ενώ τα λόγια τους μετρημένα κι αδιάφορα. Όλα αυτά έγιναν στην αρχή, γιατί στη συνέχεια για χάρη των γυναικών, αλλά κυρίως για χάρη της Γεωργίας, αλλά και του μωρού που κουβαλούσε στα σπλάχνα της, άφησαν στην άκρη το άσχημο παρελθόν κι αποφάσισαν να συμβιβαστούν.

Η Χαρίκλεια, θέλοντας να σπάσει την αμηχανία που πλανιόταν ανάμεσά τους, κατευθύνθηκε προς τον Ισίδωρο, προσφέροντάς του ένα ποτήρι κρασί, ενώ πρότεινε στους δύο άντρες να βγουν στη βεράντα για να κάνουν τσιγάρο. Εκείνοι, μην έχοντας άλλη επιλογή, δέχτηκαν και χωρίς να το καταλάβουν έμειναν έξω για αρκετή ώρα. Ο ανοιξιάτικος δροσερός αέρας, η μεθυστική γεύση από το αλκοόλ κι ο καπνός του τσιγάρου -ξέρω καλά ότι απελευθερώνουν τους ανθρώπους- τούς βοήθησαν να εκφραστούν ελεύθερα.

Οι δύο άσπονδοι εχθροί κάτω από το μισοσκόταδο μίλησαν σχεδόν για τα πάντα. Στην αρχή αναφέρθηκαν στα όσα συνέβαιναν στην υπόδουλη χώρα, για τον επικείμενο ξεσηκωμό εναντίων των Τούρκων, αλλά και για τις ελπίδες που έτρεφε ο λαός απ’ αυτή την επανάσταση. Ωστόσο, καυτηρίασαν  τη στάση που τηρούσαν, τόσο οι ντόπιοι προύχοντες και η εκκλησία, όσο και οι ξένες δυνάμεις. Κουβέντιασαν για θέματα θρησκευτικά, πολιτικά, καθώς και  για τη διπλωματία που ασκούσε η Ευρώπη. Η συζήτησή τους ήταν πολιτισμένη, χωρίς εντάσεις και διαπληκτισμούς. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια ο εγωισμός τους είχε μπει στην άκρη. Οι γυναίκες πού και πού  στεκόταν πίσω από τη βαριά ξύλινη πόρτα, προσπαθώντας με δυσκολία να κρυφακούσουν όσα έπιανε τ’ αυτί τους, ενώ κάθε τόσο έστελναν την παραδουλεύτρα να τούς γεμίζει τα ποτήρια και να μεταφέρει σε κείνες τα όσα έβλεπε. Οι δύο άντρες παρόλο που μίλησαν για πολλά, απέφευγαν επιμελώς να αναφερθούν στα όσα συνέβαιναν στην οικογένειά τους. Όμως το θέμα της εγκυμοσύνης της Γεωργίας δε σήκωνε άλλη αναβολή.

Ή τώρα ή ποτέ!… Θα έπρεπε ν’ αποφασίσουν αν για το καλό των ανθρώπων που αγαπούσαν θα τα έβρισκαν. Στιγμές αμηχανίας… Το απαλό αεράκι που φυσούσε άρχισε ξαφνικά να μοιάζει με βοριάς. Σιωπή… Δύσκολο για δύο άντρες με τόσο ισχυρή προσωπικότητα να κάνουν την υπέρβαση και να προσπεράσουν τις προσωπικές τους αντιπάθειες κοιτάζοντας μπροστά.

Ο Ισίδωρος, αφού ήπιε μια γουλιά κρασί, αναφέρθηκε στο μακρινό παρελθόν και τα συναισθήματα που ένιωσε όταν συνάντησε για πρώτη φορά τον Ηλία. Το θυμό του, όταν εκείνος ανακοινώσε ότι θα παντρευτεί την Χαρίκλεια, που αυτός την είχε σαν κόρη του, και θα φύγουν μακριά. Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι ήταν λάθος που δε στάθηκε δίπλα στο νεαρό ζευγάρι, ενώ φρόντιζε  με κάθε τρόπο να τονίζει την ανώτερη κοινωνική και μορφωτική του θέση απέναντι στον Ηλία. Ποτέ δεν παραδέχτηκε, ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό, το πόσο θαύμαζε τον νεαρό τότε αυτόν άντρα για το θάρρος και την τόλμη του, αλλά και στη συνέχεια για τα όσα κατάφερε να πετύχει. Κι όλα αυτά επειδή ο εγωισμός του ήταν ισχυρότερος από οτιδήποτε άλλο. Δεν παρέλειψε όμως ν’ αναφερθεί και στα συναισθήματα που ένιωσε όταν αντίκρισε για πρώτη φορά την Γεωργία. Ήταν το μοναδικό εγγόνι που ήρθε από τόσο μακριά για να βρει καταφύγιο και προστασία στο σπιτικό τους, ξυπνώντας μέσα του την ανάγκη, μετά από πολλά χρόνια, να θέλει να βοηθήσει ένα δικό του άνθρωπο και να του μάθει όσα εκείνος είχε διδαχθεί μέσα από τα βιβλία και τις εμπειρίες του.

Όλη αυτή την ώρα ο Ηλίας στεκόταν σκεφτικός, ακούγοντας προσεκτικά το συνομιλητή του χωρίς να τον διακόπτει. Το βλέμμα του ακολουθούσε τον καπνό του τσιγάρου που χανόταν στη σιγαλιά την νύχτας και γινόταν ένα με το σκοτάδι. Για μία ακόμα φορά απλώθηκε σιωπή. Ο Ισίδωρος δεν είχε πια να πει τίποτε άλλο. Άναψε κι εκείνος τσιγάρο, ενώ η ματιά του περιπλανήθηκε μακριά. Ήταν η ώρα να μιλήσει ο Ηλίας…

Παίρνοντας μία βαθιά ανάσα, αναφέρθηκε και κείνος στο παρελθόν. Περιέγραψε τα συναισθήματα που ένιωσε όταν συνάντησε για πρώτη φορά τον Ισίδωρο, εκμυστηρεύοντάς του μετά από πολλά χρόνια τη ζήλια, αλλά και τη μειονεξία  που ένιωθε για την ταπεινή καταγωγή του. Δεν μπορούσε όμως να μην του αναγνωρίσει το πόσο καλά είχε φερθεί στην Χαρίκλεια. Την αγάπη του για εκείνη, αλλά και το γεγονός ότι ποτέ δεν την ξεχώρισε από τη βιολογική του κόρη, την Ευθαλία. Όλο αυτό τον καιρό, παρόλες τις διαφορές που είχαν οι δύο άντρες, ο Ισίδωρος είχε ανοιχτή την αγκαλιά για το θετό του  παιδί και την οικογένειά του. Κάτι το οποίο το απέδειξε έμπρακτα. Ο Ηλίας τον ευχαρίστησε για όσα έκανε για την Γεωργία, καθώς φρόντισε, εκτός των άλλων, να φέρει με δικά του έξοδα γιατρό από την Ευρώπη για να την κουράρει. Ο Ισίδωρος τον άκουγε σχεδόν συγκινημένος. Αισθανόταν μέσα του ότι είχε γεράσει αρκετά για να συντηρεί κακίες και μικροπρέπειες του παρελθόντος, που τώρα πια καταλάβαινε ότι δεν είχαν και καμία σημασία. Δυστυχώς όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα σε όλους τους ανθρώπους, το παρελθόν καθορίζει το παρόν και το μέλλον.

Οι δύο άντρες, αφού έκαναν μία σφιχτή χειραψία, βάζοντας στην άκρη τα όσα τους χώριζαν, αποφάσισαν ότι ήταν η στιγμή η βραδιά που ξεκίνησε τόσο αμήχανα να τελειώσει εδώ. Εντούτοις, συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν και πάλι, αυτή τη φορά όμως για να σχεδιάσουν τις λεπτομέρειες της επιστροφής του Ηλία με την οικογένειά του. …

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο

Δικαιούχος ονόματος τομέα (domain name)
Ε. ΛΑΣΚΑΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΝΩΜΗ
ΑΦΜ: 082164919
ΔΟΥ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ

Ιδιοκτήτης: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Νόμιμος εκπρόσωπος: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διευθυντής σύνταξης: Λασκαράκης Εμμανουήλ
Διαχειριστής: Λασκαράκης Εμμανουήλ

Η ΓΝΩΜΗ - Καθημερινή Εφημερίδα της Θράκης

Τέρμα Αγίου Δημητρίου, Αλεξανδρούπολη

Τηλ 25510 24222, 29888

Fax : 25510 80606

email :  gnomi@gnomionline.gr

              Μέλος του